Το 1ο Γυμνάσιο Άρτας ανεγέρθηκε σε χώρο που ανήκε στην Ιερά Μονή Κάτω Παναγιάς, κάτω από την πλατεία Σκουφά και πίσω από το Χάνι του Τρούγκου. Η περιοχή αυτή αποτελούσε σημαντικό τμήμα της αστικής περιουσίας της μονής μέσα στην πόλη της Άρτας. Εκεί η μονή διατηρούσε ένα παλαιό χάνι (πανδοχείο), ελαιοτριβείο, μεγάλη αποθήκη για τη συγκέντρωση και φύλαξη των γεωργικών προϊόντων των κτημάτων της, καθώς και το παρεκκλήσιο των Αγίων Πάντων.
Η παρουσία των κτισμάτων αυτών μαρτυρεί τον πολυδιάστατο ρόλο της μονής στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης. Χαρακτηριστική είναι η μίσθωση, στις 15 Μαΐου 1927, μιας αποθήκης της μονής στον καλαθοποιό Ευάγγελο Γιαμούρη. Στο σχετικό συμφωνητικό αναφέρεται ότι η αποθήκη βρισκόταν δίπλα στο ελαιοτριβείο και το πανδοχείο της μονής, στην περιοχή των Αγίων Πάντων, γεγονός που επιβεβαιώνει τη συγκέντρωση των μοναστηριακών εγκαταστάσεων στον συγκεκριμένο χώρο.
Ιδιαίτερη θέση κατείχε το παρεκκλήσιο των Αγίων Πάντων, το οποίο είχε ανεγερθεί από τη Μονή Κάτω Παναγιάς το 1795, επί ηγουμενίας Αμβροσίου, σε μικρή απόσταση από την Παρηγορήτισσα. Ο ναός πυρπολήθηκε κατά τα γεγονότα του 1821 και παρέμεινε κατεστραμμένος έως το 1847, όταν η μονή τον ανοικοδόμησε εκ βάθρων επί ηγουμένου Χρυσάνθου. Τον επόμενο χρόνο ο ναός εγκαινιάστηκε από τον μητροπολίτη Άρτης Ιερόθεο, συνεχίζοντας την παρουσία του ως σημαντικό θρησκευτικό σημείο της περιοχής.
Η σύνδεση της μονής με την ίδρυση του πρώτου Γυμνασίου της Άρτας υπήρξε καθοριστική. Το 1927, ύστερα από αίτημα του ηγουμένου Ευθυμίου Πατσαλιά προς τον Μητροπολίτη Άρτης, κινήθηκαν οι διαδικασίες για την παραχώρηση δημοτικού οικοπέδου από την περιουσία της μονής, προκειμένου να ανεγερθεί το Γυμνάσιο Άρτας. Η Ιερά Μητρόπολη Άρτης απευθύνθηκε στις αρμόδιες εκκλησιαστικές αρχές ζητώντας την απαιτούμενη έγκριση για τη διάθεση του ακινήτου. Αρχικά εξετάστηκε η δωρεάν παραχώρηση του χώρου προς τον Δήμο Αρταίων, ωστόσο, για να διασφαλιστεί η νομιμότητα και η οριστική μεταβίβαση της κυριότητας, αποφασίστηκε τελικά να συνταχθεί κανονικό πωλητήριο συμβόλαιο για το παλαιό χάνι της μονής και τον περιβάλλοντα χώρο του.
Έτσι, σε μια έκταση που επί δεκαετίες εξυπηρετούσε τις οικονομικές και θρησκευτικές ανάγκες της Μονής Κάτω Παναγιάς, δημιουργήθηκε ένα από τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της πόλης. Η ανέγερση του πρώτου Γυμνασίου Άρτας (1932) συνδέθηκε άμεσα με την προσφορά της μονής, η οποία διέθεσε μέρος της περιουσίας της για την προώθηση της παιδείας, συμβάλλοντας καθοριστικά στη μορφωτική ανάπτυξη της τοπικής κοινωνίας.
Πηγή πληροφοριών: Κ. Τσιλιγιάννης, Η Ιστορία του Μοναστηριού της Κάτω Παναγιάς Άρτης, Άρτα 2007. Σύνθεση, επεξεργασία και επιμέλεια κειμένου: Αναστασία Καρρά.
Ο χώρος του μετέπειτα 1ου Γυμνασίου Άρτας. Καλλιτεχνική αναπαράσταση των κτισμάτων της Μονής Κάτω Παναγιάς που καταγράφονται στις πηγές των ετών 1795–1927: χάνι, ελαιοτριβείο, αποθήκη (μετέπειτα εργαστήριο καλαθοποιού) και παρεκκλήσιο των Αγίων Πάντων.
