Μια υπέροχη, παλιά φωτογραφία από μια σχολική αίθουσα ραπτικής στην Άρτα, ξεθωριασμένη από το χρόνο — τα κορίτσια καθισμένα στα θρανία, συγκεντρωμένα, και μπροστά η κλασική ραπτομηχανή Singer, σύμβολο μιας άλλης εποχής. Μια ζεστή ματιά στο παρελθόν.
Η εταιρεία Singer στην Άρτα, στεγάζονταν στο οίκημα Βαβέκη, επί της Σκουφά, απέναντι από τον Κακαβά. (Φωτο από αρχείο Σ. Μαστοράκη)
«Οι 4 εικονιζόμενοι παίκτες του ΑΕΤΟΥ – Κ. Αμβράζης, Ν. Μαστρογιάννης, Ευαγ. Μπακατσέλος, Κ. Παπαδημητρίου – μαζί με τον Βασιλ. Ρέντζο είχαν παρουσιαστεί στα Κέντρα Νεοσυλλέκτων για κατάταξη την Δευτέρα. Την Κυριακή έπαιζαν με τον ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟ. Τότε…για να πάρεις άδεια εξόδου έπρεπε να έχεις καθίσει «μέσα» 40 ημέρες. Όμως, ο τότε Πρόεδρος του ΑΕΤΟΥ, ο φαρμακοποιός Γεώργιος Αναλογίδης, κατάφερε και τους έφερε «αόρκιστους» το Σάββατο – την Κυριακή …φάγαμε τριάρα…» (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)
Ο χάρτης που παρουσιάζεται εδώ, προερχόμενος από την Ψηφιακή Συλλογή της Αυστριακής Εθνικής Βιβλιοθήκης, φέρει τη χρονολογία “μετά το 1684” – τη χρονιά της παράδοσης της Πρέβεζας στη Βενετία. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σπάνιο τεκμήριο, με αναλυτικές περιγραφές της περιοχής και γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστοριογραφία της Άρτας και του Αμβρακικού Κόλπου.
Παρότι ο χάρτης εστιάζει στη στρατιωτική δράση στην είσοδο του κόλπου, η αξία του για την περιοχή της Άρτας είναι πολύ ευρύτερη: αποτυπώνει για πρώτη φορά με τέτοια σαφήνεια το φυσικό τοπίο του Αμβρακικού, την πυκνή δασική κάλυψη της εποχής, τις χαμηλές και ρηχές εκτάσεις και τις οχυρωμένες θέσεις που επηρέαζαν άμεσα τη ζωή στην ενδοχώρα.
Η Άρτα και ο Κόλπος της Άρτας στις αρχές του 17ου αιώνα
Ο χάρτης δείχνει ότι ο Αμβρακικός δεν ήταν απλώς θαλάσσιος κόλπος· ήταν μια κρίσιμη στρατιωτική και υδρογεωγραφική πύλη προς την ενδοχώρα της Άρτας. Για τις βενετικές δυνάμεις, η δυνατότητα ελέγχου των ακτών και των ρηχών νερών είχε καθοριστική σημασία, καθώς ολόκληρη η βόρεια παραλία λειτουργούσε ως φυσική «προσέγγιση» προς την πόλη της Άρτας.
Η καταγραφή των ρηχών νερών και των δασών (που σημειώνονται επανειλημμένα ως boschi) δείχνει ότι η περιοχή ήταν τότε πολύ πιο πράσινη, πιο υγρή και περισσότερο κλειστή από ό,τι σήμερα. Το τοπίο αυτό είχε στρατηγική σημασία: τα δάση παρείχαν κάλυψη, οι βάλτοι και τα ρηχά νερά δυσκόλευαν τις αποβάσεις, και οι λοφώδεις απολήξεις δημιουργούσαν φυσικά σημεία επιτήρησης.
Τα δάση της Άρτας και των ακτών του Αμβρακικού (17ος–18ος αι.)
Ο χάρτης επιβεβαιώνει όσα αναφέρουν οι περιηγητές και οι διοικητικές πηγές της εποχής: η Άρτα και οι ακτές του κόλπου διέθεταν εκτεταμένα δάση, τα οποία σήμερα έχουν κατά μεγάλο μέρος εξαφανιστεί.
