Στην Κορωνησία για μπάνιο στις αρχές του ‘60

Δεξιά : Αθανάσιος Κ. Κονταξής (Ε.Μ.Π.), Αθανάσιος Γιαννάκης (Ιατρός Ορθοπεδικός), Κων/νος Πετρόπουλος (Νομικός), Ιωάννης Κ. Μπανταλούκας (Α.Σ.Ο.Ε.Ε., Διευθυντής ΙΟΝ), Απόστολος (Λάκης) Μπακαγιάννης (Γεωπόνος- Ιχθυολόγος), Χριστόφ Δημόπουλος (Διοικ. Υπάλλ. Του Φυσικού Τμήματος, Παν. Αθηνών).

Κάτω αριστερά : Χρήστος Ζαρκαλής (Φυσικός), Γεώργιος Μήλιος (Ιατρός Παθολόγος, Διευθυντής Τζανείου, ο 2ος με το τσιγάρο), Ανδρέας Μαστρογιάννης (Γεωπόνος), Άλκης Μπανταλούκας (Ιατρός Ακτινολόγος Νοσοκ. Άρτης), Ναπολέων Πέτσας (Εμπόριο – Αντιπροσωπείες).

Φωτο από αρχείο Τάκη Ζαρκαλή, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς.

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

Το ηφαίστειο στον Αμβρακικό!!!

Στην εφημερίδα ΝΕΟΛΟΓΟΣ του 1876, διαβάζουμε το παρακάτω άρθρο :

“Περί του εν Καραβασαρά Ηφαιστίου φαινομένου

Ένα ηφαίστειο, άξιο προσοχής, παρουσιάστηκε προ ετών στο λιμάνι του Κραβασαρά, όμως οι αρμόδιες αρχές δεν δίνουν καμία προσοχή. Αν δεν βρίσκονταν σταθμευμένος στο λιμάνι εκεί ο αξιωματικός του Ναυτικού  Ανδρέας Α. Μιαούλης, το φαινόμενο θα παρέμενε άγνωστο ποιος ξέρει για πόσο καιρό!

Κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 1847 και τον Φεβρουάριο του 1865, όπως μας πληροφορεί ο κ. Μιαούλης, αναδύθηκε από τον πυθμένα της θάλασσας μαζί με σεισμικές δονήσεις  άφθονος ατμός υδρόθειου, ο οποίος όχι μόνο δεν ενόχλησε τους κατοίκους αλλά θανάτωσε και  πλήθος ψαριών και άλλων θαλάσσιων ειδών μέχρι και το λιμάνι της Πρέβεζας, όπου και επεκτάθηκε το λευκό και γαλακτώδες χρώμα των νερών.

Τέτοιες αναθυμιάσεις θείου συμβαίνουν αρκετά συχνά, ιδιαίτερα όταν φυσάν νότιοι άνεμοι, αλλά πάντα σε μικρή ποσότητα, χωρίς να καταστρέψουν θαλάσσια είδη.

Οι υδρογραφικοί χάρτες του εν λόγω λιμανιού, ακόμη και όσοι δημοσιεύτηκαν προ του 1847, δείχνουν μια τρύπα βάθους 8 οργιές στη θέση όπου γίνεται η ανάδυση του ατμού. Ωστόσο ο Α. Α. Μιαούλης που στάθμευσε στο λιμάνι πριν από μερικούς μήνες, επιχείρησε από επιστημονικό ζήλο κινούμενος, να κάνει αυτοψία στο χώρο κι έτσι ανακάλυψε ότι στη θέση των αναθυμιάσεων υπάρχει ένας κωνοειδής ύφαλος με περίμετρο 800 οργιές, η κορυφή του οποίου απέχει μόλις 2 οργιές και 4 αγγλικά πόδια από την επιφάνεια της θάλασσας κι έτσι ο πυθμένας της θάλασσας ανυψώθηκε κατά 22 πόδια.

