Μια και αναφερθήκαμε πρόσφατα στο πρατήριο της SHELL του Κ. Χρηστάκη, εδώ μια φωτογραφία της οδού Αμβρακίας στο ύψος της πλατείας Διαμάντη από το αρχείο του κ. Σταύρου Μαστοράκη, στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Στο βάθος το πρατήριο όπως φαίνεται από την πλευρά του δρόμου (Δείτε παλαιότερη ανάρτηση εδώ).
Ευχαριστώ θερμά τον κ. Σταύρο Μαστοράκη για την πρόσβαση στο πλούσιο φωτογραφικό του αρχείο.
Έτσι τιτλοφορείται η παρακάτω φωτογραφία που είναι μάλλον από την περιοχή των Ραδοβιζίων, ίσως από τη Χελώνα, αν κρίνουμε από το βουνό που υψώνεται στο βάθος.
Εδώ ο γερο – Παρασκευάκης στέκει σαν κομμάτι του τοπίου· σαν να τον γέννησε το ίδιο το βουνό. Η κάπα του — χοντρή, μάλλινη, βαριά σαν χειμωνιάτικη σιωπή — πέφτει πάνω στους ώμους του σαν μανδύας αρχαίου οδοιπόρου. Στα ορεινά της Άρτας, η κάπα δεν ήταν ρούχο· ήταν καταφύγιο. Ασπίδα ενάντια στον άνεμο που κατέβαινε από το Γάβρογο, στον υγρό κρύο αέρα που έμπαινε στα κόκαλα, στις μακριές νύχτες που έσβηναν μόνο από το πρώτο φως.
Κάθε ίνα τέτοιων ενδυμάτων κουβαλούσε ιστορίες: το σκούρο χρώμα από το ανεπεξέργαστο γίδινο μαλλί, το βάρος από τα χρόνια χρήσης, τη ζεστασιά που κάποτε προσέφεραν σε ανθρώπους που περπατούσαν μονοπάτια δύσβατα, που έβγαζαν το μεροκάματο με τα χέρια. Η κάπα ήταν ο σύντροφος του χωρικού, όπως το μπαστούνι του στο χώμα — σταθερό, αξιόπιστο, προέκταση του σώματός του.
Το πρόσωπό του — βαθύ, σκαμμένο από καιρούς και χειμώνες — μοιάζει σαν χάρτης μιας ζωής που γράφτηκε πάνω στο δέρμα. Οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια του, πυκνές σαν ρεματιές στο βουνό, δείχνουν άνθρωπο που είδε πολλά και μίλησε λίγο. Το βλέμμα του δεν έχει τη διαύγεια της νιότης, αλλά κάτι πιο δυνατό: μια γαλήνια αποδοχή, μια σοφία που δεν διδάσκεται· μόνο βιώνεται.
Και πάνω στο κεφάλι του, το μικρό φέσι — φθαρμένο, στραβοφορεμένο, σαν να το είχε χρόνια — ολοκληρώνει την εικόνα. Δεν είναι απλώς κάλυμμα· είναι συνέχεια του ίδιου του Παρασκευάκη, κομμάτι της ταυτότητάς του. Φέρνει στον νου μια εποχή όπου τέτοια καπέλα δεν ήταν στολίδι, αλλά καθημερινό σημάδι αξιοπρέπειας και τάξης. Το φέσι του, ελαφρά γερτό, μοιάζει να κρατά το τελευταίο ίχνος νεότητας σε ένα σώμα που η ζωή το λύγισε, αλλά δεν το έσπασε.
Ο Παρασκευάκης, έτσι όπως ακουμπά στο ραβδί του, μοιάζει με φύλακα μιας εποχής όπου οι άνθρωποι ντύνονταν όχι για να ομορφύνουν, αλλά για να αντέξουν. Στο φόντο, τα λιτά σπίτια με τις πέτρινες αυλές και τις στέγες χαμηλωμένες απέναντι στον άνεμο, συμπληρώνουν την εικόνα μιας κοινωνίας που υπάκουε στους ρυθμούς της φύσης, και όχι το αντίστροφο.
