“Στα τείχη του Κάστρου της Άρτας με φόντο το Ξενία, το 1966”. (Φωτο από το αρχείο του Αναστάσιου Πολάτογλου, όπως αναρτήθηκε στην ομάδα “Ξενοδοχεία του χθες, Ιστορικά και αρχιτεκτονικά ίχνη”)

“Στα τείχη του Κάστρου της Άρτας με φόντο το Ξενία, το 1966”. (Φωτο από το αρχείο του Αναστάσιου Πολάτογλου, όπως αναρτήθηκε στην ομάδα “Ξενοδοχεία του χθες, Ιστορικά και αρχιτεκτονικά ίχνη”)

“Ο άνεμος σφύριζε μανιασμένα στα στενά περάσματα του Διασέλου, σπρώχνοντας τις σκιές να χορεύουν στα στεφάνια και τις ρεματιές . Το μεγάλο Στεφάνι —ένας απότομος, μελιστερός γκρεμός— στεκόταν αγέρωχο, σαν να περίμενε αιώνες την ώρα του. Το χώμα του, απαλό σαν σκόνη, έπεφτε λίγο λίγο στο ποτάμι της Μουρμουρίτας, μεγαλώνοντας τη χαράδρα χρόνο με τον χρόνο.
Οι ντόπιοι το ’λεγαν «Στεφάνι του Καλαντζή». Παλιοί ψιθύριζαν πως άλλοτε, στα σκοτάδια, μαζεύονταν εκεί οι διάβολοι. Με βιολιά και λαλούμενα, με γέλια πνιχτά σαν βουητό από βαθιά σπηλιά, έστρωναν γιορτή. Το τυρί και το γάλα, κλεμμένα από τους βλάχους που τόλμησαν να τα βλαστημήσουν, γίνονταν το τραπέζι τους. Ο κουτσός αρχηγός τους, πάντα με το καρδάρι στο χέρι, φώναζε με χαιρέκακη χαρά: «Απόψε θα φάμε το γάλα του τάδε… το τυρί του άλλου…» και η νύχτα αντηχούσε από τα σαρκαστικά του γέλια.
Μα η πιο μαύρη ιστορία του συνδέθηκε με τον Κώστα Καλαντζή από τη Σκουληκαριά. Οι νεράιδες και οι διάβολοι το είχαν ·συνήθειο να τον αρπάζουν πότε-πότε, να τον γυρίζουν στα ρέματα και να τον αφήνουν πάλι πίσω. Ώσπου, μια χειμωνιάτικη νύχτα, όλα άλλαξαν……
Ο Κώστας κάθονταν μπροστά στο τζάκι, σταυροπόδι, όταν από την καπνοδόχο όρμησαν μέσα σκοτεινές σκιές με μάτια σαν αναμμένα κάρβουνα. Δεν πρόλαβε να φωνάξει….. Χέρια κρύα σαν τον θάνατο τον άρπαξαν και τον τράβηξαν έξω από το μπουχαρί. Στην αυλή, πλήθος διαβόλων, μικρών και μεγάλων, τον περίμενε. Τα βιολιά άρχισαν να παίζουν έναν σκοπό που έμοιαζε να βγαίνει από τα έγκατα της γης.
Με τραγούδια και χορούς, τον οδήγησαν μέσα από ράχες και φαράγγια: Τριανταφυλλαίικα, Φλωραίικα, Αη-Λιά, Κανελλάκι, Κουτσουπιές, Κρανιά, Κούφαλο… Το μονοπάτι τους στριφογύριζε σαν φίδι μέσα στη νύχτα, κι ο Κώστας ένιωθε πως κάθε βήμα τον έφερνε πιο κοντά σε κάτι που δεν θα είχε επιστροφή. Όταν έφτασαν στο Χοντρέλι, το Στεφάνι ορθώνονταν μπροστά του, θεόρατο και σιωπηλό. Από κάτω, το ρέμα της Μουρμουρίτας γουργούριζε αδιάφορο. Τον ανέβασαν στην κορυφή. Ο άνεμος χτύπησε το πρόσωπό του σαν μαχαιριά. Κι έπειτα… ένα σπρώξιμο. Μια κραυγή που χάθηκε στο κενό. Το σώμα του χτύπησε στις πλαγιές του φαραγγιού κι έσβησε μέσα στο σκοτάδι.
Τον βρήκαν μέρες αργότερα, διαμελισμένο, στις όχθες της Μουρμουρίτας. Τον έθαψαν εκεί, με βαριές πλάκες από πάνω, σαν να ήθελαν να τον κρατήσουν μακριά απ’ τους δαίμονες που τον πήραν.