Όσον αφορά την θερμοκρασία της θάλασσας, δεν υπήρξε καμία διαφορά. Το έδαφος του ύφαλου αυτού αποτελείται από λεπτά κοχύλια, τα οποία, όπως είπε ο κ. Μιαούλης, δεν μοιάζουν καθόλου με εκείνα που βρίσκονται στις θάλασσες της Μεσογείου, ενώ το υπόλοιπο έδαφος του λιμανιού αποτελείται από λάσπη. Παρατηρήθηκε επίσης ότι τα εργαλεία των ψαράδων που έμειναν για κάποιο καιρό στη θέση αυτή, καλύπτονταν από κάποιου είδους χρώμα θείου.

Είναι φανερό λοιπόν ότι στη θέση αυτή σχηματίζεται μέσω ηφαιστειακής ανάδυσης, νησίδιο που έχει έδαφος από κοχύλια, πράγμα που επιστημονικά είναι πολύ ενδιαφέρον, καθώς από την εξέταση των κογχυλιών μπορεί να καθοριστεί ποιας γεωλογικής εποχής είναι το ανυψούμενο έδαφος. Γι’ αυτό παρακάλεσα τον κ. Μιαούλη να μου προμηθεύσει αν είναι δυνατό, μια μικρή ποσότητα κογχυλιών για εξέταση η οποία μάλιστα θα γίνει με την απαιτούμενη ακρίβεια  αφού θα στείλω ένα μέρος απ’ αυτά στην Ακαδημία Επιστημών των Παρισίων, όπου και ανέφερα ήδη το γεγονός, στέλνοντας μαζί και ένα  διάγραμμα από το σκίτσο που μου απέστειλε ο κ. Μιαούλης.

Κέρκυρα, 17 Αυγούστου 1876

Ι. Δ. ΚΙΓΑΛΛΑΣ”

Στη φωτογραφία ένα απόσπασμα από το άρθρο της εφημερίδας….

Δημοσιεύθηκε στη Ξεφυλλίζοντας παλιές εφημερίδες....... | Σχολιάστε

Κατασκευή αυλακιού στο Δίστρατο…

Γυναίκες προσφέρουν προσωπική εργασία για τη διάνοιξη αυλακιού για το Σιάντο – Συνιάγκο. Τρίτη στη σειρά η Αθανασία Βάσιου και πρώτος ο Μήτρο Βάσιος. (Πηγή : ΤΟ ΔΙΣΤΡΑΤΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, Χ. Ντάλας, Αθήνα, 2008)

Περισσότερα για την “Προσωπική εργασία” μπορείτε να διαβάσετε στο λινκ https://doxesdespotatou.com/i-prosopiki-ergasia/

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Ανδρογυναίκες οι Ηπειρώτισσες……

“Η προσωπική εργασία πρέπει να παύση. Η οδοποιία να δίδηται εις εργολάβους και μάλιστα εγχωρίους κτίστας, μεταχειρίζοντας Γκέγκηδες δι’ ισοπεδωτικάς εργασίας. Ούτοι είναι φιλοπονώτατοι εργαζόμενοι ευσυνειδήτως. Ας το ομολογήσωμεν ότι ο Ηπειρώτης δεν είναι επιτήδειος εις τας σκαπτικάς εργασίας. Προτιμά να μεταχειρίζηται την γυναίκα. Αι γυναίκες σκάπτουσι τους αγρούς και τας αμπέλους, αι γυναίκες φορτώνονται τα ξύλα, αι γυναίκες με την ράχιν των πηγαίνουν το άλεσμα εις τον μύλον και τόσα άλλα έργα κάμνουσι με την ράχην των. Ο ανήρ μετέρχεται άλλα επιτηδεύματα εκτός του οίκου.

