27 Νοεμβρίου 1881. Εφημερίς της Κυβερνήσες.Απογραφικοί πίνακες των κατοίκων των προσαρτηθεισών νέων χωρών Θεσσαλίας και Ηπείρου. (Από το αρχείο του κ. Μίμη Χριστοφιλάκη)


27 Νοεμβρίου 1881. Εφημερίς της Κυβερνήσες.Απογραφικοί πίνακες των κατοίκων των προσαρτηθεισών νέων χωρών Θεσσαλίας και Ηπείρου. (Από το αρχείο του κ. Μίμη Χριστοφιλάκη)


Καγκελάρι – Χορευτικό δρώμενο. Ένας χορός μοναδικός, ένας χορός ξεχωριστός, αλλιώτικος από τους άλλους, ένας χορός κυκλικός γύρω – γύρω στη μεγάλη πλατεία, ένας χορός με περίεργη χορογραφία.
Αντίφωνο το τραγούδι. Οι μπρπστάρηδες λένε τα λόγια και επαναλαμβάνουν με ρυθμό οι παραπίσω και οι γυναίκες. Τα βιολιά περιττεύουν, μόνο ανθρώπινες φωνές ακούς….
Στη φωτογραφία “1940 – Χορός στην πλατεία με τσολιάδες. Από αριστερά : Αλέκος Λάμπρης, Ανδρέας Τσάγκας και τέταρτος Παντελής Δημόπουλος”.

Σεβασμός στους γεροντότερους. Ο πιο έμπειρος, ο πιο μερακλής στο ρόλο του Μπαιρακτάρη, που πρωτοστατεί στον κύκλο και κανονίζει τις δίπλες και το σταυροκάγκελο. Ο παππάς ξεκινάει το χορό, μετά οι γεροντότεροι και οι Αρχές του χωριού, οι άνδρες, οι γυναίκες και τέλος τα παιδιά.
Στη φωτογραφία “1965 – Οι ιερείς ξεκινούν το καγκελάρι. Μπροστά ο παπα – Γιάννης Οικονόμου, συνοδεία οργάνων”. (Πηγή φωτογραφιών : ΡΟΔΑΥΓΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΤΕΣ, Χ. Σταύρος, Άρτα, 2020)

Άποψη της Άρτας το 1780, σε σκίτσο του LOUIS-FRANÇOIS CASSAS. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα και πιο παλιά σκίτσα της πόλης , σε πραγματικό χρόνο, που έχουν διασωθεί… (Πηγή :ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΟΥ LOUIS-FRANÇOIS CASSAS ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΤΑ ΤΟ 1780, Α. Καρρά, Άρτα, 2022)

“Τα όρια της δικαιοδοσίας του Γαλλικού Προξενείου της Άρτας εκτείνονταν από τις σημερινές νότιες αλβανικές ακτές μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο, περιλάμβανε δε και μια σειρά από υποπροξενεία που υπάγονταν σ’ αυτό : της Σαγιάδας, της Ναυπάκτου, της Λευκάδας, του Μεσολογγίου, της Αυλώνας και της Πρέβεζας. Η παρουσία στην περιοχή των Βενετών αφ’ ενός και των Γάλλων αφ’ ετέρου, είτε σαν έμποροι είτε σαν διπλωματικοί παράγοντες ή ακόμη και σαν λιποτάκτες, αντανακλά τις ευρύτερες διεργασίες που αναπτύσσονταν στο σταυροδρόμι της Δύσης και της Ανατολής…” (Πηγή : Γάλλοι Λιποτάκτες στην Άρτα τον 18ο αιώνα, Α. Καρρά, Άρτα, 2025)
Στη φωτογραφία “Χάρτης, πιθανόν του 1720, με τις ακτές του Γαλλικού Προξενείου της Άρτας (ANF, B I 170)”, [Σιορόκας, 1981]