Έτσι, μέσα σε αυτό το ασπρόμαυρο φως της δεκαετίας του ’60, η ενδυμασία γίνεται γλώσσα. Μιλά για αυτονομία, για σκληραγωγία, για έναν κόσμο που ζούσε με λίγα, αλλά στεκόταν όρθιος όπως ο ίδιος ο άντρας στη φωτογραφία: απλός, σκυφτός από το βάρος μιας σκληρής, βουνίσιας ζωής, αλλά αγέρωχος απέναντι στον χρόνο. (Φωτο από ιδιωτικό αρχείο – Κείμενο Α. Καρρά).
Παλιά φωτογραφία από την δεκαετία του ’60 που απεικονίζει το κοινοτικό κατάστημα, την εκκλησία, το σχολείο και τα καφενεία στο Ρετσιανά Άρτης.
Τα Ρετσιανά ή Ρετζιανά, όπως αναγράφονται στην φωτογραφία, βρίσκεται στα Ραδοβίζια και ήταν παλιά συνοικισμός του Βελετζικού. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να βρούμε άλλα στοιχεία γι’ αυτό το χωριό που είναι γνωστό στους φυσιολάτρες για τις Σούδες, δηλαδή μικρούς καταρράκτες που βρίσκονται περίπου 2 χιλ. στα βόρεια του χωριού. (Φωτο από ιδιωτικό αρχείο)
“Στο Κάτω Γραικικό, τότε που οι νύχτες ήταν πιο βαριές και τα χωράφια άκουγαν τα μυστικά των ανθρώπων καλύτερα κι από τους ίδιους τους ανθρώπους, ζούσε ένας ριχτολόγος περίφημος: ο Γεώργιος Τριαντάφυλλος. Ήταν άντρας που διάβαζε τη Σολομονική και δεν φοβόταν το σκοτάδι, γιατί το είχε γνωρίσει από κοντά. Έλεγαν πως μπορούσε να μιλάει με πνεύματα, να τα μαζεύει γύρω του σαν σπουργίτια, να τα δένει με λόγια παλιά, από εκείνα που δεν τα βρίσκεις πια σε χαρτί ούτε σε βιβλίο.
Ένα απόγευμα, λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος, φάνηκε μπροστά στην πόρτα του ένας σιδηρουργός. Ήταν γνωστός μάστορας, άνθρωπος τίμιος και δουλευταράς, και είχε φτιάξει γιαταγάνια ξακουστά, για όποιον ήξερε να ξεχωρίζει την καλή δουλειά. Μα του τα είχαν κλέψει. Και δεν ήταν απώλεια απλή· ήταν σαν να του πήραν την περηφάνια του. Γι’ αυτό ήρθε στον ριχτολόγο, να μάθει τι απόγιναν.
Ο Τριαντάφυλλος σκέπασε το δωμάτιο με μυρωδιά λιβανιού και ψιθύρισε τα λόγια που μόνο εκείνος μπορούσε να πει. Το φως χαμήλωσε· ο αέρας κάπως πάγωσε· κι άρχισαν να μαζεύονται τα πνεύματα, άυλα και βουβά, σαν ίσκιοι που δεν τους προσέχει κανείς μέχρι να είναι πολύ αργά. Ήρθαν όλα — όλα εκτός από τον Κουτσό, τον αρχηγό τους, τον πιο φοβερό.
Ο ριχτολόγος τον κάλεσε μια φορά. Δε φάνηκε. Δεύτερη. Ούτε σημάδι. Τρίτη. Μονάχα ένας απόκοσμος αναστεναγμός. Τέταρτη. Και τότε ακούστηκε το σύρσιμο ενός ποδιού. Ήρθε ο Κουτσός, κουρασμένος, μισοσκυφτός, σαν να έφερνε πίσω του τη νύχτα ολόκληρη.