Εγκαίνια του Αμυντικού Στρατώνα Άρτης κατά τον Μεσοπόλεμο. Η φωτογραφία εντοπίστηκε σε παλαιό αρτινό φωτογραφικό λεύκωμα με εσφαλμένη αναφορά ότι απεικονίζει την τελετή εγκαινίων στο Στρατόπεδο Παπακώστα. Σύμφωνα με νεότερη ταυτοποίηση, πρόκειται για τα εγκαίνια του Αμυντικού Στρατώνα Άρτης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η αποτύπωση του χώρου του Στρατώνα σε μία πρώιμη φάση της ιστορίας του, πριν από τις εκτεταμένες δενδροφυτεύσεις και τις διαμορφώσεις που αλλοίωσαν σημαντικά την αρχική του εικόνα. Για τον σημερινό αναγνώστη, η φωτογραφία προσφέρει μια σπάνια μαρτυρία του τοπίου πριν αποκτήσει τη μορφή με την οποία έγινε γνωστό κατά τις επόμενες δεκαετίες. Η φωτογραφία παρουσιάζεται εδώ ως ενδεικτικό τεκμήριο των δημόσιων τελετών που συνόδευαν τη δημιουργία στρατιωτικών εγκαταστάσεων κατά τον Μεσοπόλεμο. Ιδιωτικό αρχείο. Ταυτοποίηση φωτογραφίας: Βασίλης Γκανιάτσας. (Πηγή : “Το Στρατόπεδο Παπακώστα στην Άρτα – Από τη δημόσια γη στο στρατιωτικό τοπίο. Μνήμη, χώρος και στρατιωτική παρουσία στην Άρτα του 20ού αιώνα“, Α. Καρρά, Άρτα, 2026)
Άρτα, 1930. Στιγμιότυπο από ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ του Παναμβρακικού Αθλητικού Ομίλου Άρτης (Π.Α.Ο.Α.) και της Ιερατικής Σχολής στο γήπεδο «Πεδίο Ασκήσεων», στην περιοχή των Διοδίων, πριν από τη δημιουργία του Στρατοπέδου Παπακώστα. Η φωτογραφία αποτυπώνει μία από τις πρώτες περιόδους οργανωμένης αθλητικής δραστηριότητας στην πόλη, με τη συμμετοχή αθλητών, παραγόντων και προσωπικοτήτων της τοπικής κοινωνίας.
Διακρίνονται, μεταξύ άλλων, οι Κώστας Δέδες, Χαράλαμπος Τσέτης, Στεφάνου, Κορώσης, Βασίλης Αγραφιώτης, Ανδρέας Καναβάτσας, Αθανάσιος Τσιγαλίδης με τον υιό του, Ηλίας Λυκόκας, Μιχάλης Πασχαλάκης, Παναγιώτης Στρεβίνας, Λέανδρος Παπακίτσος, Κωνσταντίνος Διαμάντης, Βασίλειος Έξαρχος, Ιορδάνης Στεφανίδης, Σωτήριος Συγγούνας, Κώστας Δράμης, Γιάννης Στράτος, Νίκος Τζάνης, Δημήτρης Τζουμάκας, Τάσος Οικονόμου, οι αδελφοί Βαγγέλης και Σταμάτης Καπετανίδης, Δημήτρης Σταθάκης και Φίλιππος Καρβούνης.
Ένας χώρος που σημάδεψε την ιστορία της Άρτας αποκτά ξανά φωνή μέσα από τα αρχεία, τις φωτογραφίες και τις μνήμες των ανθρώπων που τον έζησαν.
Με ιδιαίτερη χαρά παρουσιάζω σήμερα μια έρευνα που ολοκληρώθηκε έπειτα από μακρά αρχειακή αναζήτηση και μελέτη πηγών και αφορά έναν χώρο άρρηκτα συνδεδεμένο με τη νεότερη ιστορία της Άρτας: το Στρατόπεδο Παπακώστα.
