Ένα χρονογράφημα για το Κομπότι του 1894! (β΄μέρος)

Πρόκειται για το β’ μέρος του χρονογραφήματος για το Κομπότι που είχε γράψει στην εφημερίδα “ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ” ο γυμνασιάρχης Κων/νος Μόραλης, πατέρας του ζωγράφου Γιάννη Μόραλη.

“……Οπόσον κακόν όμως επροξένησεν η καταστροφή τοιαύτης οικίας! Οποίαν λήθην επέφερε μεταξύ των χωρικών. Οι νεώτεροι, εάν μη μανθάνωσι περί Σκουφά παρά των πρεσβυτέρων, ουδέ καν το όνομα αυτό θα ήξευρωσι. Και αν υπάρχει αίσθημα μεταξύ τινων ολοτελώς θα αποσβεσθή συν τη επαράτω καθ’ όλα του χωρίου καταπτώσει.
Επί του παρόντος όμως τι δύναται καλόν να συμβή; Κατά την ιδικήν μας ταπεινήν γνώμην δέον δια συλλογής εράνων, τη πρωτοβουλία των τα πρώτα φερόντων του νομού, δια συνδρομής δε και της σεβ. κυβερνήσεως, να ανεγερθή επί του χωρίου ανδριάς και στηθή εις περίοπτον θέσιν, ίνα ούτω αυξάνη την αγάπην των αγαθών και λυσιτελών πράξεων, ίνα δοξάζη το χωρίον, τιμή και γεραίρη την Ήπειρον την βλαστήσασαν και βλαστάνουσαν τόσους περιφανείς βλαστούς. Ο δε εν τω πανεπιστημίω καθηγητής κ. Σ. Λάμπρος περί ανδριάντων ομιλών:
«Δεν υπάρχει (λέγει) ωραιότερον κόσμημα διά τας πόλεις των ανδριάντων εκείνων των ανδρών, οίτινες διά του ηρωισμού αυτών και της φιλοπατρίας, της αρετής ή της πνευματικής μεγαλοφυΐας συνετέλεσαν υπέρ της πατρίδος ή προήγαγον αυτήν άλλως διά της πολιτικής εμπειρίας ή της εν τοις γράμμασι και ταις τέχναις ευδοκιμήσεως ή της οπωσδήποτε διαδόσεως των αγαθών της ειρήνης. Πάσα ίδρυσις ανδριάντος δεν θα είναι μόνον δείγμα ευσεβούς επανόδου εις το παρελθόν, αλλά θα είναι και βήμα παρασκευής του μέλλοντος. Μόνον διά της συνεχείας της ιστορικής παραδόσεως τα έθνη αναδεικνύονται αισθανόμενα τας εις αυτά επιβαλλομένας υποχρεώσεις και μη λησμονούντα τον προορισμόν αυτών. Αν δε είναι αληθέστατον ότι noblesse oblige, ουχ ήττον αληθές είναι ότι η εκτέλεσις των επιβαλλομένων υπό του παρελθόντος υποχρεώσεων προάγει το μέλλον και είναι η βάσις της αληθούς προόδου.
Νομίζομεν ότι αρκούντως κατεδείχθη η ωφέλιμος ίδρυσις ανδριάντος. Μόνον θέλησις χρειάζεται, τα δε λοιπά είναι κατορθωτά. Όπου δε θεωρηθή καλλίτερον προς ανέγερσιν του ανδριάντος, η εν Κομποτίω ή εν Άρτη, εκεί ως στηθή.
Το χωρίον είναι και άλλως ιστορικόν διά την συμπλοκήν, ήτις εγένετο μεταξύ Τούρκων και Φιλελλήνων. Κατά την 10 Ιουνίου του έτους 1822 είχε συγκεντρωθή συμποσούμενος εις 3000 άνδρας ο στρατός του Μαυροκορδάτου εν τη κοιλάδι του Κομποτίου. Ο δε κόμης Νόρμαν κατασκοπών μετά του πρώτου λόχου την μεταξύ της Άρτης και του χωρίου Κομποτίου χώραν, προσεβλήθη υπό τουρκικού ιππικού, όπερ προσεπάθησε να αποχωρίση τους φιλέλληνας από του στρατοπέδου των. Αλλ’ ο Νόρμαν καταφθάνει εις Κομπότι εν δέοντι και παρασκευάζει τα πάντα ταχέως, ώστε αι προσβολαί απεκρούσθησαν.
Μετά τον θάνατον του Γεροστάθη το Κομπότι εδόθη εις τον Αλή πασά τη ενεργεία εντοπίων τινων. Έπειτα περιήλθεν εις την εξουσίαν του αυλικού Μουσταφά πασά. Κατά την προσάρτησιν δε αυτού εις την Ελλάδα εξηγοράσθη υπό του κ. Καραπάνου, εξ ου περιήλθεν εις την κατοχήν της Ηπειροθεσσαλικής τραπέζης, υφ’ ης ήδη διατελεί.
Οι κάτοικοι αυτού πλην ολίγων εξαιρέσεων πένονται. Η πενία όμως αύτη κατά μικρόν ηδύνατο να αποδιωχθή, εάν έτι προθυμότερον ειργάζοντο και αοκνότερον εκαλλιέργουν τας εκτεταμένας χέρσους ανηκούσας εις το χωρίον των. Αντίθεσιν εντελή αποτελεί το χωρίον Πέτα μεθ’ ου έν συγκροτούσι δήμον. Εκεί και περί την καλλιέργειαν της γης και περί τα γράμματα περισσότερον επιδίδονται, ενώ εις Κομπότι με υποκάρδιον θλίψιν παρατηρούμεν την και περί τα δύο αφροντισίαν.
Είναι δε ωφέλιμον να αποθέσωσι την βλαβεράν αμέλειαν και στρέφοντες αφ’ ενός μεν το βλέμμα προς το ένδοξον παρελθόν του χωρίου των, αφ’ ετέρου δε αμιλλώμενοι προς την πρόοδον του Πέτα τραπώσιν εις την οδόν της προόδου και της εργασίας.
Εν Άρτη τη 14 Αυγούστου 1894.
Κ. Ι. Μόραλις” (Πηγή : ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, φ. 110, 1894)