Ο ριχτολόγος τον κάρφωσε με το βλέμμα. —Γιατί άργησες; τον ρώτησε.
Κι ο Κουτσός, με φωνή που έμοιαζε να βγαίνει από πηγάδι βαθύ, αποκρίθηκε: «Δεν ήμουν μακριά… μα έπρεπε να τελειώσω μια δύσκολη δουλειά. Σε λίγες μέρες θα σκοτωθούν δύο αδέλφια.»
Κανείς δεν μίλησε. Μονάχα ο αέρας έτριξε λίγο στο παράθυρο.
Ύστερα ο Κουτσός μίλησε για τα γιαταγάνια. Είπε ποιοι τα πήραν, πώς έφυγαν, πού χάθηκαν…. Είπε πως ήταν δουλειά δική του και των δικών του, και πως δεν υπήρχε τρόπος να γυρίσουν πίσω….. Όποιος άκουγε τη φωνή του εκείνη την ώρα, ένιωθε ότι έλεγε την αλήθεια, κι ο ριχτολόγος το ’νιωσε, παρ’ όλο που η αλήθεια δεν ήταν εύκολη στ’ αυτιά του…. Και μετά τον άφησε ελεύθερο, μαζί με τα άλλα πνεύματα. Έφυγαν σαν να τα ρούφηξε η γη.
Βγήκε τότε και είπε στον σιδηρουργό: —Μην τα ψάχνεις άλλο τα γιαταγάνια. Και να προσέχετε όλοι. Δυο αδέλφια θα χαθούν. Αυτά ήταν που μου είπαν.
Το μαντάτο έτρεξε στον τόπο γρήγορα, σαν να το φύσηξε ο άνεμος από αυλή σε αυλή. Κι όσο κι αν κάποιοι δεν ήθελαν να το πιστέψουν, βαθιά μέσα τους κάτι έσφιγγε την καρδιά τους.
Κι όπως λέει ο θρύλος, λίγες μέρες μετά, στα Ποτιστικά, έγινε το κακό. Σκοτώθηκαν τα δύο παιδιά του Γεωργίου Γιώτη, ο Κωνσταντίνος και ο Αθανάσιος. Τα δύο παλικάρια αγαπούσαν την ίδια κοπέλα. Το μυστικό δεν άντεξε, φανερώθηκε, κι ο θυμός τους φούντωσε σαν η φωτιά στα ξερόχορτα.
Ο ένας γύρισε στο σπίτι φορτωμένος οργή. Δεν βρήκε τον αδελφό του. Βγήκε έξω και τον είδε να ’ρχεται από το μονοπάτι, κι εκείνος το ίδιο θυμωμένος. Δεν ακούστηκε κουβέντα. Μονάχα τα κουμπούρια που τραβήχτηκαν. Κι έπεσαν και οι δύο. Όπως το είχε ξεστομίσει ο Κουτσός.
Κάποιοι λένε πως πάλεψαν με μαχαίρια στη σκάλα. Μα το τέλος δεν άλλαξε. Χάθηκαν και οι δυο.
Λένε πως εκείνη τη νύχτα φυσούσε ένας παράξενος αέρας πάνω από τα Ποτιστικά, κι όσοι τον άκουσαν είπαν πως δεν έμοιαζε με συνηθισμένο αγέρα. Έμοιαζε με γέλιο —το γέλιο των πονηρών πνευμάτων που χάρηκαν το έργο τους.
Η μάνα των παιδιών, που δεν είχε άλλα, κράτησε το καντηλάκι τους αναμμένο μέρα και νύχτα ως την τελευταία της ανάσα. Και όταν αργότερα τα νερά της τεχνητής λίμνης του Άραχθου ανέβηκαν και σκέπασαν τα Ποτιστικά, σκέπασαν και το σπίτι, και το καντηλάκι, και τη θλίψη της.