Η μελέτη με τίτλο «Το Στρατόπεδο Παπακώστα στην Άρτα – Από τη δημόσια γη στο στρατιωτικό τοπίο. Μνήμη, χώρος και στρατιωτική παρουσία στην Άρτα του 20ού αιώνα» επιχειρεί να ανασυνθέσει τη διαδρομή της έκτασης από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα έως τη σύγχρονη εποχή. Μέσα από αρχειακά τεκμήρια, διοικητικά έγγραφα, στρατιωτικές πηγές, φωτογραφικό υλικό και προφορικές μαρτυρίες, αναδεικνύεται η εξέλιξη ενός χώρου που από δημόσια και αγροτική γη μετατράπηκε σε πεδίο ασκήσεων, στρατιωτική εγκατάσταση και, τελικά, σε τόπο ιστορικής μνήμης.
Ιδιαίτερη θέση στην έρευνα κατέχει ο λοχαγός Χρήστος Παπακώστας, ο αξιωματικός που έπεσε στο Αλβανικό Μέτωπο το 1940 και του οποίου το όνομα συνδέθηκε μεταπολεμικά με το στρατόπεδο. Παράλληλα, εξετάζεται η σχέση του χώρου με την τοπική κοινωνία, η παρουσία του στη συλλογική μνήμη των Αρτινών και οι μεταβολές που γνώρισε μέσα στον χρόνο.
Στόχος της εργασίας δεν είναι μόνο η καταγραφή της ιστορίας ενός στρατοπέδου, αλλά και η ανάδειξη της ιστορίας ενός τόπου που υπήρξε σημείο αναφοράς για πολλές γενιές κατοίκων της Άρτας. Ελπίζω η μελέτη αυτή να συμβάλει, έστω και μικρά, στη διατήρηση και διάδοση της ιστορικής μνήμης της πόλης μας.
Στο εσωτερικό της ποτοποιίας Κώστα Κεχαγιά στην Άρτα το 1960. Διακρίνονται από αριστερά ο Κώστας Κεχαγιάς, ο Κώστας Σιώκος και ο μικρός Ανδρέας Κεχαγιάς. Μπροστά στον πάγκο βρίσκονται τα χαρακτηριστικά βαρελάκια με την επωνυμία «ΤΑΝΚΣ ΚΕΧΑΓΙΑ», ενώ στον χώρο διακρίνονται δοχεία, φιάλες και εξοπλισμός που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή και διάθεση των ποτών της επιχείρησης.
Η ποτοποιία Κεχαγιά υπήρξε μία από τις σημαντικότερες ποτοποιίες της Άρτας. Η ιστορία της ξεκίνησε το 1904, όταν ο Ανδρέας Κεχαγιάς από τα Κατσανοχώρια εγκαταστάθηκε στην πόλη και εργάστηκε στην επιχείρηση του Χρήστου Σινδόρη. Το 1917 ίδρυσε τη δική του ποτοποιία και καθιέρωσε το γνωστό ούζο «Τανκς», το οποίο έμελλε να συνδεθεί με την καθημερινότητα, τα καφενεία και τα καπηλειά της παλιάς Άρτας. Μετά τον Ανδρέα Κεχαγιά, την επιχείρηση ανέλαβαν οι γιοι του Κώστας και Γιώργος Κεχαγιάς.
Η φωτογραφία αποκτά ιδιαίτερη αξία καθώς αποτυπώνει όχι μόνο τους ανθρώπους της επιχείρησης αλλά και τον ίδιο τον χώρο παραγωγής του περίφημου «Τανκς», ενός ονόματος που επιβίωσε για δεκαετίες στη συλλογική μνήμη των Αρτινών. Συμπληρώνει μάλιστα τις πληροφορίες που έχουν παρουσιαστεί στα άρθρα για την ιστορία της ποτοποιίας Κεχαγιά και για τα γειτονικά καπηλειά όπου σερβίρονταν τα προϊόντα της, φωτίζοντας μια ακόμη πτυχή της κοινωνικής και επαγγελματικής ζωής της μεταπολεμικής Άρτας. (Η φωτογραφία προέρχεται από ανάρτηση του Στάθη Μπαρτζώκα και ανήκει στο αρχείο της Κικής Σακκά, τέως Δημάρχου Αρταίων).
Άρτα, Απρίλιος 1951. Ο Δήμαρχος Αρταίων Παντελεήμων (Παντελής) Καλυβιώτης εκφωνεί λόγο από τον εξώστη του τότε Δημαρχείου Άρτας, στο κτήριο όπου αργότερα στεγάζονταν τα γραφεία του Εμπορικού Συλλόγου Άρτας. Σύμφωνα με τη συνοδευτική λεζάντα της φωτογραφίας, διακρίνονται από αριστερά οι: Τέτα Αλεξίου, Θωμάς Μεθόδιος, Παναγιώτης Γεωργακόπουλος, Δημήτριος Πέτσας, Αθανάσιος Ευταξίας, Παντελεήμων (Παντελής) Καλυβιώτης, Βίκτωρας Σακκάς, Χρ. Τσέτης, Λάμπρος Τρούγκος, Φ. Τζινέρης, Χαράλαμπος Τσέτης και Ιωάννης Τσέτης. Η φωτογραφία αποτελεί χαρακτηριστικό τεκμήριο της δημόσιας και πολιτικής ζωής της μεταπολεμικής Άρτας. (Φωτο από προσωπική συλλογή)
Η μακρά πορεία των συγκοινωνιών από τον κάμπο της Άρτας στα χωριά των Τζουμέρκων.
Υπήρξε μια εποχή που οι δρόμοι προς τα Τζουμέρκα δεν μετριούνταν σε χιλιόμετρα αλλά σε ώρες και κόπο. Η επικοινωνία ανάμεσα στον κάμπο της Άρτας και τα ορεινά χωριά γινόταν με τον παλιότερο τρόπο που γνώριζαν οι άνθρωποι του τόπου: με τα πόδια και με τα ζώα.
Η πρώτη εικόνα της διαδρομής αυτής ζωντανεύει μέσα από το καραβάνι των Βλάχων. Φορτωμένα μουλάρια και άλογα ανεβαίνουν αργά τον δρόμο προς τα Τζουμέρκα, κουβαλώντας ολόκληρη τη ζωή των οικογενειών τους. Κλινοσκεπάσματα, εργαλεία, τρόφιμα και προσωπικά αντικείμενα ακολουθούν τον ετήσιο δρόμο της μετακίνησης από τον εύφορο κάμπο προς τα θερινά βοσκοτόπια των βουνών. Δεν ήταν απλώς ένα ταξίδι· ήταν ένας τρόπος ζωής που κράτησε αιώνες και διαμόρφωσε την οικονομία και την κοινωνία της περιοχής.
Το ετήσιο ανέβασμα στα Τζουμέρκα. Βλαχικές οικογένειες μεταφέρουν την οικοσκευή και τα υπάρχοντά τους από τον κάμπο της Άρτας προς τα ορεινά θερινά βοσκοτόπια, ακολουθώντας πανάρχαιους δρόμους επικοινωνίας. (Φωτο από προσωπική συλλογή)
Με το πέρασμα των χρόνων, οι χωματόδρομοι άρχισαν δειλά να δέχονται τους πρώτους μηχανοκίνητους επισκέπτες. Η δεύτερη φωτογραφία καταγράφει μια χαρακτηριστική στιγμή εκείνης της μετάβασης. Ένα από τα πρώτα αυτοκίνητα που τόλμησαν να διασχίσουν τις δύσβατες διαδρομές προς τα χωριά των Τζουμέρκων στέκεται φορτωμένο με αποσκευές και προμήθειες. Τα ταξίδια εξακολουθούσαν να είναι περιπέτεια. Οι βλάβες ήταν συχνές, οι δρόμοι στενοί και πολλές φορές επικίνδυνοι. Ωστόσο, η μηχανή είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει τους ρυθμούς της ζωής. Οι αποστάσεις μίκραιναν και τα χωριά έβγαιναν σταδιακά από την απομόνωση.
Οι πρώτοι τροχοί στα βουνά. Ένα από τα πρώτα αυτοκίνητα που εξυπηρέτησαν τις μετακινήσεις προς τα χωριά των Τζουμέρκων, σε μια εποχή που τα ταξίδια παρέμεναν δύσκολα και περιπετειώδη. (Φωτο : Galaniskos.gr)
Η εξέλιξη αυτή κορυφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο σταθμός των υπεραστικών λεωφορείων μεταφέρθηκε από κεντρικά σημεία στην ανατολική πλευρά της Άρτας, σε μια περιοχή που τότε βρισκόταν στα όρια της πόλης. Η τρίτη φωτογραφία αποτυπώνει εκείνο το νέο συγκοινωνιακό κέντρο. Τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ, παρατεταγμένα στον χώρο στάθμευσης, αποτελούσαν πλέον τη βασική γέφυρα ανάμεσα στην πόλη και τα χωριά της Άρτας. Εκεί όπου άλλοτε ξεκινούσαν καραβάνια με μουλάρια, τώρα ξεκινούσαν καθημερινά δρομολόγια που μετέφεραν εργαζόμενους, μαθητές, στρατιώτες, εμπορεύματα και ολόκληρες οικογένειες.
Η νέα εποχή των συγκοινωνιών. Ο υπεραστικός σταθμός ΚΤΕΛ Άρτας στη νέα του θέση, στην ανατολική πλευρά της πόλης, στις αρχές της δεκαετίας του 1980. (Φωτο : Βασίλης Γκανιάτσας)
Οι τρεις φωτογραφίες δεν καταγράφουν απλώς διαφορετικά μέσα μεταφοράς. Αποτυπώνουν τρεις εποχές της ίδιας ιστορίας. Από το βήμα του ζώου, στον θόρυβο της μηχανής και από εκεί στο οργανωμένο δίκτυο των λεωφορείων. Είναι η ιστορία της προσπάθειας των ανθρώπων της Άρτας να νικήσουν την απόσταση και να κρατήσουν ζωντανό τον δεσμό ανάμεσα στον κάμπο και τα βουνά.
Και ίσως γι’ αυτό οι εικόνες αυτές συγκινούν ακόμη. Γιατί πίσω από κάθε δρόμο, κάθε όχημα και κάθε διαδρομή, κρύβονται οι άνθρωποι που ταξίδεψαν, μόχθησαν και έγραψαν τη δική τους μικρή ιστορία στον τόπο των Τζουμέρκων. (Κείμενο: Αναστασία Καρρά)
Στο βόρειο τμήμα της σημερινής λαχαναγοράς της Άρτας, εκεί όπου σήμερα απλώνονται οι πάγκοι των παραγωγών και οι πεζόδρομοι γεμίζουν από κίνηση και φωνές, βρισκόταν κάποτε ένας από τους πιο ζωντανούς χώρους της νυχτερινής ζωής της πόλης. Οι παλιότεροι τον γνώριζαν ως Γιαλί Καφενέ ή καφέ-αμάν της Τουρκοβασιλικής.
Πίσω από την ονομασία «της Τουρκοβασιλικής» κρυβόταν μια πραγματική μορφή της παλιάς Άρτας. Η Τουρκοβασιλική υπήρξε η αρχική ιδιοκτήτρια του περίφημου Γιαλί Καφενέ. Ήταν μια Τουρκάλα που επέλεξε να παραμείνει στην πόλη μετά την απελευθέρωση του 1881, βαπτίστηκε χριστιανή και πήρε το όνομα Βασιλική. Για τους Αρτινούς όμως παρέμεινε πάντοτε η «Τουρκοβασιλική». Το όνομά της ταυτίστηκε τόσο πολύ με το Γιαλί Καφενέ, ώστε ακόμη και δεκαετίες αργότερα οι παλιοί χρησιμοποιούσαν τις δύο ονομασίες σχεδόν ως συνώνυμες. Μέχρι πρόσφατα σωζόταν και η κατοικία της, ένα σιωπηλό απομεινάρι μιας εποχής που είχε προ πολλού χαθεί.
Η οικία της Τουρκοβασιλικής στην οδό Μανωλιάσσης. Το όνομά της διασώθηκε στη μνήμη των Αρτινών μέσα από το περίφημο Γιαλί Καφενέ. Το κτίριο κατεδαφίστηκε τα τελευταία χρόνια καθώς κρίθηκε επικίνδυνο.
Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς τη μορφή που είχε ο χώρος πριν από έναν αιώνα. Εκεί όπου σήμερα δεσπόζουν πολυκατοικίες και καταστήματα, απλωνόταν μια μεγάλη αυλή γεμάτη πορτοκαλιές, λεμονιές και καλλωπιστικά δέντρα. Ανάμεσα στα φυλλώματα πρόβαλλε ένα μεγάλο κτίριο με γυάλινες προσόψεις, από τις οποίες πήρε και το όνομά του. Τα βράδια, όταν άναβαν τα φώτα, οι τζαμαρίες αντανακλούσαν τις κινήσεις των θαμώνων και τις σκιές των μουσικών, δημιουργώντας μια εικόνα που θα έμοιαζε σχεδόν εξωτική για τη μικρή επαρχιακή πόλη.
Το Γιαλί Καφενέ, γνωστό αργότερα ως καφέ-αμάν των Κ. Κουμάνη και Κ. Γκούβελου, υπήρξε για δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα κέντρα διασκέδασης της Άρτας, μέχρι την οριστική παρακμή των καφέ-αμάν στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Υπήρξε ένα από τα τελευταία μεγάλα καφέ-αμάν της Άρτας, συνεχίζοντας μια παράδοση που είχε τις ρίζες της στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Κτίριο του 19ου αιώνα στο Τουρκοπάζαρο, απέναντι από τη λαχαναγορά της Άρτας. Η συνοικία αυτή φιλοξενούσε τα γνωστότερα καφέ-αμάν της πόλης κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. (Φωτογραφία 1995 από το περιοδικό «ΣΚΟΥΦΑΣ», τχ. 85.)
Στο εσωτερικό του υπήρχε μεγάλη αίθουσα με ξύλινο πάτωμα, ευρύχωρη πίστα χορού και στο βάθος ξύλινη εξέδρα για την ορχήστρα. Γύρω από την κεντρική σάλα υπήρχαν μικρότεροι χώροι και δωμάτια, όπου οι θαμώνες μπορούσαν να αποσυρθούν από τον θόρυβο του γλεντιού με γυναικεία συντροφιά. Τις νύχτες, καθώς οι λάμπες φώτιζαν αχνά την αίθουσα, οι ήχοι από τα βιολιά, τα λαούτα και τα σαντούρια ανακατεύονταν με τις φωνές των τραγουδιστριών και το βουητό του κόσμου.
Η ορχήστρα του Κατσαντούρη από την περιοχή της Παρηγορήτισσας αποτελούσε σχεδόν μόνιμη παρουσία στο πάλκο. Δημοτικά τραγούδια, σμυρναίικα, αμανέδες και λαϊκοί σκοποί διαδέχονταν ο ένας τον άλλο μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Οι γυναίκες που τραγουδούσαν ή συντρόφευαν τους πελάτες δεν ήταν ντόπιες. Όπως συνέβαινε και σε άλλα καφέ-αμάν της εποχής, έρχονταν από μεγαλύτερα αστικά κέντρα, από το Αγρίνιο, την Πάτρα, τη Θεσσαλονίκη ή την Αθήνα, μεταφέροντας μαζί τους άλλους τρόπους, άλλα ακούσματα και μια διαφορετική κοσμοπολίτικη αύρα.
Ανάμεσά τους ξεχώριζαν δύο μορφές που έμειναν ζωντανές στη μνήμη των παλιών Αρτινών: η Ζάννα και κυρίως η Σόνια η Θεσσαλονικιά. Για τη δεύτερη οι παλιοί μιλούσαν με ιδιαίτερο θαυμασμό. Η ομορφιά της, η παρουσία της και ο τρόπος με τον οποίο συμμετείχε στο γλέντι την είχαν καταστήσει θρυλικό πρόσωπο της αρτινής νύχτας. Η συντροφιά της κόστιζε ακριβά για τα οικονομικά δεδομένα της εποχής και πολλοί ήταν εκείνοι που ξόδευαν σημαντικά ποσά μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουν λίγες ώρες κοντά της.
Η πελατεία του Γιαλί Καφενέ ήταν ιδιαίτερα ετερόκλητη. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στην παλαιά μαρτυρία, «στους μόνιμους θαμώνες συγκαταλέγονταν τσαμπάσηδες, ασίκηδες και νταβατζήδες», ανάμεσα στους οποίους αναφέρονται ο περιβόητος ληστής Ντόλας και μέλη της οικογένειας Τσακτσιραίων. Οι τσαμπάσηδες, γνωστοί ζωέμποροι της εποχής, διακινούσαν κυρίως άλογα που προμηθεύονταν από την Αλβανία και αποτελούσαν χαρακτηριστική φυσιογνωμία της οικονομικής ζωής της Ηπείρου.Ανάμεσα στους θαμώνες αναφέρονται και μερικοί νεαροί τότε επιστήμονες, δικηγόροι (συνήθως) ελεύθεροι, που σύχναζαν στην αυλή για καφέ και σπάνια μέσα στο κέντρο τις νυχτερινές ώρες, όπως ο Νίκος Ευταξίας, Δημήτριος Κονταξής, Σωκράτη Κατσαδήμας, Ξενοφών Κοτσαρίδας κι άλλοι.
Φυσικά, όπως συνέβαινε στα περισσότερα καφέ-αμάν της εποχής, δεν έλειπαν και οι εντάσεις. Ένα τραγούδι που αφιερώθηκε σε λάθος πρόσωπο, ένα βλέμμα, μια παρεξήγηση ή η διεκδίκηση της προσοχής κάποιας τραγουδίστριας αρκούσαν πολλές φορές για να μετατρέψουν το γλέντι σε συμπλοκή. Οι παλιές εφημερίδες και οι προφορικές μαρτυρίες είναι γεμάτες από ιστορίες με σπασμένα ποτήρια, αναποδογυρισμένα τραπέζια και καβγάδες που κατέληγαν ακόμη και σε σοβαρούς τραυματισμούς.
Μια χαρακτηριστική ιστορία που διασώθηκε από παλαιά αρτινή μαρτυρία δείχνει παραστατικά το κλίμα της εποχής.
Ένα βράδυ, όταν η ορχήστρα έπαιζε την περίφημη «Παπαδιά», ένας νεαρός μαθητής του Γυμνασίου, παρασυρμένος από το κέφι της στιγμής, σηκώθηκε να χορέψει. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, χόρευε πάνω σε τρία ποτήρια, επιδεικνύοντας τις χορευτικές του ικανότητες, ενώ η Σόνια η Θεσσαλονικιά τον κρατούσε και παρακολουθούσε με προσοχή τη χορευτική του επίδοση, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η μαρτυρία. Οι οργανοπαίκτες είχαν σηκωθεί όρθιοι και η αίθουσα παρακολουθούσε το θέαμα.
Η βραδιά όμως δεν εξελίχθηκε όπως θα περίμενε ο νεαρός χορευτής. Γύρω στις έντεκα τη νύχτα εμφανίσθηκαν αιφνιδιαστικά στο καφέ-αμάν οι καθηγητές Μωραΐτης, Τσούτσινος, Σερβετάς και Ανδριανόπουλος, οι οποίοι είχαν αναλάβει να επιβλέπουν την εξωσχολική συμπεριφορά των μαθητών της πόλης. Ο μαθητής, παρασυρμένος από τον χορό και τη γοητεία της Σόνιας, όχι μόνο δεν αποσύρθηκε διακριτικά, αλλά φώναξε το γκαρσόνι και παρήγγειλε να κεράσει «τα παιδιάν ό,τι πίνουν», συνεχίζοντας απτόητος το γλέντι.
Η συνέπεια ήταν αναμενόμενη. Την επόμενη ημέρα του επιβλήθηκε πολυήμερη αποβολή για «πράξη και συμπεριφορά απάδουσα εις την ιδιότητα του μαθητού». Το Γυμνάσιο της εποχής στεγαζόταν στο κτήριο των αδελφών Γαρουφαλιά, στην οδό Πριοβόλου, απέναντι περίπου από το ξενοδοχείο «Αμβρακία». Σύμφωνα με τη μαρτυρία, η τιμωρία δεν περιορίστηκε μόνο στην αποβολή, καθώς ο νεαρός πέρασε και δύο ημέρες στο κρατητήριο της πόλης, στο κτήριο όπου αργότερα στεγάστηκε η Κτηματική Τράπεζα στην οδό Βασιλέως Πύρρου.
Το περιστατικό ίσως ακούγεται σήμερα γραφικό. Ωστόσο αποτυπώνει ανάγλυφα μια εποχή όπου η κοινωνική ζωή της Άρτας κινούνταν ανάμεσα στην αυστηρότητα των ηθικών κανόνων και στη γοητεία της νυχτερινής διασκέδασης.
Το Γιαλί Καφενέ δεν ήταν το μοναδικό καφέ-αμάν της πόλης. Στην Άρτα λειτουργούσαν επίσης τα καφέ-αμάν του Λαλάκου, του Γκούβελου και άλλα μικρότερα κέντρα. Ένα ακόμη βρισκόταν κοντά στο παλιό Γυμνάσιο, κάτω από το αρτοποιείο του Γουνόπουλου, χωρίς όμως να αποκτήσει ποτέ τη φήμη και την κίνηση του μεγάλου καφέ-αμάν της λαχαναγοράς.
Ο Γιώργος Κοτζιούλας, που φοίτησε μαθητής στην Άρτα, θυμόταν αργότερα τα καφέ-σαντάν με τα χαρακτηριστικά κόκκινα τζάμια τους, «βαμμένα με πρόστυχη μπογιά», όπως έγραφε. Περνώντας καθημερινά από μπροστά τους, έβλεπε μόνο τα απομεινάρια της νύχτας: γυαλιά από σπασμένες μπουκάλες και χοντρά ποτήρια. Το καφέ-σαντάν αποτελούσε γι’ αυτόν έναν κόσμο μυστηριώδη και απαγορευμένο, στον οποίο σύχναζε ο μάγειρας Καπές, γνωστή μορφή των παιδικών του χρόνων.
Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1930 τα καφέ-αμάν άρχισαν να σβήνουν οριστικά. Οι κοινωνικές συνθήκες άλλαζαν, νέες μορφές διασκέδασης εμφανίζονταν και ο κόσμος που τα γέννησε απομακρυνόταν. Οι αμανέδες σώπασαν, οι ορχήστρες διαλύθηκαν και οι γυναίκες που κάποτε αποτελούσαν το επίκεντρο της νυχτερινής ζωής χάθηκαν από τη συλλογική μνήμη.
Η λαχαναγορά της Άρτας στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι αμανέδες είχαν πια σιγήσει και οι πορτοκαλιές είχαν χαθεί, όμως ο χώρος συνέχιζε να σφύζει από ζωή, φιλοξενώντας πλέον τους ανθρώπους και τα προϊόντα της αρτινής πεδιάδας. (Φωτογραφία από ιδιωτική συλλογή.)
Στη θέση τους έμειναν οι αφηγήσεις των παλιών, λίγες διάσπαρτες αναφορές στις εφημερίδες και η αχνή ανάμνηση ενός κόσμου που έζησε κάτω από τις πορτοκαλιές του Γιαλί Καφενέ, εκεί όπου σήμερα απλώνεται η λαχαναγορά της Άρτας.
Έρευνα – σύνθεση: Αναστασία Καρρά
Το παρόν κείμενο αντλεί στοιχεία από μαρτυρία που δημοσιεύθηκε από τον Δημήτρη Σύγγελο στην εφημερίδα «Αρτηνή Ευθύνη» (Ιούλιος – Αύγουστος 1996), καθώς και από άλλες ιστορικές και λογοτεχνικές πηγές σχετικές με τα καφέ-αμάν της Άρτας.
Όσοι αναγνώστες θελήσουν να περιδιαβούν λίγο περισσότερο τις νύχτες της παλιάς Άρτας, μπορούν να αναζητήσουν στην ιστοσελίδα μας τα άρθρα «Τα Καφέ-Αμάν της Άρτας», «Τα Καφέ-Σαντάν της Άρτας», «Μια νύχτα στο Καφέ-Αμάν» και «Τα καφενεία της Άρτας», όπου σώζονται ακόμη πρόσωπα, ιστορίες και εικόνες από έναν κόσμο που χάθηκε μαζί με τους αμανέδες, τα βιολιά και τις πορτοκαλιές του παλιού Γιαλί Καφενέ.
Τρεις στρατιώτες φωτογραφίζονται μπροστά από το φωτογραφείο «Ο Ήλιος» του Δημητρίου Ν. Μητσιάνη στην Άρτα, δίπλα σε αυτοκίνητο της εποχής.
Η ενδυμασία τους, με τις βαριές στρατιωτικές χλαίνες και τα πηλήκια του ελληνικού στρατού, παραπέμπει στην περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου και των πρώτων χρόνων της Κατοχής. Η φωτογράφιση στρατιωτών σε τοπικά φωτογραφεία αποτελούσε συνηθισμένη πρακτική της εποχής, ως αναμνηστικό πριν ή μετά τη στρατιωτική υπηρεσία και την αναχώρηση για το μέτωπο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφημιστική πινακίδα της Kodak στη δεξιά πλευρά της εικόνας, στοιχείο που αποτυπώνει τη σύνδεση του τοπικού φωτογραφείου με τη σύγχρονη φωτογραφική τεχνολογία και την εμπορική φωτογραφική κουλτούρα της εποχής.
Τα πρόσωπα της φωτογραφίας παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστα. Κάθε πληροφορία που θα μπορούσε να συμβάλει στην ταυτοποίησή τους ή στην τεκμηρίωση της εικόνας θα ήταν πολύτιμη.
Αναμνηστική φωτογραφία πέντε νεαρών στρατιωτών από το αρχείο του φωτογραφείου «Ο Ήλιος» του Δημητρίου Ν. Μητσιάνη στην Άρτα.
Η ενδυμασία και τα στρατιωτικά πηλήκια παραπέμπουν στην περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου και των πρώτων χρόνων της Κατοχής (περ. 1940–1942).
Οι εικονιζόμενοι παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστοι. Πιθανότατα πρόκειται για στρατιώτες που φωτογραφήθηκαν αναμνηστικά πριν ή μετά τη στρατιωτική τους υπηρεσία. Αν κάποιος αναγνωρίζει πρόσωπα ή διαθέτει σχετικές πληροφορίες, θα ήταν πολύτιμη κάθε συμβολή στην τεκμηρίωση του αρχείου.
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.