Μπορείτε να διαβάσετε το α’ μέρος στο λινκ https://doxesdespotatou.com/ena-chronografima-gia-to-kompoti-toy-1894/

Στη φωτογραφία “Το καφενείο “ΤΕΞΑΣ” στη Λεύκα Κομποτίου που βρίσκονταν στην οικία του Κων/νου Κουσιουρή, στις αρχές της δεκαείας του ’60. Πρίν από τον Λάκη Κάκκο, το είχε ο Νίκος Βρακοτσιώλης. Διακρίνονται με αριθμητική σειρά οι : Π. Κάκος, Ευστ. Μπουραντάς, Κων/νος Μπουραντάς, Ελ. Βλαχοπάνος, Ευαγ. Σεργιάννης, Γ. Μπουραντάς, Κ. Κολιούλης, Γρ. Μπουραντάς, Ν. Οικονόμου και ο καφετζής Χαρίλαος Κάκος. Στην άκρη δεξιά διακρίνεται η «Φλορέτα», ψαράδικο του Κώστα Κολιούλη. (Πηγή φωτογραφίας & σχολίου : https://kompoti-artas.blogspot.com/)

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά γύρω από την πόλη | Σχολιάστε

ΤΟ ΜΗΤΡΩΟΝ ΑΡΡΕΝΩΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΟΜΠΟΤΙ, ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΕΤΑ , ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΡΤΗΣ, ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΡΤΗΣ (καταρτισθέν εν έτει 1884). Γεννηθέντες τα έτη 1858 – 1863

Πρόκειται για το Μητρώο Αρρένων του Κομποτίου, καταρτισθέν εν έτει 1883. Το Μητρώο φυλάσσεται στα ΓΑΚ Άρτης. (Πηγή ΓΑΚ Άρτης).

Έτος 1858

Έτος 1859

Έτος 1860 – Δεν φαίνεται καμία καταχώρηση στο έτος αυτό.

Έτος 1861

Έτος 1862

Έτος 1863

Δημοσιεύθηκε στη Η Απελευθέρωση το 1881 | Σχολιάστε

“ΑΡΗΣ” Κομποτίου!

1951 – ΑΡΗΣ, μια συνοικιακή ομάδα του Κομποτίου : Ν. Μπακογιάννης, Γ. Τσαντούκλας, Γ. Σακκάς, Ι. Τσαντούκλας (Κ.Τ.Ε.Λ.), Ευάγ. Μπρέντας – Σεργιάνης (ΣΚΟΥΦΑΣ – ΑΕΤΟΣ ΑΡΤΑΣ – ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, Το όνομά του φέρει το γήπεδο Κομποτίου), Τάκης Κολιούλης (Φιλόλογος), Ηλίας Παπακώστας, Ευστ. Μπακογιάννης, Δ. Οικονόμου, Απόστ. Τσαντούκλας, .

Κάτω αριστερά : Νίκος Λιάπατος (Υπολοχαγός), Ευθύμιος Γιαννούλης (ο μαθητής γυμνασίου δίπλα του – ΣΚΟΥΦΑΣ – ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ), ο μικρός Γεώργιος Κίκης (ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ – ΠΑΝΑΧΑΙΚΗ) και Αθανάσιος Μπουραντάς (Εφοριακός) [Φωτο από αρχείο Γ. Κίκη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς]

Δημοσιεύθηκε στη Οι άλλες ομάδες | Σχολιάστε

Β’ Δημοτικό Σχολείο Άρτης

Αναμνηστική φωτογραφία της Δ’ τάξης του Β’ Δημοτικού Σχολείου Άρτης με δάσκαλο τον Αριστοτέλη Κράβαρη.

1η πάνω σειρά από δεξιά: Κ. Κλαφούνης, Λ. Ζιώρης, Δ. Λιβέρης, Α. Μποτσώλης, Κ. Έξαρχος, Δ. Καραγεώργος, Ευστ. Λάζος, Δ. Τσώλης, Κ. Μαστραπάς, Χρήστος Κίκης.

2η σειρά : Αναστ. Μπαρκούζος, Λ. Σκαμνέλος, Αλ. Αθανασόπουλος, Ιωάννα Αλεξίου, Αμαλία Μπαρτζώκα, Παρή Χαμπηλομάτη, άγνωστη, Ι. Γεωργογιάννης, Ηλίας Μπούτης.

3η σειρά : Σαβούλα Σταυροπούλου, Δώρα Πάπαρη, Λαγού Γιώτα, Φωτεινή Ζιώγα, Δώρα Διαμάντη, Κατερίνα Γεωργάκη, Καλιρρόη Μαλτέζου, Ιωάννα Κράβαρη, …Γερασιμίδου, Δήμητρα Ζιώρη.

4η σειρά : άγνωστη, Δωροθέα Διαμάντη,Γιώτα Κοντοχρήστου, άγνωστη, Βασιλική Κωστάκη, Αγγέλα Αχείμαστου. (Φωτο από αρχείο Α. Αχείμαστου, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

Άρτα – Παιδόπολη Ζηρού

Αναμνηστική φωτογραφία από τον αγώνα μπάσκετ μεταξύ Άρτας – Παιδόπολης Ζηρού, στην αυλή του 1ου Γυμνασίου Άρτης. Σκορ 67 – 29.

Στην άκρη αριστερά, με το παπιγιόν ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής Θεόδωρος Μποτσώλης. Μερικά από τα πρόσωπα που εικονίζονται είναι οι : Τάκης Πανούτσος, Χαρίλαος Πεκλάρης, Τάκης Αθανασίου, Παναγιώτης Βάγιας, Κρίτων Λυμούρης, Χρ. Κρεμπούνης, Αθανάσιος Κονταξής κ.α. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς).

Δημοσιεύθηκε στη Αθλητικές Εκδηλώσεις | Σχολιάστε

Οι εμποροπανηγύρεις στην περιοχή της Άρτας μετά την απελευθέρωση το 1881

“Σύμφωνα με τον Α. Μανσόλα (1867) οι εμποροπανηγύρεις στο νεοδρυθέν  ελληνικό κράτος ήταν «…….εμπορικαί συναθροίσεις εντός πόλεων ή αγροτικών δήμων τελούμεναι κατ’ έτος εις ωρισμένην εποχήν, εις ας συρρέουσιν εκ των παρακειμένων πόλεων έμποροι προς πώλησιν των εμπορευμάτων των, ή έτεροι προς αγοράν ετέρων της πόλεως ή του δήμου εν των οποίω τελείται η πανήγυρις….». Οι πανηγύρεις αυτές καθιερώθηκαν με Βασιλικό Διάταγμα και διαρκούσαν από 3 έως 8 ημέρες.

Οι πιο πολλές από αυτές ήταν μικτού τύπου : πανηγύρεις εκθέσεως και πωλήσεως ζώων ή ζωοπανηγύρεις  και πανηγύρεις  εκθέσεως και πωλήσεως παντός άλλου είδους προϊόντος γεωργικής, βιοτεχνικής, βιομηχανικής και χειροτεχνικής παραγωγής. «….Ακόμη, είναι και πανηγύρεις διασκεδάσεως. Συγκεντρούνται εκεί παντός είδους θεαματικαί  και διασκεδαστικαί ομάδες, πλανόδιοι θίασοι, κινηματογράφοι, καφέ σαντάν, ακροβάται   και παντός είδους θαυματοποιοί, προσπαθούντες να προσελκύσουν την πελατείαν της Εμποροπανηγύρεως». (Λέκκας, 1935).

Στο βιβλίο του «Ελληνική Χωρογραφία (1901) ο Ιωάννης Νουχάκης καταγράφει στις αρχές του 20ου αιώνα  139 εμπορικές πανηγύρεις στην ελληνική επικράτεια. Σκοπός του νεοσύστατου κράτους είναι προφανώς η τόνωση του εμπορίου και η οικονομική ενίσχυση των αγροτικών περιοχών και οικογενειών. Στα πλαίσια αυτά, σχεδόν αμέσως μετά την απελευθέρωση της Άρτας το 1881, καθορίζονται στην περιοχή, με βασιλικά διατάγματα, ο χρόνος και ο τόπος  4 εμποροπανηγύρεων :

1.Μουχούστι Άρτης (14 – 21 Σεπτεμβρίου) σύμφωνα με Β.Δ. στις  18 Αυγούστου 1884.

2.Πλάκας Δήμου Αγνάντων (6 – 11 Σεπτεμβρίου) σύμφωνα με Β.Δ. στις 20 Φεβρουαρίου 1885

3.Τετραφυλλίας εις θέσιν Αγία Παρασκευή (26 – 28 Ιουλίου) σύμφωνα με Β.Δ. στις 29 Αυγούστου 1885

4.Καλεντίνης εις θέσιν Φάγκου  (20 – 25 Αυγούστου) με Β. Δ. στις 20 Νοεμβρίου 1885

Είναι φανερό ότι με αυτό τον τρόπο γίνεται μια προσπάθεια να τονωθούν οικονομικά οι ορεινές περιοχές των Τζουμέρκων και του Ραδοβιζίου, όπου η κατάσταση  του πληθυσμού στα χωριά, μετά από την άγρια φορολογία των τούρκων και τις τόσες πολεμικές συρράξεις, έφτανε σε σημείο εξαθλίωσης.