Από τότε, στο χωριό, όταν συνέβαινε κακό, οι άνθρωποι έλεγαν: «Έργο του Κουτσού…» ή «Όσο να μπει ο Κουτσός ανάμεσα, καλά πάνε τα πράματα.» ή «Θα πάνε ίσια οι δουλειές, ώσπου να μπει ο Κουτσός.»
Γιατί πίστευαν πως εκείνος, ο αρχηγός των σκοτεινών πλασμάτων, γλιστρούσε, κουτσαίνοντας πάντα, ανάμεσα στους ανθρώπους — κι ό,τι έβρισκε το σκίαζε.
Και έτσι ο θρύλος του μεγάλωσε, και οι άνθρωποι σταυροκοπιούνταν κάθε φορά που άκουγαν βήματα περίεργα μέσα στη νύχτα, ψιθυρίζοντας:
«Μη φανεί ο Κουτσός…».” (Πηγή : “Ο Κουτσός Σατανάς” Μια ιστορία από το βιβλίο του Κ. Κοκκινέλη “ΚΟΡΦΟΒΟΥΝΙ ΑΡΤΑΣ”, Αθήνα, 2013 – Επιμέλεια κειμένου Α. Καρρά)
Ο ιδιοκτήτης Κ. Β. Χρηστάκης μπροστά στο Πρατήριο της SHELL, πιθανόν με δύο υπαλλήλους του. Το Πρατήριο βρισκόταν στην Πλατεία Διαμάντη, στην αρχή της οδού Αμβρακίας. (Φωτο από ιδιωτική Συλλογή)
Επίσης Αρχιμανδρίτες και αργότερα Μητροπολίτες σε Νομούς της χώρας μας : Αβέρκιος Παπαδόπουλος, Θεοφ. Παπακωνσταντίνου, Ζαχ. Λιανάς. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)
Από το φωτογραφικό άλμπουμ του Richard W. Holtermann (1931), με σκηνές και πρόσωπα από την Άρτα, την Πρέβεζα και την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου.
Η οικογένεια Yoka στη Σαμονίβα του Σουλίου Μπροστά στο πέτρινο σπίτι της οικογένειας Yoka στη Σαμονίβα του Σουλίου, ο Holtermann αποτυπώνει μια μεγάλη οικογένεια — άντρες, γυναίκες και παιδιά — με μια ηρεμία που θυμίζει πορτρέτο εποχής. Τα ρούχα, σκούρα και μάλλινα, φανερώνουν την αυστηρότητα της ηπειρώτικης καθημερινότητας· το σπίτι, με τα πέτρινα σκαλοπάτια και την τραχιά τοιχοποιία, συμπληρώνει το σκηνικό μιας ζωής δεμένης με τον τόπο. Στην άκρη της εικόνας, η μορφή ενός Άγγλου της αποστολής υπενθυμίζει πως, στα μέσα της δεκαετίας του ’30, η Ήπειρος άρχιζε να ανοίγεται στο βλέμμα εκείνων που ήρθαν να τη χαρτογραφήσουν και να τη γνωρίσουν. (Φωτο από αρχείο Οικογένειας Χόλτερμαν)
Types of Greek People – Photo No. 6
From the Richard W. Holtermann Photo Album (1931), depicting scenes and people from Arta, Preveza and the wider region of Epirus.
The Yoka family at Samoniva, Souli, Epirus Before the stone house of the Yoka family in the village of Samoniva, Souli, Holtermann recorded a large family group – men, women and children – standing in quiet composure. Their clothes, dark and woollen, speak of the austerity of Epirote life; the stone house, with its rough walls and narrow steps, frames a world built from endurance and faith. At the edge of the frame, the presence of one of the British team recalls a time, in the mid-1930s, when Holtermann’s camera was documenting a way of life still poised between tradition and change. (Photo Courtesy of the Holtermann family)
Από το φωτογραφικό ταξίδι του Richard W. Holtermann στην Ήπειρο το 1931 – πορτρέτα της καθημερινής ζωής στην Άρτα και την Πρέβεζα.