Βενετικές πηγές του 16ου–17ου αιώνα μιλούν για «boschi bassi», «boschi secchi» και πυκνή βλάστηση γύρω από τον κόλπο. Ο καπετάνιος Balducci, που μνημονεύεται στον ίδιο τον χάρτη, είχε εντολή να καταγράψει όχι μόνο τα ρηχά νερά αλλά και τις δασικές εκτάσεις, επειδή επηρέαζαν την κίνηση των γαλερών και τη διάταξη των φυλακίων.
Στα τέλη του 17ου αιώνα, ο Gemelli Careri μνημονεύει τις «δασωμένες όχθες» του Αμβρακικού φτάνοντας στην περιοχή, ενώ οθωμανικές καταγραφές αναφέρονται σε δασικούς πόρους και ξυλεία γύρω από την Άρτα.
Η έντονη αποψίλωση έρχεται αργότερα, τον 18ο αιώνα, όταν οι Γάλλοι και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις χρησιμοποιούν τη ξυλεία των ακτών για οχυρωματικά έργα και ναυπηγικές ανάγκες. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο W. M. Leake διαπιστώνει ήδη σημαντική απώλεια δασών σε σύγκριση με τις παλιές περιγραφές.
Ο τόπος, όπως φαίνεται στον χάρτη του 1604, είναι ένα εντελώς διαφορετικό φυσικό τοπίο από το σημερινό. Και αυτό καθιστά τον χάρτη ντοκουμέντο πρώτης γραμμής για τη φυσική ιστορία της Άρτας.
Ο χάρτης του 17ου αι.: μια από τις πρώτες χαρτογραφημένες «εικόνες» του Αμβρακικού
Ο χάρτης αποτυπώνει:
τις θέσεις των στρατευμάτων
τα δάση και τα ξέφωτα
τις ρηχές περιοχές του κόλπου
τις πιθανές αποβάσεις
τις κινήσεις Βενετών και Τούρκων
και τα σημεία που σηματοδοτούσαν την επιτήρηση της ακτής
Ξεχωρίζει η αναφορά στη «παραπλανητική απόβαση» των γαλερών της Τοσκάνης (finto sbarco), μια τακτική που οι Βενετοί χρησιμοποίησαν συχνά στον 17ο αιώνα.
Ο χάρτης ολοκληρώνεται με την σημείωση της παράδοσης της Πρέβεζας στις 29 Σεπτεμβρίου 1684, ανήμερα του Αγίου Μιχαήλ Αρχαγγέλου, γεγονός που τον τοποθετεί με ακρίβεια στο ιστορικό του πλαίσιο.
✅ Τα σημεία του χάρτη (A–Q) με τη μετάφρασή τους
A. Το φρούριο της Πρέβεζας. B. Σπίτια κάτω από το φρούριο. C. Δάσος σε λοφίσκο όπου είχαν θεαθεί πολλές στρατιωτικές σκηνές. D. Θέση δίπλα στο δάσος όπου παρουσιάστηκαν περίπου εκατό Τούρκοι σε διάταξη μάχης. E. Θέσεις με πολλές σκοπιές, πεζές και έφιππες. F. Θέσεις όπου παρατηρήθηκαν τμήματα πεζικού και ιππικού. G. Μέρη όπου στήνονταν ενέδρες· ακούγονταν άλογα να περνούν από την πεδιάδα. H. Δάση και πεδιάδα από τη μεριά του Αμβρακικού. I. Ρηχά νερά και ξέρες μετρημένες από τον καπετάνιο Balducci. K. Θέση “Casalone” ή “Manetta”, όπου είχαν στηθεί οι θέσεις ενόψει της απόβασης. L. Τα δάση της Άρτας. M. Οι γαλέρες της Τοσκάνης για την παραπλανητική απόβαση. N. Οι βασιλικές γαλέρες της Βενετίας. O. Πορεία προς την περιοχή του Άρτας· ο Κόλπος της Άρτας. Q. Η παράδοση της Πρέβεζας στις 29 Σεπτεμβρίου 1684, ημέρα του Αγίου Μιχαήλ.
Η σημασία του τεκμηρίου
Για την Άρτα, ο χάρτης αυτός είναι πολύ περισσότερος από πολεμικό σχέδιο:
αποτελεί την παλαιότερη λεπτομερή απεικόνιση του Αμβρακικού
καταγράφει δάση που πλέον δεν υπάρχουν
δείχνει τα στρατηγικά σημεία που συνέδεαν κόλπο και ενδοχώρα
αποτυπώνει τις πρώτες βενετικές επιχειρήσεις στον χώρο
επιβεβαιώνει την ιστορική γεωγραφία της περιοχής πριν τις μεγάλες αλλοιώσεις του 18ου–19ου αιώνα
Πρόκειται για ένα τεκμήριο εξαιρετικής σημασίας όχι μόνο για την Πρέβεζα, αλλά για όλον τον χώρο του Αμβρακικού και ειδικά για την Άρτα.
Ο χάρτης του 1684 ανοίγει ένα παράθυρο σε έναν Αμβρακικό πολύ πιο άγριο, δασωμένο και στρατηγικά φορτισμένο από ό,τι τον γνωρίζουμε σήμερα. Για πρώτη φορά αποτυπώνεται με τέτοια καθαρότητα η σχέση της Άρτας με τον κόλπο, το φυσικό τοπίο της εποχής και η γεωπολιτική σημασία της περιοχής.
Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο που δικαιούται να γίνει σημείο αναφοράς για όποιον μελετά την ιστορία της Άρτας και του Αμβρακικού.
Σε μια πάροδο της οδού Ανενομύλων, το σπίτι της φωτογραφίας αποπνέει την ατμόσφαιρα ενός παλιού ηπειρώτικου σπιτιού της δεκαετίας του ’50. Το σκηνικό έχει μια ήρεμη, νοσταλγική χροιά, σαν να κρύβει ιστορίες περασμένων χρόνων που μένουν ζωντανές μέσα στη φθορά και τη γοητεία του χώρου.
Η πέτρινη τοιχοποιία, τα μπλε κουφώματα και η σκάλα με τα μεταλλικά κιγκλιδώματα συνθέτουν μια εικόνα που σε πλημμυρίζει με ζεστασιά. Η βλάστηση —ιδίως η κληματαριά που απλώνεται στην πρόσοψη— προσθέτει μια αίσθηση ελαφριάς εγκατάλειψης αλλά και φυσικής ομορφιάς, σαν το σπίτι να συνεχίζει να “αναπνέει” μέσα στον χρόνο.
Το υγρό έδαφος με τις πρασινάδες και η απαλή, συννεφιασμένη φωτεινότητα ενισχύουν την αίσθηση μιας ήσυχης, νοσταλγικής γωνιάς, λίγο κρυμμένης μέσα στην πόλη.
Μια και αναφερθήκαμε πρόσφατα στο πρατήριο της SHELL του Κ. Χρηστάκη, εδώ μια φωτογραφία της οδού Αμβρακίας στο ύψος της πλατείας Διαμάντη από το αρχείο του κ. Σταύρου Μαστοράκη, στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Στο βάθος το πρατήριο όπως φαίνεται από την πλευρά του δρόμου (Δείτε παλαιότερη ανάρτηση εδώ).
Ευχαριστώ θερμά τον κ. Σταύρο Μαστοράκη για την πρόσβαση στο πλούσιο φωτογραφικό του αρχείο.
Έτσι τιτλοφορείται η παρακάτω φωτογραφία που είναι μάλλον από την περιοχή των Ραδοβιζίων, ίσως από τη Χελώνα, αν κρίνουμε από το βουνό που υψώνεται στο βάθος.
Εδώ ο γερο – Παρασκευάκης στέκει σαν κομμάτι του τοπίου· σαν να τον γέννησε το ίδιο το βουνό. Η κάπα του — χοντρή, μάλλινη, βαριά σαν χειμωνιάτικη σιωπή — πέφτει πάνω στους ώμους του σαν μανδύας αρχαίου οδοιπόρου. Στα ορεινά της Άρτας, η κάπα δεν ήταν ρούχο· ήταν καταφύγιο. Ασπίδα ενάντια στον άνεμο που κατέβαινε από το Γάβρογο, στον υγρό κρύο αέρα που έμπαινε στα κόκαλα, στις μακριές νύχτες που έσβηναν μόνο από το πρώτο φως.
Κάθε ίνα τέτοιων ενδυμάτων κουβαλούσε ιστορίες: το σκούρο χρώμα από το ανεπεξέργαστο γίδινο μαλλί, το βάρος από τα χρόνια χρήσης, τη ζεστασιά που κάποτε προσέφεραν σε ανθρώπους που περπατούσαν μονοπάτια δύσβατα, που έβγαζαν το μεροκάματο με τα χέρια. Η κάπα ήταν ο σύντροφος του χωρικού, όπως το μπαστούνι του στο χώμα — σταθερό, αξιόπιστο, προέκταση του σώματός του.
Το πρόσωπό του — βαθύ, σκαμμένο από καιρούς και χειμώνες — μοιάζει σαν χάρτης μιας ζωής που γράφτηκε πάνω στο δέρμα. Οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια του, πυκνές σαν ρεματιές στο βουνό, δείχνουν άνθρωπο που είδε πολλά και μίλησε λίγο. Το βλέμμα του δεν έχει τη διαύγεια της νιότης, αλλά κάτι πιο δυνατό: μια γαλήνια αποδοχή, μια σοφία που δεν διδάσκεται· μόνο βιώνεται.
Και πάνω στο κεφάλι του, το μικρό φέσι — φθαρμένο, στραβοφορεμένο, σαν να το είχε χρόνια — ολοκληρώνει την εικόνα. Δεν είναι απλώς κάλυμμα· είναι συνέχεια του ίδιου του Παρασκευάκη, κομμάτι της ταυτότητάς του. Φέρνει στον νου μια εποχή όπου τέτοια καπέλα δεν ήταν στολίδι, αλλά καθημερινό σημάδι αξιοπρέπειας και τάξης. Το φέσι του, ελαφρά γερτό, μοιάζει να κρατά το τελευταίο ίχνος νεότητας σε ένα σώμα που η ζωή το λύγισε, αλλά δεν το έσπασε.
Ο Παρασκευάκης, έτσι όπως ακουμπά στο ραβδί του, μοιάζει με φύλακα μιας εποχής όπου οι άνθρωποι ντύνονταν όχι για να ομορφύνουν, αλλά για να αντέξουν. Στο φόντο, τα λιτά σπίτια με τις πέτρινες αυλές και τις στέγες χαμηλωμένες απέναντι στον άνεμο, συμπληρώνουν την εικόνα μιας κοινωνίας που υπάκουε στους ρυθμούς της φύσης, και όχι το αντίστροφο.
Έτσι, μέσα σε αυτό το ασπρόμαυρο φως της δεκαετίας του ’60, η ενδυμασία γίνεται γλώσσα. Μιλά για αυτονομία, για σκληραγωγία, για έναν κόσμο που ζούσε με λίγα, αλλά στεκόταν όρθιος όπως ο ίδιος ο άντρας στη φωτογραφία: απλός, σκυφτός από το βάρος μιας σκληρής, βουνίσιας ζωής, αλλά αγέρωχος απέναντι στον χρόνο. (Φωτο από ιδιωτικό αρχείο – Κείμενο Α. Καρρά).
Παλιά φωτογραφία από την δεκαετία του ’60 που απεικονίζει το κοινοτικό κατάστημα, την εκκλησία, το σχολείο και τα καφενεία στο Ρετσιανά Άρτης.
Τα Ρετσιανά ή Ρετζιανά, όπως αναγράφονται στην φωτογραφία, βρίσκεται στα Ραδοβίζια και ήταν παλιά συνοικισμός του Βελετζικού. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να βρούμε άλλα στοιχεία γι’ αυτό το χωριό που είναι γνωστό στους φυσιολάτρες για τις Σούδες, δηλαδή μικρούς καταρράκτες που βρίσκονται περίπου 2 χιλ. στα βόρεια του χωριού. (Φωτο από ιδιωτικό αρχείο)
“Στο Κάτω Γραικικό, τότε που οι νύχτες ήταν πιο βαριές και τα χωράφια άκουγαν τα μυστικά των ανθρώπων καλύτερα κι από τους ίδιους τους ανθρώπους, ζούσε ένας ριχτολόγος περίφημος: ο Γεώργιος Τριαντάφυλλος. Ήταν άντρας που διάβαζε τη Σολομονική και δεν φοβόταν το σκοτάδι, γιατί το είχε γνωρίσει από κοντά. Έλεγαν πως μπορούσε να μιλάει με πνεύματα, να τα μαζεύει γύρω του σαν σπουργίτια, να τα δένει με λόγια παλιά, από εκείνα που δεν τα βρίσκεις πια σε χαρτί ούτε σε βιβλίο.
Ένα απόγευμα, λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος, φάνηκε μπροστά στην πόρτα του ένας σιδηρουργός. Ήταν γνωστός μάστορας, άνθρωπος τίμιος και δουλευταράς, και είχε φτιάξει γιαταγάνια ξακουστά, για όποιον ήξερε να ξεχωρίζει την καλή δουλειά. Μα του τα είχαν κλέψει. Και δεν ήταν απώλεια απλή· ήταν σαν να του πήραν την περηφάνια του. Γι’ αυτό ήρθε στον ριχτολόγο, να μάθει τι απόγιναν.
Ο Τριαντάφυλλος σκέπασε το δωμάτιο με μυρωδιά λιβανιού και ψιθύρισε τα λόγια που μόνο εκείνος μπορούσε να πει. Το φως χαμήλωσε· ο αέρας κάπως πάγωσε· κι άρχισαν να μαζεύονται τα πνεύματα, άυλα και βουβά, σαν ίσκιοι που δεν τους προσέχει κανείς μέχρι να είναι πολύ αργά. Ήρθαν όλα — όλα εκτός από τον Κουτσό, τον αρχηγό τους, τον πιο φοβερό.
Ο ριχτολόγος τον κάλεσε μια φορά. Δε φάνηκε. Δεύτερη. Ούτε σημάδι. Τρίτη. Μονάχα ένας απόκοσμος αναστεναγμός. Τέταρτη. Και τότε ακούστηκε το σύρσιμο ενός ποδιού. Ήρθε ο Κουτσός, κουρασμένος, μισοσκυφτός, σαν να έφερνε πίσω του τη νύχτα ολόκληρη.
Ο ριχτολόγος τον κάρφωσε με το βλέμμα. —Γιατί άργησες; τον ρώτησε.
Κι ο Κουτσός, με φωνή που έμοιαζε να βγαίνει από πηγάδι βαθύ, αποκρίθηκε: «Δεν ήμουν μακριά… μα έπρεπε να τελειώσω μια δύσκολη δουλειά. Σε λίγες μέρες θα σκοτωθούν δύο αδέλφια.»
Κανείς δεν μίλησε. Μονάχα ο αέρας έτριξε λίγο στο παράθυρο.
Ύστερα ο Κουτσός μίλησε για τα γιαταγάνια. Είπε ποιοι τα πήραν, πώς έφυγαν, πού χάθηκαν…. Είπε πως ήταν δουλειά δική του και των δικών του, και πως δεν υπήρχε τρόπος να γυρίσουν πίσω….. Όποιος άκουγε τη φωνή του εκείνη την ώρα, ένιωθε ότι έλεγε την αλήθεια, κι ο ριχτολόγος το ’νιωσε, παρ’ όλο που η αλήθεια δεν ήταν εύκολη στ’ αυτιά του…. Και μετά τον άφησε ελεύθερο, μαζί με τα άλλα πνεύματα. Έφυγαν σαν να τα ρούφηξε η γη.
Βγήκε τότε και είπε στον σιδηρουργό: —Μην τα ψάχνεις άλλο τα γιαταγάνια. Και να προσέχετε όλοι. Δυο αδέλφια θα χαθούν. Αυτά ήταν που μου είπαν.
Το μαντάτο έτρεξε στον τόπο γρήγορα, σαν να το φύσηξε ο άνεμος από αυλή σε αυλή. Κι όσο κι αν κάποιοι δεν ήθελαν να το πιστέψουν, βαθιά μέσα τους κάτι έσφιγγε την καρδιά τους.
Κι όπως λέει ο θρύλος, λίγες μέρες μετά, στα Ποτιστικά, έγινε το κακό. Σκοτώθηκαν τα δύο παιδιά του Γεωργίου Γιώτη, ο Κωνσταντίνος και ο Αθανάσιος. Τα δύο παλικάρια αγαπούσαν την ίδια κοπέλα. Το μυστικό δεν άντεξε, φανερώθηκε, κι ο θυμός τους φούντωσε σαν η φωτιά στα ξερόχορτα.
Ο ένας γύρισε στο σπίτι φορτωμένος οργή. Δεν βρήκε τον αδελφό του. Βγήκε έξω και τον είδε να ’ρχεται από το μονοπάτι, κι εκείνος το ίδιο θυμωμένος. Δεν ακούστηκε κουβέντα. Μονάχα τα κουμπούρια που τραβήχτηκαν. Κι έπεσαν και οι δύο. Όπως το είχε ξεστομίσει ο Κουτσός.
Κάποιοι λένε πως πάλεψαν με μαχαίρια στη σκάλα. Μα το τέλος δεν άλλαξε. Χάθηκαν και οι δυο.
Λένε πως εκείνη τη νύχτα φυσούσε ένας παράξενος αέρας πάνω από τα Ποτιστικά, κι όσοι τον άκουσαν είπαν πως δεν έμοιαζε με συνηθισμένο αγέρα. Έμοιαζε με γέλιο —το γέλιο των πονηρών πνευμάτων που χάρηκαν το έργο τους.
Η μάνα των παιδιών, που δεν είχε άλλα, κράτησε το καντηλάκι τους αναμμένο μέρα και νύχτα ως την τελευταία της ανάσα. Και όταν αργότερα τα νερά της τεχνητής λίμνης του Άραχθου ανέβηκαν και σκέπασαν τα Ποτιστικά, σκέπασαν και το σπίτι, και το καντηλάκι, και τη θλίψη της.
Από τότε, στο χωριό, όταν συνέβαινε κακό, οι άνθρωποι έλεγαν: «Έργο του Κουτσού…» ή «Όσο να μπει ο Κουτσός ανάμεσα, καλά πάνε τα πράματα.» ή «Θα πάνε ίσια οι δουλειές, ώσπου να μπει ο Κουτσός.»
Γιατί πίστευαν πως εκείνος, ο αρχηγός των σκοτεινών πλασμάτων, γλιστρούσε, κουτσαίνοντας πάντα, ανάμεσα στους ανθρώπους — κι ό,τι έβρισκε το σκίαζε.
Και έτσι ο θρύλος του μεγάλωσε, και οι άνθρωποι σταυροκοπιούνταν κάθε φορά που άκουγαν βήματα περίεργα μέσα στη νύχτα, ψιθυρίζοντας:
«Μη φανεί ο Κουτσός…».” (Πηγή : “Ο Κουτσός Σατανάς” Μια ιστορία από το βιβλίο του Κ. Κοκκινέλη “ΚΟΡΦΟΒΟΥΝΙ ΑΡΤΑΣ”, Αθήνα, 2013 – Επιμέλεια κειμένου Α. Καρρά)
Ο ιδιοκτήτης Κ. Β. Χρηστάκης μπροστά στο Πρατήριο της SHELL, πιθανόν με δύο υπαλλήλους του. Το Πρατήριο βρισκόταν στην Πλατεία Διαμάντη, στην αρχή της οδού Αμβρακίας. (Φωτο από ιδιωτική Συλλογή)
Επίσης Αρχιμανδρίτες και αργότερα Μητροπολίτες σε Νομούς της χώρας μας : Αβέρκιος Παπαδόπουλος, Θεοφ. Παπακωνσταντίνου, Ζαχ. Λιανάς. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.