Οι “πρόσφυγες” του 1204 και η κοινωνία της Άρτας – ίχνη, αναφορές και αφηγήσεις ενός άλλου καιρού!

Όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Σταυροφόρων το 1204, φάνηκε πως η Αυτοκρατορία των Ρωμαίων έσβηνε για πάντα. Μα οι άνθρωποί της δεν χάθηκαν· σκόρπισαν σαν σπίθες μέσα στο σκοτάδι, και σε τόπους μακρινούς άναψαν νέες φωτιές. Ένας από αυτούς τους τόπους ήταν η Ήπειρος, και πρωτεύουσά της η Άρτα — πόλη που έμελλε να γίνει καταφύγιο και μήτρα ενός νέου ελληνικού κράτους.

1.  Οι δρόμοι της “προσφυγιάς”

Η άλωση της Βασιλεύουσας προκάλεσε ένα μεγάλο κύμα φυγής. Άρχοντες, αξιωματούχοι, στρατιωτικοί, λόγιοι και απλοί άνθρωποι εγκατέλειψαν την Κωνσταντινούπολη και τα παράλια του Αιγαίου, αναζητώντας γη ελληνική που να στέκει ακόμα ελεύθερη. Όπως σημειώνει ο David Jacoby: “The capture of Constantinople in 1204 caused an exodus of Byzantine elites and commoners alike towards the provinces of the Empire that remained under Greek control, notably to Epirus, Nicaea, and Trebizond.” («Η κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως το 1204 προκάλεσε μαζική έξοδο των βυζαντινών, ευγενών και απλών ανθρώπων, προς τις επαρχίες που έμειναν υπό ελληνικό έλεγχο — κυρίως προς την Ήπειρο, τη Νίκαια και την Τραπεζούντα.») Οι δρόμοι τους οδηγούσαν μακριά από την καμένη Πόλη, μέσα από βουνά και περάσματα, προς τα δυτικά. Κι εκεί, στην Ήπειρο, θα ξαναέστηναν τα θεμέλια της ζωής τους.

2.   Η Άρτα ως κέντρο συγκέντρωσης

Η Άρτα έγινε το φυσικό τους καταφύγιο. Όπως γράφει ο Διονύσιος Ζακυθηνός: «Η Άρτα, όπου συνεκεντρώθησαν οι εκ των ανατολικών επαρχιών πρόσφυγες, κατέστη γρήγορα κέντρο ζωής πολιτικής και εκκλησιαστικής.» Η θέση της, πλούσια σε νερό και γη, κοντά στο ποτάμι και στα λιμάνια του Αμβρακικού, πρόσφερε ασφάλεια και αφθονία. Οι δρόμοι από τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία οδηγούσαν εκεί· κι έτσι, πλήθη ανθρώπων — στρατιώτες, τεχνίτες, έμποροι, λόγιοι — κατέφθαναν στην πόλη, μεταφέροντας μαζί τους τη γνώση και τη μνήμη του Βυζαντίου.

3.   Οι κοινωνικές ομάδες των “προσφύγων”

Στην Άρτα συγκεντρώθηκε ό,τι πολυτιμότερο είχε απομείνει από την Ανατολή. Άρχοντες και αξιωματούχοι στελέχωσαν τη νέα αυλή του Δεσπότη· στρατιωτικοί οργάνωσαν το στράτευμα· τεχνίτες και έμποροι έδωσαν πνοή στην οικονομία· και οι λόγιοι φρόντισαν να μη σβήσει η φλόγα της παιδείας. Ο Donald Nicol γράφει: “The foundation of the Epirote state owed much to the influx of refugees from Constantinople and the Aegean islands. They brought with them administrative experience and the traditions of Byzantine culture, ensuring continuity in the midst of political dislocation.” («Η ίδρυση του κράτους της Ηπείρου οφείλει πολλά στο κύμα προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη και τα νησιά του Αιγαίου. Έφεραν μαζί τους διοικητική πείρα και τις παραδόσεις του βυζαντινού πολιτισμού, εξασφαλίζοντας τη συνέχειά του μέσα στην πολιτική αναστάτωση.») Η Χρυσούλα Μαλτέζου το συνοψίζει όμορφα: «Οι πρόσφυγες μετατράπηκαν σε φορείς μιας παράδοσης και ενός διοικητικού ήθους που συνέδεσε τη βυζαντινή Ανατολή με τη δυτική Ελλάδα.» Έτσι, η Άρτα έγινε τόπος συνάντησης δύο κόσμων: της βυζαντινής εμπειρίας και της ηπειρώτικης γης.

4.   Οι πρόσφυγες ως χορηγοί και κτίτορες

Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η πόλη άλλαξε πρόσωπο. Εκκλησίες και μονές ανυψώθηκαν, σαν να ξαναγεννιόταν η τέχνη της Κωνσταντινούπολης στις όχθες του Αράχθου. Ο Ζακυθηνός σημειώνει: «Εντός ολίγων δεκαετιών ανεγέρθησαν ναοί μεγαλοπρεπείς, όπως η Παρηγορήτισσα και η Αγία Θεοδώρα, αφιερωμένοι υπό των αρχόντων και των προσφύγων της αυλής του Μιχαήλ και του Θεοδώρου.» Ο Nicol συμπληρώνει:“The prosperity of Arta in the thirteenth century was reflected in the number of churches and monasteries founded by nobles who had come westward after the fall of Constantinople.” («Η ευημερία της Άρτας τον 13ο αιώνα καθρεφτιζόταν στον μεγάλο αριθμό εκκλησιών και μοναστηριών που ίδρυσαν οι ευγενείς πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη.») Η Αγγελική Λαΐου προσθέτει: “In Epirus, the establishment of monastic communities was closely tied to the settlement of eastern refugees. The monasteries became centers of learning and economic organization.” («Στην Ήπειρο, η ίδρυση μοναστηριακών κοινοτήτων συνδέθηκε στενά με την εγκατάσταση προσφύγων από την Ανατολή. Τα μοναστήρια έγιναν κέντρα παιδείας και οικονομικής οργάνωσης.») Έτσι, οι πρόσφυγες έγιναν όχι μόνο κάτοικοι αλλά και δημιουργοί: ευσεβείς χορηγοί, κτίτορες ναών, συνεχιστές μιας πνευματικής παράδοσης που αρνήθηκε να σβήσει.

5.  Μια νέα κοινωνία

Η Άρτα του 13ου αιώνα δεν ήταν πια η μικρή πόλη του παρελθόντος. Ήταν ένα μωσαϊκό ανθρώπων από Ανατολή και Δύση· γηγενείς Ηπειρώτες και πρόσφυγες, ευγενείς και απλοί, όλοι κάτω από την ίδια σκέπη. Η πόλη γέμισε ζωή, αγορά και παιδεία, νέες τέχνες και νέα ήθη.Η Αγγελική Λαΐου σημειώνει: “The demographic and economic reinforcement they provided was crucial for the survival of these territories.” («Η δημογραφική και οικονομική ενίσχυση που έφεραν οι πρόσφυγες υπήρξε καθοριστική για την επιβίωση των περιοχών αυτών.») Η Άρτα άντεξε, πλούτισε και προόδευσε, χάρη σε εκείνους που ήρθαν με ταπεινότητα και αναστήλωσαν μια ολόκληρη πολιτεία.

6.  Η μνήμη που έγινε συνέχεια

Η ιστορία της Άρτας μετά το 1204 είναι η ιστορία μιας σιωπηλής αναγέννησης. Οι πρόσφυγες που έφτασαν με πίκρα και ελπίδα έγιναν οι θεμέλιοι λίθοι μιας νέας πατρίδας. Στην Άρτα, η αυτοκρατορική παράδοση της Ανατολής βρήκε ξανά φωνή και μορφή· κι εκεί, ανάμεσα σε ποτάμια, τείχη και εκκλησίες, αναστήθηκε η Ρωμανία της Δύσης. Η Άρτα δεν ήταν πια απλώς μια πόλη· έγινε σύμβολο αντοχής και συνέχειας — απόδειξη πως ο ελληνικός κόσμος, όσο κι αν πληγώθηκε, δεν έπαψε ποτέ να δημιουργεί.

Βιβλιογραφία

  1. Διονύσιος Ζακυθηνός, Το Δεσποτάτο της Ηπείρου (1204–1461), Αθήνα 1966.
  2. 2. Donald Nicol, The Despotate of Epirus 1267–1479, Cambridge University Press, 1984.
  3. David Jacoby, The Migration of Byzantine Refugees after 1204 and their Role in the Reconstruction of the Greek States, Dumbarton Oaks Papers, 1989.
  4. Angeliki Laiou (ed.), The Economic History of Byzantium, Dumbarton Oaks, 2002.
  5. Χρ. Μαλτέζου, Η βυζαντινή Δύση μετά το 1204, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1993.
  6. Α. Ορλάνδος, Βυζαντιναί εκκλησίαι Άρτης, Αθήνα 1963.
  7. C. Bouras, The Architecture of the Despotate of Epirus, Athens 1981.

Στη φωτογραφία “Χάρτης της Αδριατικής Θάλασσας” από τον Πιέτρο Βεσκόντε (1318), Atlas of Pietro Vesconte, Bibliothèque nationale de France.
Μεσαιωνική πορτολάνα, όπου ο Νότος βρίσκεται επάνω. Η θάλασσα που απεικονίζεται αποτελεί το θαλάσσιο πέρασμα προς την Ήπειρο και τον Αμβρακικό — τον φυσικό διάδρομο που συνέδεε την Άρτα με τη Μεσόγειο.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Ενετοκρατία | Σχολιάστε

Γιατί η Άρτα έγινε πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου!

Ήταν το έτος του Κυρίου 1204, όταν οι σταυροφόροι της Δʹ Σταυροφορίας, αντί να πορευθούν προς τους Αγίους Τόπους, ύψωσαν τα λάβαρά τους επάνω στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Η Βασιλεύουσα έπεσε, και μαζί της κατέρρευσε η παλαιά Ρωμανία. Μα απ’ τα ερείπια εκείνα γεννήθηκαν τρία νέα ελληνικά κράτη: η Νίκαια στην Ανατολή, η Τραπεζούντα στον Εύξεινο Πόντο, και στα δυτικά, μέσα στα βουνά και τις κοιλάδες της Ηπείρου, το Δεσποτάτο.

Ιδρυτής του υπήρξε ο Μιχαήλ Αʹ Κομνηνός Δούκας, συγγενής των Αγγέλων, ανήσυχο και ευγενές πνεύμα, που αναζητούσε τόπο να στεριώσει τη δική του εξουσία — τόπο ασφαλή, εύφορο και στρατηγικό, μακριά από τη σκιά των Λατίνων και τις πληγές της Ανατολής.

Κι έτσι έστρεψε το βλέμμα του προς τη Δύση. Πόλεις πολλές συνάντησε στο δρόμο του — κάστρα κρεμασμένα σε βράχους, πολιτείες χτισμένες δίπλα σε ποταμούς, χωριά που ξεπρόβαλαν μέσα σε πεδιάδες. Μα καμιά δεν του φάνηκε τόσο έτοιμη, τόσο «προικισμένη» για πρωτεύουσα, όσο η Άρτα.

Και ανάμεσα σε πόλεις και κάστρα, επέλεξε την Άρτα· σαν να την είχε προορίσει η μοίρα για τούτο το αξίωμα. Εκεί όπου ο Άραχθος γλιστρά σαν ασημένια κορδέλα μέσα στην πεδιάδα, εκεί όπου τα τείχη πατούν πάνω στα αρχαία θεμέλια της Αμβρακίας, ο Μιχαήλ βρήκε την καρδιά της νέας του ηγεμονίας. Από εκεί θα όριζε τη μοίρα της Ηπείρου· από εκεί θα φύλαγε την ελληνική ψυχή της Δύσης.

Η πόλη, χτισμένη επάνω στα ερείπια της αρχαίας Αμβρακίας, διέθετε φυσική προστασία και σπάνια γεωγραφική σοφία. Ο Άραχθος την περικύκλωνε, οι λόφοι την αγκάλιαζαν, κι ένα παλιό κάστρο, που οι Κομνηνοδουκάδες θα ενίσχυαν, στεκόταν φύλακας και σύμβολο ισχύος. Από εκεί μπορούσε κανείς να ελέγξει τις διαβάσεις προς Θεσσαλία και Μακεδονία, να εποπτεύει τις πεδιάδες και τα περάσματα ως τα λιμάνια της Σαλαώρας και της Κόπραινας.

Μα δεν ήταν μόνο τα τείχη που έκαναν την Άρτα ξεχωριστή. Από παλιά είχε γίνει εμπορικό σταυροδρόμι της δυτικής Ελλάδας. Οι Βενετοί έμποροι σύχναζαν στα παζάρια της, κι η εύφορη ενδοχώρα τροφοδοτούσε τη θάλασσα με αγαθά και πλούτο. Για τον Μιχαήλ, η πόλη πρόσφερε όχι απλώς στρατηγικό πλεονέκτημα, αλλά έτοιμο μηχανισμό ζωής: οικονομία, φορολογία, ανθρώπους έμπειρους στη διοίκηση και τη διαπραγμάτευση.

Η Άρτα ήταν κι εκκλησιαστικό κέντρο. Ήδη από τον 12ο αιώνα μνημονεύεται επίσκοπός της, και διέθετε προσωπικό μορφωμένο, με γνώση των βυζαντινών θεσμών. Έτσι, μπορούσε να λειτουργήσει αμέσως ως διοικητική και πνευματική έδρα — μια συνέχεια της παλαιάς Κωνσταντινουπολίτικης παράδοσης.

Την ίδια εκείνη εποχή, οι Λατίνοι που κατείχαν την Πόλη συνέταξαν τη Partitio Romaniae — τη «Διαίρεση της Ρωμανίας» — για να μοιράσουν μεταξύ τους τα εδάφη της Αυτοκρατορίας. Και εκεί, ανάμεσα στις γραμμές της λαφυραγωγίας, αναφέρεται η pertinentia de Arta — η περιφέρεια της Άρτας. Από μόνη της η μνεία αυτή φανερώνει τη σημασία της πόλης· μα όσα κι αν έγραψαν οι Λατίνοι σε περγαμηνές, ποτέ δεν την κατέλαβαν. Διότι το 1205, ο Μιχαήλ Αʹ Κομνηνός Δούκας εγκαθίσταται εκεί και ιδρύει το Δεσποτάτο της Ηπείρου — κάνοντάς την πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους της Δύσης.

Η πεδιάδα γύρω από την Άρτα ήταν από τις πιο εύφορες της Ελλάδας, προσφέροντας αυτάρκεια και πλούτο. Μα η δύναμή της δεν ήρθε μόνο από τη γη· ήρθε από τους ανθρώπους. Μετά την πτώση της Πόλης, κύματα προσφύγων έφθασαν ως εδώ — άρχοντες και στρατιωτικοί, λόγιοι, τεχνίτες κι απλοί άνθρωποι. Έφεραν μαζί τους τις τέχνες, τη γνώση, τα ήθη και τις συνήθειες του Βυζαντίου, δίνοντας νέα πνοή στην πόλη. Η Άρτα, έτσι, έγινε λίκνο νέου πληθυσμού, τόπος όπου οι παλιοί και οι νέοι Ρωμαίοι ενώθηκαν για να χτίσουν τη συνέχεια της φυλής τους.

Στις αρχές του 13ου αιώνα, τα Ιωάννινα ήταν ακόμη μικρή πόλη, σιωπηλή πλάι στη λίμνη. Η Άρτα κρατούσε τα σκήπτρα, και δίκαια. Μόνο δύο αιώνες αργότερα, όταν η αίγλη της θα άρχιζε να φθίνει, τα Ιωάννινα θα αναδεικνύονταν σε νέο κέντρο της Ηπείρου.

Είναι προφανές λοιπόν ότι η Άρτα δεν επελέγη τυχαία· ήταν μια πόλη έτοιμη, πλούσια και οχυρωμένη, στη σωστή θέση και στην κατάλληλη ώρα. Το Partitio Romaniae* την κατέγραψε ως λάφυρο των Λατίνων· μα η ιστορία την ανέδειξε ως πρωτεύουσα της ελληνικής συνέχειας στη Δύση — τη φλόγα που δεν έσβησε μέσα στα ερείπια της Αυτοκρατορίας…..

*Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο λινκ https://doxesdespotatou.com/oi-anafores-stin-onomasia-arta-ton-11-ka/

Στη φωτογραφία “Τρεις σκηνές από τον Madrid Skylitzes” (Σύνοψη Ἱστοριῶν, 12ος αιώνας, Biblioteca Nacional de España, Cod. Vitr. 26-2*).
Η θάλασσα, οι πορείες και οι τελετουργίες της βυζαντινής αυλής ζωντανεύουν μέσα από τις μινιατούρες — εικόνες ενός κόσμου που θα αναζητήσει νέα πατρίδα μετά το 1204.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Ενετοκρατία | Σχολιάστε

Στο Ξενία το 1964…

Οι πρώτοι εργαζόμενοι – από τον Σεπτέμβριο του 1960 – στο ξενοδοχείο Ξενία. Δεξιά η Αρετή Κολιού και αριστερά το ζεύγος Κων/νου & Κυριακής Πέτσα. (Φωτο από αρχείο Οικ. Πέτσα – Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

Το Ξενία από το Κάστρο!

Το νεόδμητο ξενοδοχείο Ξενία, απαθανατίζεται πάνω από τα τείχη του Κάστρου στις αρχές της δεκαετίας του ’60. (Φωτο Δημήτρη Χαρισιάδη )

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ 195ο

Μια δυναμική ομάδα στη ΒΔ. Ελλάδα : Χούμης Κων. (Διεθνής : ΕΘΝΙΚΟΣ – Ο.Σ.Φ.Π. – Μέγας Γκολτζής 1933 – 1940. 1ος σκόρερ της πρωταθλήτριας Ρουμανίας ΒΕΝΟΥΣ 1936 – 1940), Δήμου Β., Έξαρχος Ν., Κεχαγιάς Κ., άγνωστος, Τζαχρήστας Κ., Σίτας Δ., Μπόλας Κ., Αρτέμης Ν., Ζέρβας Α., Ζάχος Απ., Σαλούρος Χαράλαμπος (Φυσικός, Πρόεδρος), Σδούκος, Μπόλας Γ., Μαρκαμπέλας Σόλων, Σακκάς Βίκτωρ, Ζάχος Ν., Τσαντούκλας Μ. και ο μικρός Γιώτης Δημήτριος . (Φωτο από αρχείο Δ. Γιώτη – Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Παναμβρακικού | Σχολιάστε

Όταν το παλιό φυλάκιο ξαναβρήκε ζωή….

Μια ακόμη φωτογραφία από την χθεσινή εκδήλωση. Η εικόνα αποτυπώνει το νεοκλασικό διώροφο κτίριο δίπλα στο Γεφύρι της Άρτας — αυτό που σήμερα στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο «Σκουφάς». Οι σκαλωσιές μαρτυρούν μια περίοδο αποκατάστασης ή συντήρησης του κτιρίου, πιθανόν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 (1982 – 84), όταν ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος «Σκουφάς» ανέλαβε τη διάσωση και την αναστήλωση του παλιού μεθοριακού φυλακίου, μετατρέποντάς το σε μουσείο. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Σπύρου Μαντά)

…κι εδώ μια βελτιωμένη έκδοση της φωτογραφίας με ΑΙ.

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

Το Γιοφύρι που στάθηκε όρθιο – Μια ιστορία μνήμης και ευθύνης….

Η χτεσινή εκδήλωση για τη νέα εποχή του Λαογραφικού Μουσείου του «Σκουφά» —με προσανατολισμό τη δημιουργία του Μουσείου του Γεφυριού της Άρτας— φέρνει στο νου μια παλιά, αλλά διαχρονικά διδακτική ιστορία.

Το 1929, όταν κάποιοι πρότειναν την κατεδάφιση του Γεφυριού για να ανεγερθεί «σύγχρονο» με τσιμέντο και σίδερα, ήταν οι πνευματικοί άνθρωποι της Άρτας και της Ηπείρου που ύψωσαν πρώτοι τη φωνή της λογικής και της ψυχής. Ανάμεσά τους ο Γιάννης Παπαβασιλείου, τότε διευθυντής του Ηπειρωτικού Βήματος, του οποίου ο αγώνας συγκίνησε τον Κωστή Παλαμά, ο οποίος έγραψε το συγκλονιστικό εκείνο γράμμα:

“Φίλε κύριε Παπαβασιλείου,
Πολλές φορές με θυμήθηκες στο Ηπειρωτικόν βήμα και με όλο το λυρισμό της καλωσύνης σου και δεν κατώρθωσα να σου δώσω σημεία ζωής. Τώρα σου εύχομαι κι εγώ ευτυχισμένο το 1930 και στο “Ηπειρ. Βήμα” αποκρίνομαι με τα εγκαρδιώτερά μου ευχητήρια ζωής ορθής και μακρόβιας. Είναι λίγος καιρός, νομίζω, που έβλεπα κάποιο σου αγώνα, για να περισωθή ένα σας λείψανο παλαιικό. Και σε χειροκρότησα. Της Άρτας το γιοφύρι είναι λαϊκό αριστούργημα, σαν ένα κομμάτι από ραψωδία Ομηρική. Και είναι για να το εκμεταλλεύεται ποίση και μουσική μας όσο υπάρχουν. Αν το λείψανο που αγωνίστηκες να γλυτώσης – άσχετο από κάποια πρακτική ωφελημοθηρία – σχετίζεται με το θρυλικό αυτό θησαυρό, σου πρέπει στεφάνι. 19 – 1 – 1930. Κωστής Παλαμάς»
Η αυθεντική αυτή συνηγορία μαρτυρεί το ανώτερο ήθος του Παλαμά σαν σκεπτόμενου ανθρώπου, που καταδεχόνταν από την υψηλή σκοπιά του να παρακολουθή με τέλεια ενημερότητα τα πνευματικά ζητήματα της επαρχίας. Ενώ μερικοί από τους σημερινούς μας πνευματικούς ταγούς, ομφαλοσκόποι και εγωκεντρικοί, κλείστηκαν στο καβούκι τους και περιώρισαν την Ελλάδα στην πρωτεύουσα. Τους αρκεί να καλλιεργούν τις λόξες των εν ονόματι της «Νέας Τέχνης» και να αλληλολιβανίζονται. O tempora, o mores……” (Πηγή : Άρθρο του Γ. Ι. Παπαγεωργίου στην ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τχ. 32, 1954)

Αυτό το ήθος, που έβλεπε στα μνημεία όχι ερείπια αλλά ψυχή και ταυτότητα, είναι ο λόγος που σήμερα το Γεφύρι στέκει ακόμη….

Στην φωτογραφία το κτίριο του λαογραφικού μουσείου του Μ/Φ Συλλόγου “ΣΚΟΥΦΑΣ”, πριν την ανακαίνισή του. (Από το αρχείο του Σπύρου Μαντά)

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

Στου Κακαβά….

Το καφενείο του Κακαβά και η οδός Καραισκάκη. Πίνακας του Τάκη Βαφιά από το αρχείο της κ. Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα.

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινοί ζωγράφοι και η Άρτα | Σχολιάστε

Βόλτα στου Κρυστάλλη…

Η καθιερωμένη βόλτα των Αρτηνών στου Κρυστάλλη, δίπλα στο ποτάμι, τα Κυριακάτικα πρωινά, κάθε φορά που ο καιρός το επέτρεπε…(Φωτο από ιδιωτική συλλογή)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Όταν τα ποδήλατα έγιναν… δημόσιος κίνδυνος!

Το παρακάτω άρθρο προέρχεται από εφημερίδα της Άρτας των ετών 1934-1935, μια εποχή κατά την οποία το ποδήλατο έκανε σταδιακά την εμφάνισή του ως μέσο μετακίνησης, ψυχαγωγίας αλλά και βιοπορισμού. Μέσα από το σύντομο αυτό σημείωμα, με το χαρακτηριστικό ύφος του τοπικού Τύπου του Μεσοπολέμου, αποτυπώνεται εύγλωττα η αντίθεση ανάμεσα στην επιβολή της τάξης και στην καθημερινή ανάγκη των απλών ανθρώπων να εργαστούν.

Η παρέμβαση των αρχών για την «τάξη» των ποδηλατών και η μετέπειτα αντίδραση των μικροεπαγγελματιών αποδίδουν ζωντανά τη μικροκοινωνία μιας επαρχιακής πόλης που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στο παλαιό και το νέο, ανάμεσα στη συνήθεια και την πρόοδο. Ένα μικρό επεισόδιο, αλλά χαρακτηριστικό του πνεύματος της εποχής.

“ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ ΤΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ…

Ο νέος Αστυνομικός Διευθυντής Άρτης, περί του οποίου πολλά τα καλά ακούσαμε, ο Ταγματάρχης της Χωροφυλακής κ. Βογιατζάκης, αφού έλαβε γνώση σχετικού σχολίου μας δημοσιευθέντος σε προηγούμενο φύλλο του «Ελευθέρου Λόγου», διέταξε όπως απαγορευθούν εφεξής – όπως εμείς προτείναμε – οι ποδηλατοδρομίες από Διαμάντη μέχρι Διοδίων, προς αποφυγή δυσαρέστων συνεπειών, ιδίως κατά τις ώρες του περιπάτου.

Όπως ήταν επόμενο, οι επιχειρηματίες κάτοχοι ποδηλάτων διαμαρτυρήθηκαν για την αυστηρή αυτή διάταξη, και ο κ. Δήμαρχος παρεκάλεσε τον κ. Αστυνομικό Διευθυντή να άρει τη διαταγή αυτή, για να μη ζημιωθούν στην εργασία τους μερικοί φτωχοί βιοπαλαιστές, οι οποίοι, κατόπιν της διαταγής αυτής, είναι υποχρεωμένοι να μεταφέρουν τις επιχειρήσεις τους έξω από την Άρτα – πράγμα το οποίο είναι τελείως αδύνατο.

Εμείς επί του προκειμένου έχουμε να συστήσουμε μία μέση λύση, εφόσον να απαλλαγούμε τελείως από τον κίνδυνο των ποδηλατιστών δεν είναι δυνατόν: να επιβληθεί εις τούτους από την Αστυνομία να διέρχονται από Διαμάντη μέχρι Διοδίων με την ελάχιστη ταχύτητα. Εάν κάποιος εξ αυτών δεν τηρεί τη διαταγή αυτή, να συλλαμβάνεται αμέσως από τα αστυνομικά όργανα.” (Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ, Άρτα, 1934)

Στη φωτογραφία ο Τηλέμαχος Δ. Μανούσης (δεξιά), ο τελευταίος της Μεγάλης Αγγειοπλαστικής Σχολής στην πόλη. Στη μέση ο Κώστας Φ. Χαραλάμπης, στρατιωτικός γιατρός. Δεν γνωρίζουμε το πρόσωπο στα αριστερά. Στην Ταμπακιάδα το 1957. (Φωτο από το αρχείο Τ. Μανούση, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς) 

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μέσα Μεταφοράς | Σχολιάστε