Σχετικά με το Μουχούστι της Άρτας, στα τέλη του 19ου αιώνα  ο τόπος διεξαγωγής της εμποροπανήγυρης φαίνεται πως είναι η περιοχή του Μουχουστίου, στην είσοδο της πόλης, από τις 14 μέχρι τις 18 Σεπτεμβρίου. Αργότερα, με Β.Δ. του 1908, η διοργάνωσή της μεταφέρεται λίγο αργότερα, από τις 27 Σεπτεμβρίου μέχρι της 5 Οκτωβρίου, στο δε βιβλίο του Λέκκα(1935) καταγράφεται ως «Από εκατονταετίας και πλέον….» και διενεργείται κοντά στην εκκλησία της Οδηγήτριας. «….Τελείται κατ’ έτος εν υπαίθρω από 27 Σεπτεμβρίου μέχρι 5 Οκτωβρίου, πράγματι όμως διαρκείας 4 μόνον ημερών, εις θέσιν «Οδηγήτρια», εκτός της πόλεως Άρτης. Αι συναλλαγαί γίνονται επί ζώων, μεγάλων κυρίως αλλά και μικρών, και φθάνουν  τας 3.000.000 δραχμών περίπου, του Δήμου εισπράττοντος εκ φορολογιών περί τας 65.000 δραχμών. Η πανήγυρις αύτη επισημοποιήθη διά Β.Δ. κατά το έτος 1908, πράγματι όμως ετελείτο ως ζωοπανήγυρις από μακρού χρόνου, εκατονταετίας και πλέον κατ’ έθιμον».

Μαζί με την εμποροπανήγυρη της Άρτας ο Λέκκας μας δίνει και κάποια στοιχεία  και για  την εμποροπανήγυρη της Φιλιππιάδας : «Η αρχή αυτής ανάγεται εις το έτος 1884. Και ετελείτο τακτικώς την 14ην   – 20ην   Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι του έτους 1913, ήτοι μέχρι της καταλήψεως της Φιλιππιάδος υπό της Ελλάδος, οπότε ήρχισεν να χαλαρούται λόγω της συμπτώσεώς της με την της Άρτης. Κατά το έτος 1924 συνεστήθη εκ νέου, ορισθείσα να τελήται έκτοτε την 26ην – 31ην Οκτωβρίου εις την θέσιν «Νταβέλια», τοποθεσίαν λοφώδη. Κατ’ αυτήν γίνονται πωλήσεις διαφόρων ζώων ιδία μεγάλων και πολλών εγχωρίας κατασκευής υφασμάτων και άλλων εμπορευμάτων. Αι συναλλαγαί ανέρχονται εις 1.000.000 και πλέον, η δε Κοινότης εισπράττει ετησίως  20.000 – 25.000 δραχμάς. Μόνιμα παραπήγματα δεν υπάρχουν αλλ’ ανεγείρονται τοιαύτα υπό των πωλητών». (Πηγή : ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ, Α. Καρρά, Άρτα, 2025)

Στη φωτογραφία μια σκηνή από την αγορά της Φιλιππιάδας το 1912 – 13, ενδεικτική της ατμόσφαιρας του παζαριού στις αρχές του 20ου αιώνα. (Αγορά Φιλιππιάδας, 1912/1913. Neg. Nr. 1.107.110. Φωτογράφος άγνωστος. Bildarchiv Foto Marburg, Bildindex der Kunst und Architektur).

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Η ονομασία «Μουχούστι» και οι ερμηνείες της!

“Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι πρωτογενείς λόγιες πηγές που υιοθέτησαν την ονομασία «Μουχούστι» ως χώρο εμποροπανήγυρης είναι  ο Ιωσήφ Στεφανίνις και ο μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος. Η ονομασία «Μουχούστι», με την οποία είναι γνωστή η παραδοσιακή εμποροπανήγυρη της Άρτας ακόμη και σήμερα, έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών ερμηνευτικών προσπαθειών. Η πολυπλοκότητα της λέξης, σε συνδυασμό με την απουσία σαφούς λεξικογραφικής καταγραφής, άφησε χώρο σε διαφορετικές εκδοχές που συνδέουν το όνομα είτε με ιστορικά τοπωνύμια, είτε με γλωσσικά δάνεια.