“Η εργασία που ακολουθεί φέρνει στο φως ένα ελάχιστα γνωστό αλλά εξαιρετικά γοητευτικό επεισόδιο της ιστορίας της Άρτας τον 18ο αιώνα: τη λιποταξία Γάλλων στρατιωτών από τον βενετικό στρατό και τη συγκινητική – όσο και πολιτικά φορτισμένη – περίθαλψή τους από το γαλλικό προξενείο της πόλης. Σε μια Άρτα πολύχρωμη και πολυφωνική, όπου διασταυρώνονταν οι πορείες Οθωμανών αξιωματούχων, Ελλήνων εμπόρων, Ευρωπαίων διπλωματών, ναυτικών και στρατιωτών, η παρουσία των λιποτακτών αποκαλύπτει όχι μόνο τα ανθρώπινα αδιέξοδα της εποχής αλλά και τις λεπτές ισορροπίες εξουσίας και πολιτικής στους κόλπους της Οθωμανικής Ηπείρου.
Η μελέτη βασίζεται κυρίως στο σπουδαίο έργο του Γεώργιου Σιορόκα, “ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ (1702–1789)”, έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Ιονίου και Αδριατικού Χώρου (1981), που αποτελεί συνέχεια της διδακτορικής του διατριβής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Με ερευνητική επιμέλεια και αξιοσημείωτη διεισδυτικότητα, ο Σιορόκας αξιοποίησε πλούσιο υλικό από τα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας και το Εμπορικό Επιμελητήριο της Μασσαλίας, φέρνοντας στο φως αλληλογραφία προξένων και ντοκουμέντα που συνθέτουν έναν πολύτιμο καμβά ιστορικής πληροφόρησης.
Καθώς το βιβλίο έχει πια γίνει σπάνιο, κρυμμένο στις σιωπηλές βιβλιοθήκες και στα ράφια παλαιοβιβλιοπωλείων, τούτη η εργασία έρχεται να ξεσκονίσει μια από τις πιο αθέατες πτυχές του: το κεφάλαιο των Γάλλων λιποτακτών στην Άρτα. Μέσα από την εξερεύνηση αρχειακών πηγών και επιστολών, αναδύεται μια σχεδόν άγνωστη όψη της Άρτας – μιας πόλης όπου, τον 18ο αιώνα, συνωστίζονταν φιγούρες αλλόκοτες και καθημερινές, πρόσωπα της Ιστορίας και της λήθης: αξιωματούχοι, έμποροι, στρατιώτες, λιποτάκτες και πρόξενοι, όλοι συνυφασμένοι στο αδιόρατο δίχτυ των διεθνών σχέσεων, της ανάγκης και της επιβίωσης”. Αναστασία Καρρά
Μπορείτε να διαβάσετε την εργασία εδώ
ή στο λινκ https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2025/12/Γάλλοι-Λιποτάκτες-στην-Άρτα-τον-18ο-αιώνα.pdf

Κατάθεση στεφάνου από τον μαθητή της ΣΤ’ τάξης του Γυμνασίου Άρτης Αποστόλη Τρομπούκη, στο Μνημείο Πεσόντων του 1897, στις 14 Μαρτίου 1968. (Φωτο από αρχείο Α. Τρομπούκη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς).

Ο Pierre Quillard, ανταποκριτής του περιοδικού “L’lllustration” στον πόλεμο του 1897, καταγράφει την εμπειρία του στο τεύχος n° 2823 (3-4-1897), σσ. 255. Ο Quillard ξεκινά το οδοιπορικό του προς το μέτωπο από το Μεσολόγγι , όπου έφτασε στις 19 Μαρτίου 1897.
“ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ
Η συγκέντρωση των ελληνικών στρατευμάτων στα σύνορα συνεχίζεται με όση ταχύτητα επιτρέπουν η ανεπάρκεια των συγκοινωνιών και η κακή κατάσταση των δρόμων. Από την Αθήνα προς τη Θεσσαλία, είναι ακόμη σχετικά εύκολο να μεταφερθούν άνδρες και πυρομαχικά με πλοίο ως τον Βόλο, και από εκεί με το τρένο προς τη Λάρισα, τα Τρίκαλα και την Καλαμπάκα· όμως για να φτάσει κανείς στην Ήπειρο, οι δρόμοι είναι πιο μακριοί και πιο δύσβατοι. Δεν υπάρχει μεγάλο λιμάνι κοντά στην Άρτα και αναρωτιέται κανείς πώς ο ελληνικός στρατός κατάφερε να περάσει το πυροβολικό του μέσα από τους κατεστραμμένους δρόμους που οδηγούν από τις σκάλες του Καραβασαρά, του Μενιδίου και της Κόπραινας στην πρωτεύουσα της Ηπείρου. Όσο για τη χρήση του σιδηροδρόμου Κρυονερίου–Αγρινίου, δεν μπορεί κανείς να το σκεφτεί για μεγάλα στρατιωτικά τμήματα: το τροχαίο υλικό είναι κακής ποιότητας και σε μικρό αριθμό. Όμως ο ελληνικός λαός αναπληρώνει τους απόντες πόρους με θαύματα ενεργητικότητας, ευρηματικότητας και καλής διάθεσης· δεν μπορεί κανείς να φανταστεί πιο τέλειο παράδειγμα αυτοθυσίας και αφοσίωσης· η σύμπνοια μεταξύ αξιωματικών και στρατιωτών, οι οποίοι επιβάλλουν στους εαυτούς τους μια αυστηρότατη πειθαρχία σε μια χώρα όπου η ιεραρχία δεν υπάρχει, προκαλεί πρώτα έκπληξη και έπειτα θαυμασμό στον Γάλλο περαστικό, συνηθισμένο σε άλλα στρατιωτικά ήθη.
Μεσολόγγι, Παρασκευή βράδυ, 19 [Μαρτίου]
Άφιξη τη νύχτα με καταρρακτώδη βροχή· ένα παιδάκι παίρνει τις αποσκευές μου. Βουλιάζουμε στις λάσπες και τις νερολακούβες μέχρι το ξενοδοχείο «Byron». Ο ξενοδόχος με κοιτάζει καχύποπτα· με μεγάλη δυσκολία δέχεται να μου δώσει, όχι δωμάτιο, αλλά ένα κρεβάτι για τη νύχτα. Έμαθα αργότερα ότι με πέρασε για Γερμανό· αναρωτιόταν – ενώ έτρωγα σε ένα κοντινό ταβερνάκι ένα βάρβαρο φαγητό ποτισμένο με ρετσίνα – αν έπρεπε να με πετάξει έξω. Του εξήγησα τελικά ότι είμαι Γάλλος και φιλέλληνας· χαμογέλασε, ζήτησε συγγνώμη και μου μίλησε για τον Μπάιρον.
Από το Αγρίνιο στον Καραβασαρά, Σάββατο 20 Μαρτίου 1897, 3 μ.μ. – 10 μ.μ.
Σε κανονικές συνθήκες, είναι δυνατόν να πάει κανείς από το Αγρίνιο στην Άρτα σε δώδεκα ώρες· γίνεται στάση στον Καραβασαρά. Τώρα είναι σχεδόν πόλεμος· οι αμαξάδες φοβούνται μήπως τους επιτάξουν τα άλογα και εκμεταλλεύονται – όπως αρμόζει – την κατάσταση για να ζητούν υπέρογκα ποσά. Ύστερα από τρεις ώρες διαπραγματεύσεων, ο εξαιρετικός κ. Μπαΐμπας Τριανταφυλλίδης (Baibas Triandaphyllidės), επιφανής πολίτης του Αγρινίου, πείθει έναν από αυτούς να δεχτεί περίπου τετραπλάσια από την κανονική τιμή για να με πάει ως την Άρτα· υπόσχομαι να αποτρέψω την επίταξη των αλόγων και να ‘μαι λοιπόν μέσα σε μια ανασφαλή άμαξα, με δύο καχεκτικά άλογα. Στο κάθισμα κάθεται ένας αμαξάς 18–20 χρονών και ένα παιδί 10 ετών, γιος του ιδιοκτήτη, που πότε-πότε πηδά κάτω και τρέχει μπροστά από την άμαξα – γιατί προφανώς πρόκειται για πρώην γαμήλια άμαξα που το ‘σκασε από το δάσος της Βουλόνης – για να ελέγξει την κατάσταση του δρόμου και να εξετάσει τις λακκούβες. Μάταιος κόπος· αν δεν συναντούσαμε μερικά πρόθυμα παλικάρια να μας βοηθήσουν να σπρώξουμε τους τροχούς, δεν θα είχαμε προχωρήσει ούτε τα 6 πρώτα χιλιόμετρα. Τώρα τα άλογα «πετάνε»· κατεβαίνουν κατηφόρες και ανεβαίνουν ανηφόρες καλπάζοντας, αναστατώνοντας σειρές από μουλάρια που μεταφέρουν όπλα και πυρομαχικά στα σύνορα και διασχίζουν θριαμβευτικά τη σιδερένια γέφυρα στον Αχελώο. Η νύχτα πέφτει, πυκνή, βαριά με καταιγίδα, χωρίς φεγγάρι, χωρίς αστέρια. Η βροχή πέφτει σχηματίζοντας ποτάμια· ο αμαξάς μαντεύει το δρόμο, έναν βάλτο ανάμεσα σε βάλτους· αφού δεν έχει φανάρι, φωτίζει στα πιο δύσκολα σημεία με σπίρτα αντί για δαυλούς· οι ρόδες βουλιάζουν στην άμμο· κάθε λίγο πρέπει να σταματάμε, να ξεσφηνώνουμε την άθλια παλιά άμαξα, που κολλάει και μπάζει από παντού. Ένα δυνατό τράνταγμα: οι δύο αριστερές ρόδες είναι σε χαντάκι· αλλά ο αμαξάς είναι τόσο ψύχραιμος και υπομονετικός όσο κι ο πελάτης του, παρά την προοπτική μιας νύχτας στην ύπαιθρο, στη βροχή. Μετά από μισή ώρα προσπαθειών, η άμαξα ξεκινά για τελευταία φορά· μερικά φώτα φαίνονται στο βάθος μιας κοιλάδας· τα άλογα ξαναπετάνε και φτάνουν ζωντανά στον Καραβασαρά. Η πόλη αυτή, που σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία έχει δύο χιλιάδες κατοίκους, έχει τώρα έναν πλωτό πληθυσμό από δώδεκα έως δεκαπέντε χιλιάδες άνδρες. Πολλοί στρατιώτες κοιμούνται στο δρόμο, ξαπλωμένοι κατά μήκος των τοίχων. Ευτυχώς, ο κ. Σταΐκος, στον οποίο με είχαν συστήσει, μου προσφέρει ένα κρεβάτι, τη στιγμή που έβαζα όλη μου την ρητορική δεινότητα για να με δεχτούν, ενδέκατο στη σειρά, σ’ ένα στενό πανδοχείο που αντηχούσε από το ρυθμικό ροχαλητό δέκα κουρασμένων πυροβολητών.
Καραβασαράς, Κυριακή 21 Μαρτίου 1897.
Είχα ελπίσει να φύγω στις 8 για την Άρτα· μάταιη ελπίδα: ο αμαξάς ήρθε να με πληροφορήσει πως οι στρατιωτικές αρχές επίταξαν τα ζώα του. Όλες οι προσπάθειες για να τα πάρω πίσω είναι μάταιες: σε λίγο θα τα δω να σέρνουν ένα πυροβόλο μέχρι να φτάσουν τα άλογα που αγόρασε η ελληνική κυβέρνηση στην Ουγγαρία. Ο λοχαγός που τα κατέσχεσε δέχεται να μεσολαβήσει ώστε να με πάρει το απογευματινό ταχυδρομικό όχημα· είναι μια μεγάλη καθυστέρηση μισής μέρας : δεν θα πάει πάντως χαμένη. Στους στενούς, κακοστρωμένους ή μη πλακοστρωμένους δρόμους περιφέρεται ένα θορυβώδες και ταυτόχρονα ήρεμο πλήθος από στρατιώτες με στολή, εφέδρους ακόμα χωρίς στολή, που τους ξεχωρίζει κανείς από τα φυσίγγια χιαστί πάνω στο στήθος και απλοί περίεργοι που παρακολουθούν την εκφόρτωση των πυρομαχικών και κοιτούν με έκπληξη, πάνω στη σκάλα, έναν ηλεκτρικό προβολέα — ένα τέρας άγνωστο και παντοδύναμο. Πάνω απ’ αυτό το πολύχρωμο πλήθος αιωρείται η πνιγηρή μυρωδιά που χαρακτηρίζει τις πόλεις της Ανατολής: λίπος προβάτου, ταγγισμένο λάδι, μπαγιάτικη μυρωδιά από κρέατα στους πάγκους των χασάπηδων, πικάντικο άρωμα από μπαχαρικά, σκόνη και σάπια πορτοκάλια…….(Συνεχίζεται). [Πηγή : “SUR LA FRONTIÈRE D’ÉPIRE”, P. Quillard , “L’lllustration”, n° 2823 (3-4-1897), σε μετάφραση Α. Καρρά]
Στη φωτογραφία το εξώφυλλο του περιοδικού με την ανταπόκριση του Pierre Quillard.

Διπλός χορός στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία στη Ροδαυγή, το 1960, στην αυλή από το εκκλησάκι. Στον έξω κύκλο μπροστά η Ελένη Αρ. Μάνου και στον μέσα μπροστά η Ευγενία Ν. Καλλιμογιάννη.
Αυτά τα τόσο όμορφα πανηγύρια, τα τόσο όμορφα γλέντια, δεν γίνονται σήμερα στις αυλές από τις εκκλησίες και τα ξωκλήσια, όπως κάποτε. Δεν γίνονται κάτω από τα καταπράσινα, αιωνόβια δέντρα ή τα ίσκια από τις φτέρες. Οι πανηγυριώτες δεν κάθονται στο γρασίδι και στα πέτρινα πεζούλια. Τα ντόπια βιολιά δεν ακούγονται. Χάθηκαν κι οι ντόπιοι καλλίφωνοι τραγουδιστές. Ελάχιστοι έχουν μείνει έως κανένας….
(Η φωτογραφία είναι από το Λεύκωμα ΡΟΔΑΥΓΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΤΕΣ, Χ. Ζ. Σταύρος, Άρτα, 2020).

“Το Κορφοβούνι είχε πάρα πολλούς και καλούς οργανοπαίκτες (μουσικούς και ωραίες κομπανίες) : Ο (Μήτρο) Δημήτριος Γιαννέλος – κλαρίνο, ο Απόστολος Τραπέλας – κλαρίνο, ο Νικόλαος Γρηγ. Αθανασίου – βιολί, ο Φώτης Κέφης – βιολί, ο Μάνθος Παππάς – βιολί, ο Ιωάννης Γιαννούκαρης – κλαρίνο, ο Κωστάρας – βιολί, ο Κων/νος Στ. Παππάς – ντέφι (νταιρέ).
Οι τελευταίες κομπανίες ήταν : Η κομπανία των “Ντλέων”, όπως την έλεγαν, η οποία αποτελούνταν από τα τρία αδέλφια, τον Κωνσταντίνο που έπαιζε κλαρίνο, τον Αποστόλη που έπαιζε βιολί και τον Δημήτρη που έπαιζε λαούτο. Ήταν παιδιά του Ηλία Ντούλα Παππά, απ’ όπου πήρε το όνομα και η κομπανία.
Η κομπανία του Βησσαρίου Γιαννούκαρη με τον Βησσάρη Γιαννούκαρη στο κλαρίνο, τον Βαγγέλη Βησαρ. Γιαννούκαρη στο βιολί κι αργότερα κλαρίνο και τον Δημήτρη Αθανασίου στο λαούτο κι αργότερα κιθάρα.
Η τρίτη κομπανία ήταν με τον Χρήστο Γ. Παππά στο κλαρίνο, τον Ιωάννη Βάσιο στο λαούτο και τους Φώτη Κ. Παππά και Γεώργιο Δ. Νάτσιο στο βιολί.
Η τελευταία κομπανία ήταν του Βαγγέλη Βησαρ. Γιαννούκαρη.
Τα όργανα, οι οργανοπαίκτες σιγά – σιγά χάθηκαν, διαλύθηκαν οι κομπανίες. Σήμερα δεν υπάρχουν ντόπιες κομπανίες στο Κορφοβούνι. Έρχονται ξένοι, σύγχρονοι, με σύγχρονα όργανα και μέσα….”. (Πηγή : ΚΟΡΦΟΒΟΥΝΙ (ΜΠΡΕΝΙΣΤΑ) ΑΡΤΑΣ, Κ. Ν. Κοκκινέλης, Αθήνα, 2013)
Στη φωτογραφία από το ίδιο βιβλίο “Χορός με την κομπανία του Βησσαρίου Γιαννούκαρη στο πανηγύρι στο Κορφοβούνι”.

Πίνακας του Τάκη Βαφιά που απεικονίζει την παραλία στο Μενίδι. (Φωτο από τη συλλογή Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα)