Καστρί, Κοιλάδα του Αχέροντα – μια τετράδα από αδελφές Από την ίδια περιοχή της Πρέβεζας, στην κοιλάδα του Αχέροντα, ο Holtermann φωτογραφίζει τέσσερις αδελφές. Οι στάσεις τους, απλές και σταθερές, μαρτυρούν μια ήρεμη δύναμη. Οι φορεσιές είναι σκούρες, χειροποίητες, με πολυστρωματικές φούστες και μικρές μεταλλικές λεπτομέρειες στο στήθος· φυλαχτά, σταυροί, κοσμήματα προίκας. Στο βάθος, η πεδιάδα του Αχέροντα, τόπος όπου τότε η βρετανική εταιρεία Henry Boot εργαζόταν σε έργα αποξήρανσης· γι’ αυτό και η ομάδα των Άγγλων μηχανικών και φωτογράφων ταξίδευε ως εκεί. (Φωτο από αρχείο Οικογένειας Χόλτερμαν)
Types of Greek People – Photo No. 6
From the 1931 photographic journey of Richard W. Holtermann through Epirus – portraits of everyday life in Arta and Preveza.
Kastri, Acheron Valley – A quartet of sisters From the same region of Preveza, in the Acheron Valley, Holtermann photographed four sisters. Their calm posture suggests quiet strength and dignity. The garments are dark, hand-woven and layered, with small metal ornaments and crosses around the neck – tokens of faith, dowry and personal story. In the background lies the plain of the Acheron, where at the time the British company Henry Boot carried out land-drainage works. That is why the British engineers and photographers travelled through this area as well. (Photo Courtesy of the Holtermann family).
Από το άλμπουμ του Richard W. Holtermann (1931) – στιγμιότυπα ζωής και προσώπων από την Ήπειρο.
Καστρί, μια ολόκληρη οικογένεια με τρεις γενιές Στο Καστρί της Πρέβεζας, ο Richard W. Holtermann απαθανατίζει μια πολυμελή οικογένεια — τρεις γενιές συγκεντρωμένες μπροστά στο ανοιχτό τοπίο της θεσπρωτικής πεδιάδας. Τα ρούχα, λιτά και σκοτεινά, φανερώνουν τον αγροτικό χαρακτήρα της ζωής: γυναικείες ποδιές, μακριές φούστες, μαντίλες σφιχτά δεμένες· αντρικά παντελόνια από χοντρό ύφασμα, πουκάμισα, σακάκια δουλεμένα από τη χρήση. Δίπλα στα σκούρα μάλλινα και τις ποδιές των γυναικών, οι Άγγλοι της αποστολής με τα καπέλα, τα ελαφρά σακάκια και τις μπότες τους θυμίζουν έναν άλλο κόσμο· η στολή της παράδοσης απέναντι στη στολή της εργασίας. (Φωτο από αρχείο Οικογένειας Χόλτερμαν).
Types of Greek People – Photo No. 4
From Richard W. Holtermann’s 1931 album – glimpses of Greek life and faces across Epirus.
Kastri – A complete family in three generations In the village of Kastri, Preveza, Richard W. Holtermann captured a large family – three generations gathered before the open plain of Thesprotia. Their clothes, dark and simple, reflect the rural way of life: women in long skirts and aprons, headscarves tightly tied; men in coarse trousers, shirts and well-worn jackets. Beside the women’s heavy wool and aprons, the British members of the mission – with their hats, light jackets and boots – seem to belong to another world: the dress of tradition facing the dress of work. (Photo Courtesy of the Holtermann family).
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.