5.2.1. Ιστορικές μαρτυρίες

Πέρα από τις ήδη προαναφερθείσες μαρτυρίες περί του ονόματος στους Στεφανίνι και Ξενόπουλο, μια ακόμη αναφορά στον όνομα βρίσκεται στα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη (1829–1850), όπου ο συγγραφέας μνημονεύει την τοποθεσία «Μουχούστι» κοντά στους μύλους της Άρτας : «……Της 16 ήρθαν από το Μαράτι εις τον Αγηλιάν, οπού ’μαστε εμείς, ήρθε ο Φωτομάρας, ο Καραϊσκάκης, ο Άγος κι’ άλλοι Tούρκοι δικοί μας και κάμαν συνφώνως σκέδιον μ’ εμάς να διορίσουνε από το Μαράτι τρακόσους να πιάσουνε τους Μύλους της Άρτας, οπού ’ναι απόξω από την Άρτα, εις την άκρη την χώρα, και το ονομαζόμενον Μουχούστι, οπού ’ναι πλησίον εις τους Μύλους». Πρόκειται για μια ακόμη καταγραφή που δείχνει ότι το τοπωνύμιο ήταν ήδη ευρέως γνωστό στις πρώτες δεκαετίες του 19ου  αιώνα.

Στη συνέχεια, ο Σεραφείμ Ξενόπουλος, στην πραγματεία του για την Άρτα επί τουρκοκρατίας (1884), όπου εντάσσει το «Μουχούστι» στις ενορίες της πόλης, αναφέρει  ότι το όνομα  ίσως προήλθε από τη Μονή της Θεοτόκου «Μουχούστιον» στους Ραφταναίους, η οποία διέθετε κτήματα στην περιοχή : «”Οσο γιά τό όνομά της, ίσως έκλήθη ούτως έκ τής έπωνυμίας τής έν τω χωρίω τών Τζουμέρκων Ραφταναΐοι κειμένης Ιεράς Μονής τής Θεοτόκου Μουχούστιον έπονομαζομένης καί ήτις είχε πάλαι, ώς λέγεται, μοναστηριακά κτήματα έν τή θέσει ταύτη…».

5.2.2. Η τουρκοαραβική εκδοχή

Ο Ευάγγελος Αθ. Μπόγκας, στη μελέτη του «Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου» (1964), υποστηρίζει ότι η λέξη «μ’χούστ’» προέρχεται από παραφθορά του τουρκοαραβικού medhuseua, όρος που –σύμφωνα με τον ίδιο– σήμαινε πανηγυρισμό ή ζωοπανήγυρη. Ο Μπόγκας παραπέμπει και στον Νικόλαο Πολίτη (1904), ο οποίος φαίνεται να υιοθετεί την ίδια κατεύθυνση. Ωστόσο, σε καμία άλλη πηγή –ούτε σε έγκυρα αραβικά λεξικά– δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί ο τύπος medhuseua. Στα αραβικά η καθιερωμένη λέξη για το «ζωοπάζαρο» είναι sūq al-mawāšī (سوق المواشي), ενώ στα τουρκικά χρησιμοποιούνται οι όροι panayır (πανηγύρι) και hayvan pazarı (ζωοπάζαρο). Συνεπώς, η λεγόμενη «αραβική» εκδοχή δεν φαίνεται να διαθέτει τεκμηρίωση και πιθανότερα οφείλεται σε εσφαλμένη αναπαραγωγή ή σε παρανόηση στη βιβλιογραφία.

5.2.3. Η ερμηνεία από το «μπουχός»

Μια πιο «λαϊκή» αλλά εύγλωττη εξήγηση προτείνει ο Δ. Παπαδημητρίου στο βιβλίο του «Οι Ραφταναίοι» (1998). Κατά τον ίδιο, το «Μουχούστι» προέρχεται από τη λέξη «μπουχός», δηλαδή την πυκνή σκόνη που σηκώνεται όταν μαζεύεται πολύς κόσμος. Το σχήμα που δίνει είναι το εξής: «μπουχός – μπουχούστι – μουχούστι». Η ερμηνεία αυτή αντανακλά την ατμόσφαιρα των παραδοσιακών παζαριών, όπου οι άνθρωποι και τα ζώα που συνωστίζονταν προκαλούσαν νέφη σκόνης.

5.2.4. Η εκδοχή της «Αμμοχώστης»

Σύμφωνα με πιο πρόσφατη υπόθεση σε άρθρο του Φ. Βράκα (2019), η λέξη θα μπορούσε να αποτελεί παραφθορά της ελληνικής «Αμμοχώστης», που σημαίνει τόπος σκεπασμένος με άμμο. Με την πάροδο του χρόνου, και λόγω της δυσκολίας προφοράς των πολυσύλλαβων λέξεων στις τοπικές κοινωνίες, το «Αμμοχώστης» πιθανόν μετατράπηκε σε «Μοχώστης», στη συνέχεια σε «Μχούστης» και τελικά σε «Μχουστ(ς)». Η εξήγηση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι παρόμοια τοπωνύμια («Αμμοχώστης», «Αμμόχωστος») συναντώνται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και της Κύπρου.

5.2.5. Τοπωνυμική τεκμηρίωση

 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το οθωμανικό κατάστιχο του 1530, όπου, στο υπ’ αριθμ. 126, σημειώνεται η ένδειξη «Nehost k., Narda kz», που φαίνεται να αποτελεί εσφαλμένη μεταγραφή του χωριού Nehust, δηλαδή του σημερινού Μουχούστι των Ραφταναίων (Καρρά, 2024). Υπάρχει η πιθανότητα, κατά τη μεταγραφή, το γράμμα M να αποδόθηκε λανθασμένα ως N. Όπως επισήμανε σε επικοινωνία μου ο ερευνητής κ. Μιχάλης Ντινόπουλος, κάτι τέτοιο είναι απολύτως πιθανό, καθώς το κατάστιχο από το οποίο αντλήθηκαν τα στοιχεία δεν είναι καλής ποιότητας· επιπλέον, το αυθεντικό και λεπτομερές κατάστιχο, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η μεταγραφή, δεν έχει σωθεί (ή τουλάχιστον δεν έχει εντοπιστεί ακόμη), ώστε να υπάρχει δυνατότητα σύγκρισης.

Αν η ονομασία «Νεχόστ» ή «Μεχόστ» πράγματι καταγράφεται ήδη από το 1530, δηλαδή πολύ πριν από την ίδρυση του Μοναστηριού της Παναγίας της Μουχουστιώτισσας, τότε πρόκειται αναμφίβολα για παλαιό τοπωνύμιο. Το τοπωνύμιο αυτό έδωσε στη συνέχεια το όνομά του στη ζωοπανήγυρη που τελούνταν κάθε χρόνο στις αρχές Σεπτεμβρίου, στο χώρο του μοναστηριού, προς τιμήν της Παναγίας. Επειδή δε τα ζώα και τα εμπορεύματα μεταφέρονταν λίγες ημέρες αργότερα στη μεγάλη ζωοπανήγυρη της Άρτας, το όνομα «ακολούθησε» αυτή τη μετακίνηση, συνδέοντας το χωριό με την εμπορική ζωή της περιοχής.

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η ονομασία «Μουχούστι» φαίνεται να αποτελεί τοπωνύμιο με βαθιές ρίζες στην περιοχή της Άρτας και των Ραφταναίων. Σταδιακά, το όνομα συνδέθηκε με τη μεγάλη ζωοπανήγυρη που γινόταν τον Σεπτέμβριο στη γιορτή της Παναγίας και τελικά, στόμα με το στόμα, καθιερώθηκε και για την εμποροπανήγυρη της Άρτας. Η εκδοχή της αρβανίτικης ή αραβικής προέλευσης δεν έχει επαρκή γλωσσολογική τεκμηρίωση, ενώ η ερμηνεία από τον «μπουχό» ή η παραφθορά της «Αμμοχώστης» δείχνουν να βασίζονται περισσότερο σε λαϊκές παρατηρήσεις και τοπικές αφηγήσεις. Η ασφαλέστερη προσέγγιση θεωρώ πως είναι ότι το «Μουχούστι» ξεκίνησε ως τοπωνύμιο ήδη από τον 16ο  αιώνα και από εκεί πέρασε, ως όνομα, στη ζωοπανήγυρη της Άρτας.”. (Πηγή : ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ, Α. Καρρά, Άρτα, 20215)

Στη φωτογραφία “Το Β.Δ.335/22-8-1884, «Περί συστάσεως εμπορικής πανηγύρεως εν τη θέσει «Μουχούστι» της πόλεως Άρτης”.

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Η Ζωοδόχος Πηγή στ’ Αλάμπεη: η αρχιτεκτονική παρακαταθήκη του Μελισσουργιώτη Γ. Πέμπα

Ανάμεσα στα έργα που διασώζουν το όνομα του Γεωργίου Πέμπα ξεχωρίζει το σχέδιο του Ιερού Ναού Ζωοδόχου Πηγής στο Αλάμπεη (Κορδελιό), χρονολογημένο το 1902. Το αρχιτεκτονικό σχέδιο, που φέρει την υπογραφή του, αποτελεί σπάνιο τεκμήριο της δημιουργικής του πορείας.

Η Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα ήταν πεδίο συνάντησης πολιτισμών και αρχιτεκτονικών ρευμάτων. Ο Πέμπας, με σπουδές στην Αθήνα αλλά και με ανοιχτό πνεύμα στις ευρωπαϊκές τάσεις, αποτύπωσε στο έργο του το πνεύμα του εκλεκτισμού, δίνοντας σχήμα και μορφή σε μια πόλη που τότε βρισκόταν στο απόγειό της.

Το σχέδιο της Ζωοδόχου Πηγής δεν είναι μόνο ένα αρχιτεκτονικό τεκμήριο, αλλά και η παρακαταθήκη ενός ανθρώπου που ξεκίνησε από τους Μελισσουργούς και άφησε το αποτύπωμά του στη Σμύρνη. Ο Γεώργιος Πέμπας δεν πρόλαβε να δει την πορεία της πόλης μετά το 1910· η μοίρα τον βρήκε νωρίς, σε πνιγμό. Μα το έργο του μένει να θυμίζει πως ακόμη κι ένας νέος από ένα μικρό χωριό της Ηπείρου μπορεί να αφήσει ανεξίτηλο ίχνος στην Ιωνία. (Κείμενο : Α. Καρρά)

Στη φωτογραφία «Αρχιτεκτονικό αποτύπωμα του Γεωργίου Πέμπα· μαρτυρία της παρουσίας του στη Σμύρνη λίγο πριν από την Καταστροφή.» (Πηγή τεκμηρίωσης:
Βασίλης Κολώνας, Σμύρνη [1870–1922]. Πόλη και αρχιτεκτονική – Η συμβολή των Ελλήνων, University Studio Press, 2023).

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Γεώργιος Πέμπας: από τους Μελισσουργούς στη Σμύρνη

“Στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται η σεμνότητα αλλά και η αποφασιστικότητα μιας γενιάς που αναζητούσε νέους ορίζοντες.

Ο Γεώργιος Πέμπας γεννήθηκε το 1866 στους Μελισσουργούς Άρτης, γιος του ιερέως Νικολάου Πέμπα. Μεγάλωσε στη λιτότητα του χωριού και φοίτησε στο Γυμνάσιο Άρτης, ενώ αργότερα σπούδασε στο Πολυτεχνείο Αθηνών, όπου έλαβε το δίπλωμα του Αρχιτέκτονος Μηχανικού.

Το 1871 ακολούθησε τον αδελφό του Δημήτριο στη Σμύρνη, όπου βρήκε γόνιμο έδαφος για την επαγγελματική του πορεία. Εκεί νυμφεύθηκε την αδελφή του Μητροπολίτη Σμύρνης, γεγονός που τον έφερε ακόμη πιο κοντά στον ελληνορθόδοξο πυρήνα της πόλης. Ως αρχιτέκτονας εργάστηκε και δημιούργησε σε μια περίοδο ακμής, αφήνοντας το αποτύπωμά του στην αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της Σμύρνης. Η ζωή του, ωστόσο, διεκόπη πρόωρα και τραγικά: τον Σεπτέμβριο του 1910 πνίγηκε σε ένα πολύνεκρο ατύχημα στον Λιμένα Κορδελιού της Σμύρνης, αφήνοντας πίσω του έργα που μιλούν για εκείνον περισσότερο από τα λόγια”. (Κείμενο Α. Καρρά)

Στη φωτογραφία «Ο Γεώργιος Πέμπας (1866–1910): από ταπεινός γιος ιερέως στα βουνά της Ηπείρου, σε αρχιτέκτονα της κοσμοπολίτικης Σμύρνης.» Η φωτογραφία σώζει το βλέμμα και την αρχοντική μορφή ενός ανθρώπου που, με αφετηρία το μικρό χωριό της Ηπείρου, έγραψε την πορεία του στη Σμύρνη. (Πηγή : Το “ΠΑΝΘΕΟΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΟΙ, 1952”, που βρίσκεται στο Μουσείο των Μελισσουργών, όπως δημοσιεύτηκε στο “ΧΡΟΝΙΚΟΝ του χωριού Μελισσουργοί”, Επιμέλεια Τ.Δ. Μπανιάς & Α.Σ. Ρίζος, Αθήνα, 2023).

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Οι Μελισσουργοί μέσα στους αιώνες – οι πρώτες μαρτυρίες

“Σήμερα οι Μελισσουργοί είναι ένα από τα πιο απομακρυσμένα χωριά των Τζουμέρκων. Κι όμως, αν κοιτάξουμε τις παλιές πηγές, το όνομά τους εμφανίζεται αρκετά νωρίς και μάλιστα αρκετές φορές. Αυτό δείχνει ότι, παρά την απομόνωση, το χωριό είχε θέση σε εκκλησιαστικές και διοικητικές υποθέσεις από τα βάθη των αιώνων.

Ας δούμε με τη σειρά τις πρώτες μαρτυρίες που έχουμε:


1272 – η πρώτη αναφορά στους Μελισσουργούς, μέσα από την πράξη του Καβάσιλα

Η πιο παλιά μνεία είναι από το 1272. Τότε γίνεται μια πράξη που σχετίζεται με τον Καβάσιλα, έναν ισχυρό παράγοντα της εποχής (Δάμπος 1905· Παπακώστας, 1967). Σε αυτή την πράξη αναφέρεται ανταλλαγή ανάμεσα στους Μελισσουργούς και το χωριό Σουχάν. Το Σουχάν δεν ήταν στα Τζουμέρκα, αλλά πιο μακριά, κοντά στο Αργυρόκαστρο. Οι μελετητές το ταυτίζουν με το σημερινό χωριό Σουχέ [Suhë / Suha (αλβ. Suhë)] στον νομό Γκιρόκαστρα, κοντά στη Λιμποχόβα/Dropull]. Η ανταλλαγή έγινε στο πλαίσιο δικαιωμάτων της Μητρόπολης Δρυϊνουπόλεως.

Αυτό που κρατάμε από τη μαρτυρία αυτή είναι ότι ήδη από το 1272 οι Μελισσουργοί εμφανίζονται ως «περιουσιακό αντικείμενο» που αλλάζει χέρια και μπαίνει σε διαπραγματεύσεις. Δηλαδή, το χωριό υπήρχε και είχε αξία καταγεγραμμένη στα χαρτιά.