Αχθοφόροι γυναίκες εις ουδέν μέρος του κόσμου υπάρχουσιν. Εν τη πόλι των Ιωαννίνων υπάρχουσιν υπέρ τας 20 γυναίκας μετερχόμεναι  τον αχθοφόρον εν τη αγορά. Εν Ζαγορίω μαζί με τα προικώα φορέματα δίδεται και τριχιά διά το ζαλίκωμα, τουτέστι διά το φόρτωμα….Η παρεκβολή αύτη θα σας κάμη να πιστεύσητε τα όσα προσφάτως ανέφερα περί της εκτρώσεως γυναικός εν τω δρόμω Δρίσκου. Μολονότι και άνδρες υπήρχον, ουδείς κατεδέχετο  να μεταφέρη με την ράχιν πέτρας. Ευρέθη η ράχις της γυναικός και χωρίς να λάβουν υπ’ όψιν την κατάστασίν της την εφόρτωσαν τόσον πολύ, ώστε έπαθεν έκτρωσιν”. (Πηγή : Εφημερίδα ΝΕΟΛΟΓΟΣ, 31 Ιανουαρίου 1876

Στη φωτογραφία της Βούλας Παπαιωάννου “Ήπειρος, 1947 – Γυναίκες εργάζονται στην κατασκευή δρόμου”. (Πηγή : Μουσείο Μπενάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Τοπίο στο Λούρο!

Τοπίο με πλατάνια στο Λούρο ποταμό, την δεκαετία του ’60. Φωτογραφία του Απόστολου Βερτόδουλου από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννινα, 1995.

Δημοσιεύθηκε στη Περί Τμήματος Καραβοσαρά και Λάκκας | Σχολιάστε

Μαγγανοπήγαδο στη Φιλιππιάδα!

Μαγγανοπήγαδο σε φυτώριο στη Φιλιππιάδα το 1938, σε φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή. Το μαγγανοπήγαδο ήταν ένα μηχάνημα για άντληση νερού από πηγάδι που πήρε τ’ όνομά του από την αντλία ή μαγγάνι. Ήταν ένα σύστημα άντλησης νερού από πηγάδι με συνδεδεμένους σε κλειστή αλυσίδα πολλούς κάδους η οποία κινείται από έναν μεγάλο περιστρεφόμενο τροχό με τη χρήση τής δύναμης ανθρώπου ή ζώου. Χρησιμοποιήθηκε για το πότισμα περιβολιών ή χωραφιών.

Η φωτογραφία αναρτάται για πρώτη φορά και είναι από τη συλλογή Γεωργίου Δ. Καρρά.

Δημοσιεύθηκε στη Περί Τμήματος Καραβοσαρά και Λάκκας | Σχολιάστε

Τα γενέθλια του Καμπαναριού της Φιλιππιάδος

Η ιστορία του καμπαναριού του Αγίου Βησσαρίωνα στη Φιλιππιάδα, όπως τη διηγήθηκε ο Σωτήρης Γεωργάκης, γιός του Βασίλη Γεωργάκη που το κατασκεύασε :

“Το έτος 1912—13 μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Κοινότητας Φιλιππιάδας εδημοπράτησε την ανέγερση κωδωνοστασίου στον καθεδρικό ναό του Αγίου Βησσαρίωνος τής Κοινότητος.

Υπέβαλε τα σχετικά της Δημοπρασίας (αρχιτεκτονικό προϋπολογισμό) στην τεχνική Υπηρεσία του Μεσολογγίου, όπου υπήγετο, προς έγκρισιν και δημοπράτησιν της κατασκευής. Μεταξύ των υποβληθεισών 5—6 προσφορών ήταν και του πατέρα μου Βασιλείου X. Γεωργάκη εμπειροτέχνου από τα Πράμαντα, προϋπολογισμού 60 ή 65 χρυσά ναπολεόνια. Τη Μελέτη συνέταξε ο ίδιος.

Επειδή δεν υπήρχαν τότε τσιμέντα και η όλη εργασία θα ήταν λεπτοκαμωμένη, όπως φαίνεται στη φωτογραφία η τετραώροφη κατασκευή, που έπρεπε να αντέχει στους δυνατούς ανέμους και σε σεισμούς ετοίμασε επί του εδάφους τις κολώνες. Έχυσε με μολύβι πύρους σε καλούπια και άνοιξε τρύπες και συνέδεσε άνω και κάτω περνώντας τούς πύρους στις τρύπες αυτές. (Παρένθεση: Για την προμήθεια διαφόρων υλικών από τα Γιάννινα, ο πατέρας μου αγόρασε ένα κάρο και έστελλε τον αδελφό μου μ’ αυτό στην πόλη· σε κάποια διαδρομή από Φιλιππιάδα για τα Γιάννινα εκεί κοντά στην Παντάνασσα, ο αδελφός μου συνάντησε στο δρόμο έναν τεχνίτην φορτωμένο μ’ ένα τσουβάλι εργαλεία, σφυριά, κοπίδια κλπ. βάρους 15—20 οκάδων. Ο τεχνίτης εκείνος παρακάλεσε τον αδελφό μου να τον πάρει στο κάρο αφού κι αυτός πήγαινε για τα Γιάννινα. Πρόθυμος ο αδερφός μου τον πήρε και σαν ανέβηκε στο κάρο τον ερώτησε:

— Από που είσαι;

—Εκ Ραφταναίων! απάντησε εκείνος. Στους Ραφταναίους οι κάτοικοι μιλούν… την καθαρεύουσα.

—Και από πού έρχεσαι; τον ξαναρωτάει ο αδερφός μου.

—Εξ Άρτες! απαντάει εκείνος.

Τότε του λέει ο αδερφός μου:

—Άκου να σ’ πω: Πέντε Πηγάδια έχω ακούσει αλλά εξ Άρτες πρώτη φορά ακούω. Κατέβα κάτω και πήγαινε με τα πόδια στα Γιάννινα, και του πέταξε τα εργαλεία στο δρόμο.

— Ή θα κουβεντιάσεις όπως όλοι στα χωριά μας ή θα πας με τα πόδια. Κλαψούριζε εκείνος και υποσχέθηκε πως θα μιλεί, όπως όλοι οι χωριανοί των χωριών μας. Κλείνει ή παρένθεση).

Όταν στήθηκε το καμπαναριό της Φιλιππιάδας, η Εκκλησιαστική Επιτροπή δυστροπούσε να εξοφλήσει το λογαριασμό του πατέρα μου γιατί φοβόταν, πως με τα χτυπήματα της καμπάνας θα σωριαζόταν το καμπαναριό στο έδαφος. Και τότε ο πατέρας μου ανέβασε τον αδερφό μου επάνω και τους είπε:

—Εγώ θυσιάζω το παιδί μου, γιατί έχω εμπιστοσύνη ότι θα μείνει ακλόνητο στην θέση του. Εσείς χτυπάτε την καμπάνα όσο θέλετε. Έτσι κι έγινε.

Έτσι τέλειωσε η εξόφληση του λογαριασμού. Πέρασαν από τότε εβδομήντα πέντε χρόνια. Το καμπαναριό μένει ακλόνητο, παρ’ όλους τους σεισμούς με επίκεντρο τη Λευκάδα, την Πρέβεζα και τη γύρω περιοχή και παρ’ όλους τους δυνατούς αγέρηδες από τον Πίνδο και τα Τζουμέρκα”. (Άρθρο του Σωτήρη Γεωργάκη στο περιοδικό Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 149, 1989)

Στη φωτογραφία το πανέμορφο καμπαναριό του Αγίου Βησσαρίωνα σε φωτογραφία του Α. Βερτόδουλου, Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννινα, 1995)

Δημοσιεύθηκε στη Περί Τμήματος Καραβοσαρά και Λάκκας | Σχολιάστε

…μια Αρτηνιά στην αυλή του σπιτιού της!

Μια κούκλα Αρτηνιά, η Άννα Κ. Γιαννή – Τζούνακα, πλέκει στην αυλή του σπιτιού της. Στα σκοινιά απλωμένη η μπουγάδα να στεγνώσει……. (Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

….και η αυλή στη μεταπολεμική Άρτα!

Στη μεταπολεμική Άρτα οι αυλές δεν άλλαξαν ρόλο. Στον ανοιχτό και συνήθως περιφραγμένο χώρο, στρωμένο συνήθως με χώμα ή τσιμέντο, η ζωή, των Αρτινών κυρίως γυναικών, κυλούσε  απλή μα γεμάτη από  χρώματα  και συναισθήματα. Τα μονώροφα λευκά σπιτάκια, με τη φλυαρία του κατωφλιού, την κληματαριά και εν γένει την λαϊκή αρχιτεκτονική είχαν την δική της ψυχική αρχοντιά. Οι αυλές της πάνω πόλης μοσχοβολούσαν ασβέστη και λουλάκι καθώς οι νοικοκυρές συναγωνίζονταν η μία την άλλη στην τέχνη του ασβεστώματος, ιδιαίτερα πριν έρθει το Πάσχα και μοσχομύριζαν αρμπαρόριζα και βασιλικό.