Κι από τότε, όποιος περνάει νύχτα από το “Στεφάνι του Καλαντζή” λέει πως, αν ο αέρας σωπάσει για λίγο, μπορείς να ακούσεις βιολιά να παίζουν κάπου ψηλά, κι ένα μοχθηρό γέλιο που σου παγώνει την καρδιά…….” (Επιμέλεια κειμένου – Αναστασία Καρρά. Πηγή κειμένου : ΙΣΤΟΡΙΚΑ & ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗς ΑΡΤΑΣ, Λ. Χ. Κασελούρη, Αθήνα, 1980)
Η φωτογραφία δημιουργήθηκε με ΑΙ.

Πίνακας του Τάκη Βαφιά που απεικονίζει τον φούρνο ιδιοκτησίας του Κ. Πίσπιρη, που βρίσκονταν στη διασταύρωση των οδών Μάνθα και Βασ. Κωνσταντίνου, πίσω από τον Άγιο Δημήτριο. ( Η φωτογραφία είναι από την συλλογή της κ. Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα).
Μπορείτε να δείτε μια ακόμη φωτογραφία του φούρνου στο λινκ https://doxesdespotatou.com/oi-foyrnarides/

“Ήταν η εποχή της μεγάλης κόντρας Αναγέννησης και ΠΑΣ Γιάννενα. Οι Γιαννιώτες ήρθαν στην Άρτα ενισχυμένοι με τους Ελληνοποιημένους Ριγκάνι, Μοντέζ, Αλβαρέζ κλπ. να μας διαλύσουν. Υπήρξε προ του αγώνα και ο τραυματισμός του Σιακούφη (τον οποίο αντικατέστησε επάξια ο Γιάννης Ξυθάλης που βίδωσε τον Αλβαρέζ) και οι Αρτηνοί πάγωσαν. Τελικά κέρδισε η Αναγέννηση 1 – 0 με γκολ του Τάκη Κουτσογιώργου και ευτυχώς η μεγάλη νεροποντή μετά το τέλος του αγώνα απέτρεψε επεισόδια , επειδή οι Γιαννιώτες δεν μπόρεσαν να χωνέψουν την ήττα.
Κατά την διάρκεια του αγώνα, στο μέσον περίπου της μεγάλης κερκίδας, δημιουργήθηκε μια αμφισβήτηση για την κατοχή της μπάλας σε πλάγιο άουτ και ο Ριγκάνι (που ονομάστηκε Κοντογεωργάκης) δεν μπορούσε να συνομιλήσει μς τον Έλληνα διαιτητή. Τότε σηκώθηκε ο αείμνηστος Τάκης Τζούβας και με βροντερή φωνή είπε στο Ριγκάνι : ” Μίλα βρε άραψ την ελληνικήν να σε καταλάβει ο κύριος διαιτητής”. Το βράδυ εκείνο σ’ όλη την Άρτα έγινε χαμός. Θυμάμαι χαρακτηριστικά στο καφέ – μπαρ του αείμνηστου φίλου Ηλία Σαλαμούρα (πρώην Πριτσιλιάγκου) δεν μπορούσες να χορέψεις από τα σπασμένα πιάτα, όπου συνεχώς ηχούσε το ίδιο τραγούδι : “Κλαίει ο Πασάς, κλαίει κι’ ο μαχαλάς, η κυρά – Φροσύνη κι’ όλος ο ντουνιάς”……”. (Πηγή : ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΡΤΑ, Γ. Χαλκιάς, Αθήνς, 2023).
Στη φωτογραφία η «ΘΕΑ» ΤΟ 1975. Αήττητη. Σάρωσε στη Β’ Εθνική. Ν. Μπέτης, Π. Τατσιόπουλος (Νομικός – Πρόεδρος), Β. Λάιος, Ι. Ξυθάλης, Κ. Μπασιούκας, Κ. Τσόγκας, Ε. Κωστούλας, Ν. Κοντογεώργος, Δ. Τζιολάκης, Α. Παπαδόπουλος, Θ. Παντελής, Κατσινίκας, Κ. Κουφός (Γ. Αρχηγός)
Κάτω αριστερά : Κ. Ι. Παρασκευάς (ταμίας), Δ. Νταλάκας, Γ. Σπύρου (Δάσκαλος) Η. Κουφός, (Γεωπόνος), Χ. Κουτσογεώργος (1ος σκόρερ), Γ. Παπαχρήστος, Κ. Ευταξίας, Ι. Λάιος. Προπονητής ο Νίκος Πάγγαλος. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Η Μανδολινάτα του Συλλόγου “ΣΚΟΥΦΑΣ” στην Πλατεία Κιλκίς το 1923. Αρχιμουσικός ο Δημήτριος Φαναριώτης.