1283 – η πρώτη ασφαλής χρονολογημένη μνεία, χάρη στη Μονή της Παναγίας

Μια δεκαετία αργότερα έχουμε μια ακόμη σημαντική μαρτυρία. Το 1283 μαθαίνουμε πως στους Μελισσουργούς υπήρχε μοναστήρι αφιερωμένο στα «Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου». Το μοναστήρι αυτό ανήκε στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας Ιωαννίνων. Η αναφορά προέρχεται από τον Μελέτιο τον Γεωγράφο και τον Γρηγόριο τον Κύπριο, ο οποίος αργότερα έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (Παπακώστας, 1967).

Η ύπαρξη μοναστηριού σημαίνει πολλά:

  • το χωριό δεν ήταν απλώς «ένα σημείο στον χάρτη», αλλά οργανωμένη κοινότητα με θρησκευτικό και οικονομικό κέντρο,
  • η εκκλησιαστική παρουσία αφήνει πάντα ίχνη: αφιερώσεις, μετόχια, δικαιώματα σε γη και εισοδήματα.

Αυτό εξηγεί γιατί βρίσκουμε μνείες για τους Μελισσουργούς.


1321 – με το χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Β’, το χωριό μπαίνει καθαρά στη «σκακιέρα»

Η πιο καθαρή και επίσημη αναφορά έρχεται τον Ιούνιο του 1321. Τότε, ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ εκδίδει χρυσόβουλλο, δηλαδή αυτοκρατορικό έγγραφο με μεγάλη βαρύτητα (Miklosich & Müller 1874). Σε αυτό γίνεται ανακεφαλαίωση των κτήσεων της Εκκλησίας των Ιωαννίνων. Αναφέρεται ότι ο Καβάσιλας είχε πάρει το χωριό Σουχάν «με αντάλλαγμα τους Μελισσουργούς». Αργότερα όμως οι Μελισσουργοί δόθηκαν αλλού. Τέλος, το έγγραφο κατοχυρώνει εκ νέου το Σουχάν στην Εκκλησία, «ανενόχλητα και αδιασείστως».

Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: γίνεται λόγος για τους «ἐν αὐτῷ ἐστρατευμένους Βλάχους». Με τον όρο αυτό δεν εννοούσαν στρατιώτες, αλλά ποιμενικούς πληθυσμούς που είχαν συγκεκριμένες υποχρεώσεις (φορολογικές ή στρατιωτικές). Αυτό δείχνει ότι η περιοχή των Μελισσουργών συνδεόταν με κοπάδια, λιβάδια και περάσματα μεγάλης σημασίας.


Παρά την απόσταση των Μελισσουργών από τα μεγάλα κέντρα της εποχής, τρεις λόγοι εξηγούν γιατί το όνομα του χωριού εμφανίζεται ξανά και ξανά:

  1. Εκκλησιαστική περιουσία – Οι πράξεις που διασώθηκαν είναι κυρίως εκκλησιαστικές (ανταλλαγές, προνόμια, έσοδα). Οι Μελισσουργοί μπήκαν σ’ αυτό το «παιχνίδι» και έτσι αναφέρονται συχνά (Δάμπος 1905· Παπακώστας 1967).
  2. Η Μονή της Παναγίας – Το μοναστήρι, που υπήρχε ήδη το 1283, έδινε στο χωριό ιδιαίτερο βάρος, γιατί γύρω του κινούνταν περιουσίες, μετόχια, πάροικοι (Παπακώστας 1967).
  3. Ποιμενική σημασία – Η περιοχή είχε λιβάδια και περάσματα που ήταν πολύτιμα για τους κτηνοτρόφους και άρα για την Εκκλησία και άλλους ισχυρούς. Οι «στρατευμένοι Βλάχοι» είναι απόδειξη αυτής της χρήσης (Miklosich & Müller 1874).

Με απλά λόγια, οι Μελισσουργοί υπήρχαν τουλάχιστον από το τέλος του 13ου αιώνα. Χάρη στη μνεία του 1272, στο μοναστήρι του 1283 και στο χρυσόβουλλο του 1321, το χωριό άφησε πιο έντονα ίχνη στις πηγές απ’ ό,τι άλλα γειτονικά. Δεν ήταν απλώς ένα ορεινό χωριό· ήταν σημείο με περιουσίες, μοναστήρι και βοσκοτόπια που είχαν σημασία για την Εκκλησία και την εξουσία της εποχής”. (Κείμενο : Α. Καρρά)

Στη φωτογραφία* : “Β.Δ. Λεκανοπέδιο Τζουμέρκων – Μπρέσιανη (Υψ. 2.398 μ.), δάση θαλερά, ο Αετός, κοιλάς ολοπράσινος , Ιερός Ναός Παναγίας”. Πρόκειται για την Παναγιά των Μελισσουργών…..(Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ, Ν. Χ. Παπακώστας, Αθήναι, 1967)

*Η φωτογραφία, λόγω παλαιότητας του βιβλίου, έχει υποστεί επεξεργασία.

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε