1931, ΙΟΥΝΙΟΣ : ΑΡΑΧΘΟΣ, η θρυλική ΠΑΝΕΡΓΑΤΙΚΗ.
Μπορείτε να διαβάσετε τα ονόματα των παικτών στο πρώτο σχόλιο.
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)


1931, ΙΟΥΝΙΟΣ : ΑΡΑΧΘΟΣ, η θρυλική ΠΑΝΕΡΓΑΤΙΚΗ.
Μπορείτε να διαβάσετε τα ονόματα των παικτών στο πρώτο σχόλιο.
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)


—————————
“Στό ορεινό ύψωμα Άη – Θανάσης υπάρχει μιά τρύπα στή γή πού τό στόμιό της είναι σχετικά μικρό 15— 20 έκ. Άπό τήν τρύπα αύτή βγαίνει ένας παράξενος ήχος· «Άκούγεται σά νά περνάει βαθειά, πολύ βαθειά, ποταμός ολόκληρος», λέει ό γέροντας ιερέας Βασ. Παπαζαχαρής. Λέν πώς τά πολύ παλιά τά χρόνια τό νερό τσ’ Κλίφκης έβγαινε έδώ ψ’λά. Κι μιά μέρα πνίγκ’καν μέσ’ σ’ αύτό τό νερό κι τά δυό βόδια μιας φτωχής πόκανε χωράφ’. Στρέγκλιασαν κι πνίκαν. Τότε αύτή ή γυναίκα καταράστκι το ποτάμ’ κι τούπε: «Νά γέν’ς άμουρο (νά εξαφανιστείς) άπουδώ». Κι άπό τότε τού ποτάμ’ στασάτσι κι βγαίν’ τό πολύ κατ’ στήν Κλίφκ’ κι λίγο στά Ραβένια. Αύτό τό νερό είναι π ’ άκούγεται τώρα στήν Κουδουνότρυπα. “Αμα ρίξεις μέσα ένα λιθάρ’ άκούγεται π’ γκυλάει τόν κατήφορο στό βάθος». Ό Κώστας ό Γερογιάννης άπό τήν Πλαίσια μέ διαβεβαιώνει πώς κυνηγώντας έδώ ψηλά, βρήκε λείψανα νερόμυλου κι ύποστηρίζει κι αυτός πώς έδώ έβγαινε τά παλιά χρόνια τό νερό τής Κλίφκης.
ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΥΔΟΥΝΟΤΡΥΠΑ ΚΟΡΙΤΙΑΝΗΣ: Αφήγηση τού κ. Δημοσθένη Μπουκουβάλα άπό τήν Κυρύτιανη, όπως τή θυμάται άπό διηγήσεις του πατέρα του Γεωργίου Μπουκουβάλα. Σύμφωνα μ’ αύτή: «Δυο παιδιά άπό τά Πεστά τάστειλε ή μάννα τους νά μάσ’ν τά γελάδια άπό τό ποτάμι πούταν κατά τ’ μεριά τ’ Άη – Θανάσ’ τσ’ Κορύτιανς. Τά γελάδια όμως ήταν άπόπερα απ’ τό ποτάμ’ στό Κορυσνό τό μέρος. Τά παιδιά μπήκαν στό ποτάμ’ νά περάσν’ άπόπερα άλλά τά πήρε τό νερό κι πνίκαν κι τά δυό. . . Ή μάννα τσ’ κι ό πατέρας τά περίμεναν ώρες πολλές κι δέν έρχονταν. Τότε ή μάννα κίνσει μοναχή τσ’ νά πά νά βρει τά πιδιάτσ’. Φόντα έφτασι στού ποτάμ’ άγνάντευε κι είδε τά γελάδια άπόπερα άπ’ τό ποτάμ, στόν Κορυσνό τόν τόπο. Χαλεύ γιά τά παιδιά τσ’ τά φωνάζ’ μέ τά ονόματά τσ’ άλλά π ’θενά άπάντς. Φωνάζοντας πάαινε τόν κατήφορο όπως έρουε τό ποτάμ. ’Άξαφνα βλέπ’ τά παιδάκια τσ’ πνιγμένα κι τά δυό βγαλμένα σν’ άκρ’ . . . Τί γίνκι μή ρουτας. . . δυό παιδιά νά πνιγούν. . . ‘Ύστερα άπό 1— 2 μέρες ή μάννα πήρε δυό πουκάρια μαλλιά πρόβεια, πάει στό ποτάμ’ τ’ άφόρ’σι μέ τήν πονεμέν’ τήν ψ’χή τσ’ κι τούπε: Μωρέ έρμου κι άλαλου, μόφαες τά πιδιά μ’ . . . Νά χαθείς κι σ’ έρμουν τόπο νά πά νά βγεις. Τότε — λέν — έφ’γι όλο τό ποτάμ’, χάθ’κε κι πήγε καί βγήκε κάτ’ στήν Κλίφκ’, έκεί π’ δέ φαίνεται π ’θενά κι άπόμνει λίγο καί βγήκε στά Ραβένια, αύτό πούναι καί σήμερα. Άπό τ’ άλλο τό ποτάμ’ π’ χάθ’κι βγαίν’ κι λίγο μέ μικρή βρυσούλα πούναι στό ρίζωμα στόν πάτο άπό τό β’νό τ’ ‘Άη – Θανάσ’. Αύτό είναι νεύρο άπό τό χαμένο κι καταραμένο νερό»…….”( Πηγή : ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑ ΚΑΤΣΑΝΟΧΩΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ, Α. Λαζάνης, Ηπειρωτική Εστία, τχ. 408-409-410, 1986)
Στη φωτογραφία του Α. Βερτόδουλου “Στην Κουδουνότρυπα Κατσανοχωρίων”. (Πηγή : ΛΕΥΚΩΜΑ ΗΠΕΙΡΟΣ, Α. Βερτόδουλος, Αθήνα-Γιάννινα, 1995)

——————–
“Υπό το ειδικόν τούτο όνομα δηλούνται τα κατωτέρω εννέα χωριά : 1. Λοζέτσι, 2. Κοτόρτσι (αποτελούμενον παρ’ αυτού και του χωρίου Λάζανα), 3. Νίστορα, 4. Φορτόσι (αποτελούμενον παρ’ αυτού και του χωρίου Κοστίτσι), 5. Πάτερον, 6. Καλέντζι, 7, Πλέσσια, 8. Κορίτιανη και 9. Βαλτσιώρα, ων το βορειοδυτικότερον και μεγαλείτερον όλων, το Λοζέτσι, απέχον ως έγγιστα τετράωρον της πόλεως των Ιωαννίνων…………Η έκτασίς των, ούσα ανώμαλος και εν μέρει βραχώδης, διασχίζεται υπό δύο, παραλλήλων αλλήλοις, βουνών άτινα λίαν αποτόμως ανερχόμενα από της δεξιάς του Αράχθου όχθης βαίνουσιν απ’ ανατολών προς δυσμάς………. Εν τοις ανωτέρω εννέα χωρίοις οικούσι 2700 Έλληνες ορθόδοξοι, Κατσάνοι καλούμενοι, άπαντες την ελληνικήν λαλούντες γλώσσαν, εκτός των χάριν εμπορίου ή εργασίας εις Ελλάδα, Βλαχίαν ή Κωνσταντινούπολιν και αλλαχού εκπατριζομένων, οίτινες , προς κοινήν μόνον συννενόησιν, λαλούσι και ατελή τινα διάλεκτον, άνευ γραμμάτων. Ούτοι μεν ευρωπαικήν ενδυμασίαν φέρουσιν, οι δε παραμένοντες διαρκώς την εγχώριον ενδυμασίαν διατηρούσι, τρεφόμενοι, οι πλείστοι μεν δι’ αραβοσίτου ή κριθής μετά βρίζης, ολίγιστοι δε διά σίτου μετά κριθής και οικούντες εις λιθοκτίστους οικίας δια πλακών καλυπτομένας. Οι κάτοικοι μετέρχονται τον ράπτην εγχωρίων ενδυμάτων και γεωργόν, ευάριθμοι δε τον ανθρακοποιόν, τον λεπτουργόν, υλοτόμον και κτίστην. Εις άπαντα τα χωρία υπάρχουσι δημοτικά σχολεία αρρένων……..Εν τοις λειμώσι της εκτάσεως τρέφονται περί τας 15 χιλ. αιγοπρόβατα, ων τινα ανήκουσιν εις Σαρακατσάνους, οίτινες ενίοτε και ληστειών μετέχουσι, έτι δε και 200-300 κυψέλαι μελισσών…..” (Πηγή : ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟΝ ΗΠΕΙΡΟΥ, Ν. Θ. Σχινά, Εν Αθήναις,1987)
Στη φωτογραφία “Καταπληκτική θέα στον ποταμό Άραχθο από τον εξώστη της μονής Τσούκας, στα Κατσανοχώρια – δεκαετία ‘60” (Πηγή : ΛΕΥΚΩΜΑ ΗΠΕΙΡΟΣ, Α. Βερτόδουλος, Αθήνα-Γιάννινα, 1995)

—————————–
“Ήταν ένας μεγάλος ελεύθερος χώρος. Μια αλάνα ανάμεσα στα σπίτια, λίγο πιο κάτω από την πλατεία Σκουφά κι απέναντι από το Γυμνάσιο Αρρένων. Σ’ αυτό τον ακάλυπτο χώρο μαζεύονταν από τα χαράματα οι εργάτες και οι εργάτριες π’ αναζητούσαν μεροκάματο στις γεωργικές ασχολίες όπως κόψιμο και κουβάλημα πορτοκαλιών, μανταρινιών, λεμονιών, μάζεμα ελιών, σκάψιμο, κλάδεμα κλπ. Εκεί λοιπόν στο “Μ’χουστ’”, ήταν το στέκι του εργατικού δυναμικού της Άρτας για τις αγροτικές δουλειές. Κι ήταν μέγα το πλήθος και σε καθημερινή βάση που συγκεντρώνονταν κι αναζητούσαν δουλειά στα δύσκολα εκείνα χρόνια! Κι οι πιότεροι εργάτες ήταν από τη φτωχή συνοικία του Καναρά*. Το μεγαλύτερο δράμα που παίζονταν σ’ αυτό το χώρο κάθε πρωινό ήταν στα χρόνια του εμφυλίου και λίγο μετά, με την μαζική κάθοδο των ορεινών κατοίκων στα αστικά κέντρα. Η εργατιά κατέκλυζε το “Μ’χουστ’” και η προσφορά και η ζήτησα εργασίας ήταν δυσανάλογη. Κι έβλεπες, θυμάμαι με ρίγος, γυναικούλες μεσόκοπες και ρυτιδωμένες, νεοφερμένες απ’ τα ορεινά χωριά, μ’ ένα σπαλέτο ριχμένο στην πλάτη απ’ το τσουχτερό κρύο που πάντα επικρατούσε να εκλιπαρούν με κλαψιάρικη φωνή τον έμπορο που διέσχιζε το πλήθος επιλέγοντας τους εργάτες με τα δικά του κριτήρια (γνωριμία, φιλία, ηλικία) : “Πάρε με κι εμένα μπάρμπα! Να κάνω σεφτέ στη δουλειά!”
Εκεί λοιπόν στήνονταν η εργατιά μέσ’ στη βροχή και την αφόρητη παγωνιά, ώρες ώσπου να ξεμυτήσει ο ήλιος, για να βρουν μια θέση στη λιακάδα! Και γέμιζε ο δρόμος μέχρι το γιοφύρι απ’ την εργατιά. Άλλοι πάνω σε φορτηγά κι άλλοι ποδαρόδρομο κατά ομάδες ώσπου χάνονταν μέσα στα κτήματα για ν’ αρχίσουν τη δουλειά. Οι άνδρες ανεβασμένοι στις σκάλες, να κόβουν πορτοκάλια και οι γυναίκες να κουβαλάνε. Η σκληρή δουλειά τέλειωνε όταν έσμιγε η μέρα με τη νύχτα! Κι εκείνες που μέναν χωρίς δουλειά ( συνήθως οι πιο ηλικιωμένες και οι άγνωστες στην πιάτσα), γύριζαν περίλυπες στο κονάκι και ξαμολυόνταν στο λόγγο για ξύλα ή για λίγη χλωρασιά για δυο μανάρες γίδες ή για λάχανα……”
*Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τον Καναρά στο λινκ : https://www.facebook.com/doxesagira…/posts/115340713868714
Στη φωτογραφία “Συσκευασία πορτοκαλιών από συνεργείο Θοδωριανιτισσών” από το αρχείο Πάνoυ Λάκκα
(Πηγή φωτογραφίας & σχολίου : ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΑ ΒΙΩΜΑΤΑ, Π. Σκουτέλας, Αθήνα, 2006)

————-
“Δουλεύοντας στα πορτοκάλια – δεκαετία ’50” (Φωτο από αρχείο Ε. Μ.)

—————–
Από αριστερά : Θωμάς Κώνστας (Αρχηγός – Διευθυντής ΑΤΕ), Γεώρ. Ιωάννου (Μέσος Επιθετικός, Ε.Τ.Ε.), Στέφανος Μπόμπολης (Έξω αριστερά – Γκολτζής) και Κρίτων Λυμούρης( Πολυαθλητής).
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

1938 : Ερείπια Χριστ. Βασιλικής 4ου μ. Χ. αιώνος στην Άρτα – Φωτογραφία Σπ. Μελετζή (Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, 1996)

Δ. Κονταξής – Φιλόλογος, Χ. Σαλούρος – Φυσικός, Α. Τσόλκας – Φυσικός, Χ. Τατσόπουλος- Φιλόλογος, Γ. Μπουρνάκας – Θεολόγος, Κ. Μάγγος – Μαθηματικός, Μ. Οικονόμου – Φιλόλογος, Τ. Παρηγορίτσα – Φ. Αγωγή και ο γιός της Παναγιώτης, Ε. Πάνου – Δασκάλα, Ρ. Μπουρνάκα, Β. Τσόλκα και η κόρη της Λέλα.
(Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά)

Μάιος 1965 -Κατασκευή του 5ου ορόφου του Ξενοδοχείου Αμβρακία με 70 δωμάτια, ιδιοκτησίας Β .& Χ. Κουτσούμπα. Εργολάβος που ανέλαβε την κατασκευή ο Δημήτρης Πολύζος από τα Πράμαντα.
Μάστοροι – Τεχνίτες : Α. Πολύζος, Β. Βούλγαρης, Ν. Σακκάς, Λάμπρης, Κραμπής, Αυγέρης, Νούτσος, Η. Στούκας, Ζ. Μήτσος, Κ. Λάππας, Λ. Τσώλας, Χ. Βάσσιος, Σ. Μπόσμος, Β.&Γ. Παπαδημητρίου, Δ. Κουτσούμπας κ.α. (Φωτο από το αρχείο Ν. Πολύζου, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

1Η ΑΡΙΛΙΟΥ 1952 -Όταν η Χωροφυλακή της Άρτας ήταν στο σπίτι του Καραπάνου επί της οδού Πριοβόλου. Πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές της Άρτας. Αριστερά ο Παναγιώτης Λάκκας, ο Αχιλλέας Καλιακάτσος και ο Δημήτριος Θεοδώρου…….
Το οίκημα αγοράστηκε το 1964 από τους αδελφούς Βασίλη & Χρήστο Κουτσούμπα και το 1966 έκτισαν το μεγαλόπρεπο για την εποχή του HOTEL AMVRAKIA.
(Φωτο από αρχείο Π. Λάκκα, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

———————–
Στη φωτογραφία διακρίνονται από αριστερά : ο Ιωάννης Γεωργόπουλος, η Αθηνά Χαρισιάδη, ο Θόδωρος Χρόνης, η δασκάλα Μεσούλα Παπακώστα, ο Μιμης Ευταξίας και ο Φιλάρετος Μπανταλούκας.
(Πηγή : Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ, Κ. Τσιλιγιάννης, Αθήνα, 2013)