Μέλη : Χρήστος Μούσιος, Κώστας Ζησόπουλος, Απόστολος Χαρίσης, Κώστας Ζαχαρής, Φώτιος Δήμου, Κώστας Ηρακλής, Γεώργιος Κεχαγιάς, Βασίλειος Νασογιαννάκης, Στέλιος Ρέτσας, Γεώργιος Γαλάνης, Ειρηνούλα Παπούλια, Νικολίτσα Νήση. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Ι. Έξαρχου, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ο ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ”).

Όσοι έμεναν στην οδό Βασιλέως Πύρρου, εκεί κοντά στην Αγία Θεοδώρα, θυμούνται κάποιον ρακένδυτο άντρα, με λερωμένα ρούχα και πρόσωπο, να ανεβοκατεβαίνει μονολογώντας το πεζοδρόμιο. Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος, με τα ψυχολογικά προβλήματα, υπήρξε κάποτε η προσωποποίηση της μουσικής στην Άρτα. Πρόκειται για τον Αλέκο Χαρίση, που ήρθε στην Άρτα το 1935 και διδάχτηκε τα πρώτα Ελληνικά γράμματα στο Δημοτικό σχολείο του Αγίου Μηνά. Στη συνέχεια έμαθε τα πρώτα βήματα της μουσικής στον Σύλλογο “ΣΚΟΥΦΑΣ”, αργότερα στην Στρατιωτική Μουσική, όπου και δίδαξε και τέλος συνέχισε τις σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών.
“Σπάνια στην ιστορία συναντά κανείς ανθρώπους όπως ο Χαρίσης, με απαράμιλλο μουσικό ταλέντο, εξαιρετική ευφυία, εκπληκτική πολυμέρεια και ισορροπία σώματος και νου. Έχοντας μουσική κλίση από μικρός, άρχισε μαθήματα στο Σύλλογο ΣΚΟΥΦΑΣ, παίζοντας πότε κορνέτα και πότε τρομπόνι. Έχοντας την πλήρη υποστήριξη του μουσικόφιλου πατέρα του, ο οποίος υπήρξε ένας εκ των μελών της Μανδολινάτας του Αρχιμουσικού Δ. Φαναριώτη στον Σύλλογο Σκουφάς, σπούδασε την Μουσική στο Ωδείο Αθηνών.
Το 1960, άνοιξε για πρώτη φορά το Ωδείο Αθηνών παράρτημα στην πόλη τςη Άρτας με υπεύθυνο καθηγητή τον Αλέκο Χαρίση. Όλοι οι μαθητές του μιλούσαν με θαυμασμό και υπερβολική αγάπη για τον δάσκαλο. Ακολουθούσε στη διδασκαλία την μέθοδο του Λάο Τσε, της μικρότερης δυνατής επέμβασης. “Μπορείς να πάρεις τον μαθητή ως το παράθυρο, αλλά επ’ ουδενί λόγω δεν πρέπει να προσπαθήσεις να του περιγράψεις τη θέα….”. Ο Αλέκος Χαρίσης είχε δημιουργήσει μια υψηλότατου επιπέδου μουσική σχολή στην Άρτα…. Το όνειρό του ήταν να φέρει την αίθουσα συναυλιών και την όπερα στο σπίτι όποιου το επιθυμεί…”. Δυστυχώς, όταν αργότερα παρουσίασε προβλήματα ψυχικής φύσεως, εγκαταλείφθηκε στην τύχη του, ζώντας μόνος του στο σπίτι του – γκρεμισμένο σήμερα – επί της Β. Πύρρου απ’ όπου και ξεπρόβαλε κάθε πρωί, μιλώντας με τον εαυτό του….
Στη φωτογραφία “Ωδείο Αθηνών, παράρτημα Άρτας στην οδό Φιλίππου Μανωλάκη το 1960. Αρχιμουσικός – Καθηγητής Μουσικής Αλέκος Χαρίσης. Διακρίνονται: Στην επάνω σειρά Ευάγγελος Σκανδάλης, Ιωάννης Έξαρχος, Μιχάλης Ευταξίας. Κάτω : Χαρίλαος Σκορδής, Ζάννα Σπύρου, Ειρηνούλα Καρακώστα, Βασιλικούλα Καρακώστα, Παναγιώτα Σιμεντζή, Σφήκα, Σκουτέρη, Παφίλη, Μπακαγιάννης Ναπολέων Βόιδαρος κ.α.” (Οι πληροφορίες του κειμένου προέρχονται απο παλαιό άρθρο του κ. Ιωάννη Έξαρχου στην εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ και η φωτογραφία είναι από το αρχείο του ιδίου).

Όρθιοι : Χρ. Κουτσογεώργος, Β. Ρέντζος, Κ. Νίκου, Σ. Γιαννούλης (Φιλόλογος), Δ. Χουλιάρας, Χ. Βάσσος, Κ. Ευταξίας, Δ. Τζομάκης, Χ. Τσιάφης, Ν. Κοντογεώργος, Κ. Μπασιούκας, Π. Παπαχρήστου, Χ. Παπαγιάννης, Π. Ραβανός, Δ. Μπέκας, Ε. Μπακατσέλος, Λ. Παχούλας, Α. Θώδης, Κ. Γιώτης (Ρουμάνος), Σ. Γκόμπλιας, Κ. Λυμούρης, Κ. Κοντογεώργος (Δάσκαλος). [Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Για όσους αγαπούν τον Παπαδιαμάντη……
Διαβάζουμε στον πρόλογο της εργασίας “Κάτι που ελάχιστοι γνωρίζουν – ακόμα και ανάμεσα σε φιλολόγους και λάτρεις της παλιότερης ελληνικής λογοτεχνίας – είναι πως η Άρτα, αυτή η πόλη με το περίφημο γεφύρι και τις σκιερές της ιστορίες, αποτέλεσε το σκηνικό όπου ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης διάλεξε να τοποθετήσει το πρώτο του μυθιστόρημα: τον «Χρήστο Μηλιόνη». Μια επιλογή καθόλου τυχαία. Ήταν η στιγμή που ο σπουδαίος συγγραφέας εγκατέλειπε συνειδητά τη φόρμα του εκτενούς ιστορικού μυθιστορήματος και στρεφόταν προς ένα νέο, προσωπικό αφηγηματικό μονοπάτι: το ιστορικό διήγημα. Αντλώντας την υπόθεσή του από τη ζωντανή φλέβα της προφορικής παράδοσης – από το δημοτικό τραγούδι που υμνεί την τολμηρή πράξη του Μηλιόνη, την απαγωγή του Καδή και δύο Αγάδων της Άρτας – ο Παπαδιαμάντης συνθέτει έναν ηρωικό θρύλο, ένα έπος μικρής φόρμας, μα μεγάλης πνοής. Ένα γεγονός που όχι μόνο τοποθέτησε τον ήρωα στο στόχαστρο της τουρκικής εξουσίας, αλλά και τον οδήγησε στον μαρτυρικό του θάνατο…..Α. Καρρά”
Μπορείτε να διαβάσετε σχετικά εδώ

Εκεί, στην όμορφη Ροδαυγή, λίγο πριν φτάσει κανείς στην Καρυδέα, απλώνεται ένας τόπος που οι παλιοί τον λένε «Κακολάγκαδο». Εκεί, κάποτε, λένε πως υπήρχε εύφορη γη, γεμάτη πλούσια σπίτια και εύπορους ανθρώπους. Ανάμεσά τους ζούσε κι ένας φτωχός πατέρας με τις δύο του θυγατέρες.
Η πρώτη κόρη παντρεύτηκε έναν ταπεινό γείτονα, μα τον αγαπούσε και ζούσαν αγαπημένοι. Στα πέντε τους χρόνια έφεραν στον κόσμο τέσσερα παιδιά, όμως η μοίρα δεν τους λυπήθηκε – ο άντρας πέθανε, αφήνοντάς της μοναχά την καλύβα και μια γελάδα. Η δεύτερη κόρη όμως είχε σταθεί πιο τυχερή. Παντρεύτηκε τον άρχοντα του τόπου και ζούσε μέσα στη χλιδή, με παχιά στρώματα, μεταξωτές κουρτίνες και υπηρετικό προσωπικό, μα μοναχά ένα παιδί είχε, χλωμό και άρρωστο.
Η φτωχή αδερφή, για να θρέψει τα παιδιά της, έκανε θελήματα στο πλούσιο σπίτι. Η αδερφή της, με μισή καρδιά, της έδινε κάθε βράδυ λίγο αλεύρι. Εκείνη έφτιαχνε μ’ αυτό κουρκούτι και τάιζε τα ορφανά της, που έλαμπαν από υγεία και ζωή. Κόκκινα μάγουλα και δυνατά κορμιά, ενώ του άρχοντα το παιδί μαράζωνε.
Ζήλεψε τότε η πλούσια αδερφή κι απόρησε:
— Τι τα ταΐζεις και είναι έτσι ροδοκόκκινα τα παιδιά σου;
— Κουρκούτι, με το αλεύρι που μου δίνεις, αποκρίθηκε η φτωχή.
— Ε, λοιπόν, άλλο δεν θα σου ξαναδώσω! Και το έκανε.
Μα και πάλι τα ορφανά παρέμεναν γερά. Ρώτησε ξανά:
— Τώρα πού βρίσκεις τροφή;
— Σαν ζυμώνω για τους υπηρέτες σου, αφήνω τα χέρια άπλυτα και με το αλεύρι που μένει απάνω τους, φτιάχνω το κουρκούτι.
Φούντωσε η κακία της πλούσιας. Από τότε, την υποχρέωνε να πλένει τα χέρια της προτού φύγει. Την τρίτη μέρα, γύρισε η φτωχή με άδεια χέρια.
— Δεν θα φάμε απόψε, μάνα; Ρώτησαν τα παιδιά της.
— Θα φάμε, τους είπε εκείνη, μα η καρδιά της πονούσε. Τι να τους δώσει;
Άναψε το φούρνο κι έριξε μέσα λίγες κοπριές της γελάδας, για να ξεγελάσει την πείνα με τον ήχο και τη μυρωδιά του φούρνου. Τα παιδιά αποκοιμήθηκαν νηστικά και εκείνη ξαγρυπνούσε, συλλογιζόμενη τη μοίρα τους.
Ξάφνου, μια απαλή, γλυκιά φωνή ακούστηκε πίσω της:
— Καλησπέρα, κυρά.
Γύρισε να δει, μα πριν προλάβει να μιλήσει, ο ξένος της είπε:
— Ξύπνα τα παιδιά σου και άνοιξε τον φούρνο.
Και ω του θαύματος! Ο φούρνος ήταν γεμάτος ζεστά, μυρωδάτα καρβέλια! Έφαγαν και χόρτασαν για πρώτη φορά μετά από καιρό.
Τότε ο άγνωστος την πρόσταξε:
— Πάρε τα παιδιά σου, την αγελάδα και ό,τι άλλο χρειάζεσαι και φύγε προς τον βοριά. Μα πρόσεξε: ό,τι κι αν ακούσεις, μην γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω σου. Κακό μεγάλο θα σε βρει.
Η γυναίκα κατάλαβε πως δεν ήταν άνθρωπος, αλλά άγγελος Κυρίου. Έκανε όπως της είπε και ξεκίνησε. Καθώς ανέβαιναν το μονοπάτι προς το Ξεροβούνι, η γη άρχισε να τρέμει. Σεισμός φοβερός σάρωσε τον τόπο. Το βουνό γκρεμιζόταν και η γη άνοιξε να καταπιεί ολόκληρο τον συνοικισμό, το πλούσιο σπίτι, τον άρχοντα και την κακιά αδερφή.
Η γυναίκα, ακούγοντας τον χαλασμό, ένιωσε πόνο για την αδερφή της. Γύρισε με δάκρυα στα μάτια και φώναξε:
— Αδερφούλα μου…
Μα η παρακοή της κόστισε. Εκείνη τη στιγμή, μαρμάρωσε. Πάγωσε ο χρόνος για την ίδια και για την αγελάδα της, που στεκόταν δίπλα της.
Από τότε, λένε πως όποιος περνά από τον γκρεμό κοντά στην Καρυδέα και σηκώσει το βλέμμα, βλέπει έναν παράξενο βράχο με μορφή γυναίκας. Οι ντόπιοι τον δείχνουν και λένε:
— Εκεί, παιδί μου, είναι η Μαρμαρωμένη.
Κι ακόμη, τρία χρόνια μετά τον χαλασμό, λένε πως ακούγονταν από τα βάθη της γης τα κοκόρια του χαμένου συνοικισμού…” (Αφήγηση του Γεωργούλα Σωκράτη Δ. (1966) όπως δημοσιεύτηκε στο Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας – Επιμέλεια κειμένου : Α. Καρρά)
Η φωτογραφία δημιουργήθηκε με ΑΙ.