Σιγά – σιγά, από τη δεκαετία του ’80 και μετά οι αυλές υποχώρησαν στην πίεση της πολυκατοικίας. Η μάχη του τσιμέντου και της άνετης διαβίωσης έχει αποβεί μοιραία υπέρ της πολυκατοικίας και κατά της πολυτραγουδισμένης αυλής. Η οποία διατήρησε το κύρος και τον ρομαντισμό της, αντιστάθηκε όσο περισσότερο μπορούσε, ακόμη και στις μεταπολεμικές δεκαετίες για να υποχωρήσει οριστικά στα κύματα της αστυφιλίας και της εμπορευματοποίησης. Το συναίσθημα και ο ενθουσιασμός του καινούργιου όμως, μοιραία θα δώσουν κάποτε την θέση τους στη νοσταλγία. Έτσι συνέβη και με τις αυλές!!!!

Στη φωτογραφία “Αυλή στα Μελισσουργιώτικα” το 1955. Στην αυλή η Κατίνα Νικολάου – Κούτσικου γνέθει με τη ρόκα της. Στο παράθυρο η Όλγα Νικολάου – Τσιμπλή στο δωμάτιο με τον αργαλειό…(Φωτο από αρχείο Άικατερίνης (Κατίνας) Νικολάου – Κούτσικου)

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Η αυλή στα παλιά αστικά σπίτια της Άρτας

Η αυλή στην οποία η οικογένεια περνούσε το περισσότερο χρόνο κατά την διάρκεια της μέρας ήταν πολύ φροντισμένη και καλλωπισμένη . Στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν πλακόστρωτη με ακανόνιστες πλάκες και αρμούς καλυμμένους με ασβέστη. Τα ασβέστινα αυτά περιγράμματα ονομαζόταν «γράμματα». Ήταν πολύ συνηθισμένη η φράση «θα κάμωμεν τα γράμματα» που σήμαινε θα ασβεστώσουμε εκ νέου τους αρμούς στις πλάκες. Στην αυλή υπήρχε συνήθως ένα πηγάδι με κυλινδρικό λίθινο «προστομιαίον»  το οποίο μερικές φορές είχε και στέγασμα σαν κιόσκι καθώς και πολλά δέντρα, κυρίως εσπεριδοειδή, λεμονιές, νεραντζιές και πορτοκαλιές.

«‘Η αυλή παίζει τον κυριώτερον ρόλον εις τον καθ’ ημέραν βίον εκάστου ελληνικού σπιτιού. Είνε και αυτή εις κατοικήσιμος χώρος από τους μάλλον σημαίνοντας. Διά τον λόγον τούτον προς εξωραισμόν της αυλής καταβάλλεται όλως ιδιαιτέρα φροντίς. Το πλακοστρωμένον δάπεδον αυτής με το εν είδει περιπτέρου εστεγασμένον φρέον εις το μέσον, τα διάφορα παζούλια και ο φυτικός διάκοσμος πάντα ταύτα εν συνδυασμώ με την μεγαλοπρεπή κλίμακα της κυρίας όψεως του σπιτιού εις το βάθος προσδίδουσι μίαν μαγευτικήν αρμονίαν εις το σύνολον και καθιστώσι την αυλήν το μάλλον ευχάριστον ενδιαίτημα κατά τας ώρας του θέρους», (Ζάχος, 1926) [Πηγή : ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΣΤΙΚΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ, Α. Καρρά, Άρτα, 2022]

Στη φωτογραφία άγνωστου δημιουργού “Άρτα, άποψις της αυλής διά του στενού”. (Πηγή : https://www.searchculture.gr/)

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε