ΣΤΗ ΝΕΡΟΤΡΙΒΙΑ

“- Που θα φκιάσομε μάνα τα υφαντά;
– Στης Κακογιώργαινας, στο Νάσαρη, κόρη μου. Ξέρει καλά τα
μυστικά της νεροτριβιάς. Είναι δική μας. Άσχημα έγιναν τα
υφαντά της αδελφής σου;”

(Φωτο & σχόλιο από το Λεύκωμα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΕΣ, Σ. Βασιλείου, Αθήνα, 2007. Η φωτογραφία είναι από το Αρχείο του Β. Γκανιάτσα)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Ο ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ

—————–
“Τό νερό ξεκινάει από τη δέση «όλοι κλαίν’ τον πόνο τους κι’ ό μυλωνάς τη δέση», φθάνει στα «μπόδια» (κρατούν τά παρασυρόμενα άπό τό νερό ξένα σώματα), φθάνει στο κεφαλοκάναλο και από κεί πέφτει στην κάναλη. Ή κάναλη δυνατόν νά είναι και ξύλινη. Τότε ό μυλωνάς διατηρεί υποχρεωτικώς στο μύλο του πριονίδι «πόπορο» ή ξηρά μούσκλα (βρύα) και τά ρίχνει στο νερό, όταν ή κάναλη κάπου φυραίνη καί χάνει νερό «γιά νά μολώση». Τό νερό φθάνει στο τέρμα τής κάναλης τό «προκάναλο», Από εκεί μέ πίεσι εκτοξεύεται στή φτερωτή από τό «σ’φούνι». Ή φτερωτή πιεζομένη από τή δύναμι τού νερού περιστρέφεται πέριξ κατακορύφου άξονος, ό οποίος ονομάζεται «ορθάρι». Στο κάτω μέρος τούτου τού άξονος είναι δύο σιδερένια όργανα, έν αιχμηρόν καί έν έπίπεδον «τά κυπριά». Τό επίπεδον είναι στερεωμένο επί μιας οριζόντιας δοκού, ή οποία συνδέεται μέ τή «σηκωτήρα» (δηλ. τό όργανον τό οποίον ρυθμίζει τό μύλο, ώστε νά κάνη τό άλευρον ψιλό ή χονδρό). Τά ώς άνω όργανα ευρίσκονται εντός θολοσκεπούς χώρου, τήν «φυλακή τού μύλου». Επί τού καθέτου άξονος στηρίζεται ή «χελιδόνα», επ’ αυτής δέ ή επάνω μυλόπετρα. Ή κάτω δέν κινείται. Οι μυλόπετρες καί όλα τά όργανα τού μύλου κατασκευάζονται άπό εντοπίους τεχνίτες. Πάνω άπό τή χελιδόνα βρίσκεται τό «αδράχτι», τό οποίο κινεί τό «κορτσέλι». Τούτο συνδέεται μέ τό κοφίνι, όπου τοποθετείται «τό άλεσμα». Σέ διάστημα εργασίας, ενός μηνός περίπου, ό μυλωνάς αναποδογυρίζει τήν επάνω μυλόπετρα καί μέ ειδικά σφυριά «χαράζει» τό στουρνάρι των πετρών. Ή κίνησις τού μύλου διακόπτεται κατά τήν θέλησιν τού μυλωνά, μέ έν περιστρεφόμενον όργανον «τή σταματήρα». Τό νερό τού μύλου καθώς κατηφορίζει προς τό ρέμα, κινεί τήν νεροτροβιά καί τά μαντάνια (εργαστήρια έπεξεργασίας των μάλλινων κουβερτών). Μετά τις βροχές σειρά έχουν τά χιόνια καί αί παγωνιές. Τά χιόνια πρωτοεμφανίζονται στις κορυφές τών Τζουμέρκων. Αφού χορτάση τό βουνό αύτό μέ χιόνι, δίνει τή σειρά του στο Ξεροβούνι, πού καί τούτο δέν αργεί νά γίνη ολόασπρο σάν αυγό, Από εδώ άρχίζει ό χειμώνας…..”
(Πηγή : Άρθρο του Σ. Γεωργούλα στην ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τχ. 259-260,1973)

Στη φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή “Εσωτερικό Νερόμυλου στο Καλέτζι Κατσανοχωρίων, 1938”. Εικάζουμε ότι πρόκειται για τον Υδρόμυλο Κλύφκης για τον οποίο γίνεται αναφορά στις ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ του Ν. Σχινά (1897) που βρισκόταν στην ατραπό από Γεφύρας Πλάκας διά του πόρου Κλύφκης εις Καλένζι…Γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας : “Διαβαινουμένου εν πόρω Κλύφκης του ποταμού Αράχθου, ατραπός μάλλον ομαλή φέρει εις υδρόμυλον Κλύφκης. Κείμενον παρά το κατερχόμενον ρεύμα όπερ την αρχήν του έχει από του χωρίου Πάτερον και της δυτικώς τούτου κειμένης μον. Αγ. Παρασκευής. Παρά τον υδρόμυλον υπάρχει πηγή ύδατος, δι’ ου ότε υδρόμυλος, νεροτριβή και μαντάνια κινούνται….”

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

ΚΥΠΕΛΛΟ ΕΛΛΑΔΟΣ, 26 Απριλίου 1964 / Αναγέννηση – Α.Ε.Κ. (0-7)

————————
Οι φανατικοί φίλοι και μέλη του Δ.Σ. της Αναγέννησης Μιχάλης Παπάζογλου και Δημήτρης Γκορόγιας δίνουν την ανθοδέσμη στον αρχηγό Ανδρέα Σταματιάδη. Διακρίνονται επίσης οι Θεοφ. Βερνέζης, Μίμης Παπαϊωάννου, Γεώργιος Πετρίδης (Νο 9), Αλέκος Σοφιανίδης και ο ξανθός αετός, δεινότατος γκολτζής, ο θρυλικός Κλεάνθης Μαρόπουλος.
(Φωτο & Σχόλιο Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

Εφημερίδα “ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ”

———————
Αθλητική εφημερίδα που φέρει τον τίτλο θέματος στο πρωτοσέλιδο “ΜΙΑ ΠΕΡΗΦΑΝΗΣ ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΒΑΣΗ- Ο ΕΛΛΗΝ ΠΡΩΤΟΠΥΓΜΑΧΟΣ ΚΑΤΕΤΡΟΠΩΣΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙΦΗΜΟΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΗΝ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΜΕΣΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΝ ΦΡΗΜΑΝ ΣΤΟΝ 3ον ΜΕ ΝΟΚ ΑΟΥΤ ΓΥΡΟΝ”. Ημερομηνία έκδοσης: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 9 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1932. Αριθμός φύλλου: 70

Δημοσιεύθηκε στη Αθλητικές Εκδηλώσεις | Σχολιάστε

 Αντώνης Χριστοφορίδης

————

Στιγμιότυπο από την αναμέτρηση που διεξήχθη στις 8 Νοεμβρίου 1934 ανάμεσα στον τότε νεοεμφανιζόμενο πυγμάχο Αντώνη Χριστοφορίδη (γνωστό ως τον Έλληνα πυγμάχο που “έβγαλε τον Χίτλερ από τα ρούχα του”) και τον Έλληνα πρωταθλητή Κωσταντίνο Βάσση εκ Μελισσουργών Άρτης. Στον αγώνα αυτό ο Βάσσης κατάφερε να σταθεί όρθιος για 12 γύρους, αλλά τελικά έχασε, όχι μόνο τον αγώνα, αλλά και τον τίτλο του πρωταθλητή.

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τον πρωτοπυγμάχο Κωσταντίνο Βάσση στο λινκ https://sites.google.com/…/botin…/pygmachoi/kostasbasses

Δημοσιεύθηκε στη Αθλητικές Εκδηλώσεις | Σχολιάστε

ΟΙ ΑΡΤΙΝΟΙ ΣΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ

“……….Μετά τον πόλεμο, δεκαπέντε περίπου οικογένειες εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη θέση του Προφήτη Ηλία, στα βόρεια της πόλης του Αγρινίου. Από τότε οι ντόπιοι ονόμασαν την περιοχή τα «Βλάχικα», ονομασία που είναι γνωστή σε πολλούς ακόμα και σήμερα. Στην αρχή έμειναν σε καλύβες. Αργότερα κατέβηκαν χαμηλότερα, κοντά στην Αγία Παρασκευή, εκεί που σήμερα είναι χτισμένα πολλά σπίτια Πραμαντιωτών και αποτελούν συνοικία του διαμερίσματος του Αγίου Κωνσταντίνου, γνωστή ως «Τα Πραμαντιώτικα». Ανάμεσα στις δεκαπέντε οικογένειες ήταν και οι οικογένειες Βούλγαρη, Γκούβα, Γκούβελου, Δημοτάτση, Καρακώστα, Βουρλώτα, Σαπλαούρα, Γκεσούλη, Τσίρκα, Σμύρη, Τάτση και Νικάκη. Άρχισαν σιγά σιγά να οικοδομούν και να ασχολούνται, εκτός από την κτηνοτροφία και με τη μεταφορά προϊόντων (αγωγιάτες), ως οικοδόμοι και έμποροι (οικογένεια Νικάκη). Γνωστό στους παλιότερους Αγρινιώτες ήταν το Χάνι των Καρακώστα και Σαπλαούρα στην είσοδο της πόλης, εκεί που βρίσκεται σήμερα σε μισθωμένο κτίριο το 8ο Δημοτικό Σχολείο Αγρινίου. Η μόνιμη εγκατάσταση Πραμαντιωτών στο Αγρίνιο συνεχίστηκε στα χρόνια του μεσοπολέμου και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι το 1960……….
Και από το γειτονικό χωριό των Πραμάντων, τους Μελισσουργούς, χωριό και αυτών των κεντρικών Τζουμέρκων, αρκετοί κάτοικοι παραχείμαζαν με τα κοπάδια τους στο κάμπο του Αγρινίου, εργάζονταν ως αγωγιάτες τους θερινούς μήνες, πριν και ύστερα από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1912-13, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πέτρου Μαστρογιάννη, γαλακτοπώλη, ο οποίος κατάγεται από τους Μελισσουργούς. Στα χρόνια του μεσοπολέμου, πολλές οικογένειες από τους παραχειμάζοντες και τους αγωγιάτες Μελισσουργιώτες εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Αγρίνιο και εργάστηκαν ως κτηνοτρόφοι και αγωγιάτες στην αρχή, και ως οικοδόμοι και έμποροι αργότερα. Μερικές από τις πρώτες οικογένειες είναι οι οικογένειες Βασιλείου, Βάσση, Ζυγούρη, Κούση, Κοντόβα, Μήτση, Μαστρογιάννη, Μίχου, Νασιούλα, Μπανιά, Νάσση, Πανάκη, Παππά, Παπαγιάννη, Σουραβλιά, Στάμου, Τζίμα και Τρομπούκη. Και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο που ακολούθησε, εγκαθίστανται μόνιμα στο Αγρίνιο πολλοί κάτοικοι των Μελισσουργών αναζητώντας καλύτερη τύχη…… (Απόσπασμα από την εισήγηση του Κ. Νάκου με τίτλο “ΟΙ ΕΠΟΙΚΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΤΙΝΩΝ ΣΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ ΤΟΝ 19ο & 20ο ΑΙΩΝΑ”, στο συνέδριο «Άρτα – Ιστορία & Πολιτισμός, 1881-2006», Άρτα, 2007

Στη φωτογραφία “Δυο Αρτινοί στο Αγρίνιο το 1936”. Πρόκειται για πρώτα ξαδέρφια εκ Μελισσουργών, τον Θεόδωρο Ζυγούρη, αριστερά και τον Κωσταντίνο Βάσση, δεξιά, μυθικό πρωτοπυγμάχο, παγκόσμιο μποξέρ (1927-1940). (Φωτο από Αρχείο Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

ΑΡΤΑ, Ιούνιος 1957

———————
Οι πρώτοι αποφοιτήσαντες του Β’ Γυμνασίου Άρτης του έτους 1957 φωτογραφήθηκαν μπροστά στην κεντρική θύρα της Παρηγορήτισσας. Διακρίνονται στην πρώτη σειρά από αριστερά : τρίτος Ν. Ναζόπουλος, Γεώργιος Δημόπουλος, Βασίλειος Μπανταλούκας, ο Γυμνασιάρχης Χρήστος Τατσιόπουλος, Γεώργιος Κούρτης, Καραγιάννης και στο άκρο δεξιά ο Πέτρος Πετρής. Οι υπόλοιποι άγνωστοι εκτός από τους : Τενέζος, Τσώλης, Ε. Γιώτης, Κ. Αμβράζης, Γ. Μανακανάτας, Γ. Σαφαρίκας, Θωμάς Σακκάς, Χρήστος Ζανίκας, Γεώργιος Δώδος, Δημήτρης Αναστασόπουλος, Νίκος Κίκης.
(Φωτο από Αρχείο Βασιλείου Μπανταλούκα, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς) 

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

“ΔΟΞΑ” – Ανεπίσημο Σωματείο

——————

1952, ΔΟΞΑ – Ανεπίσημο Σωματείο : Δ. Τσακαγιάννης, Κ. Χρηστοβασίλης, Σ. Νούτσος, Αφοί Χαρ. & Χρησ. Ντούβαλης, Χ. Βαίτσης, Θ. Σακκάς, Κλεαρ. Σπήλιος, Τ. Παππάς, Β. Παπαδημητρίου, Χ. Σταμούλης (Μπέμπης).
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Οι άλλες ομάδες | Σχολιάστε

ΤΑ ΨΑΡΟΠΛΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

——————–
“Ψαροπλιά λεγόταν απ’ την πλατεία του Κακαβά ως το δρόμο που γυρίζει για τον Παντοκράτορα. Αυτού ήταν δεξιά και αριστερά τα ψαράδικα και τρία χασάπικα, κάτω απ’ τα χαμηλά παλιά σπίτια που ήταν τότε. Επίσης στην πλατεία του Κακαβά ήταν πηγάδι και πλάτανος. Όλο αυτό το κομμάτι απ’ τον ‘Αι Δημήτρη ως πριν βγούμε στην πλατεία Κιλκίς, λεγόταν Πλάτανος. Οι Μονοπλήσοι αυτό το ραντεβού έδιναν προς τα κάτω “Θ’ ανταμωθούμε το βράδυ στον Πλάτανο” έλεγαν, εννοώντας το κομμάτι αυτό που γινόταν περίπατος.
Πιο κάτω προς το Κιλκίς δεν πήγαινε κανείς, ήταν σκοτεινά κι ερημιά. Όλο αυτό το πελώριο κομμάτι δεξιά του δρόμου ήταν νεκροταφείο των Τούρκων. Ήταν κλεισμένο ολόγυρα με χαμηλό μαντρότοιχο, βγαίνοντας κάτω στους Μύλους τα Σφαγεία, φτάνοντας ως το πίσω μέρος προς το τζαμί της Άι- Θοδώρας.
Το γιατί πήραν οι Τούρκοι όλο αυτό το κομμάτι μέσα στην πόλη για νεκροταφείο τους, είναι άγνωστο. Ήταν μερικοί τάφοι στα μισά της σημερινής πλατείας, σκεπασμένοι πάνω με πλάκα. Ήταν και μερικές μελικοκκιές, όλος ο τόπος ήταν με χαμόκλαδα και γλυκόρριζα….(Πηγή Άρθρο του Λ. Βλάχου στην ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ,ΤΧ. 37, 1987)

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τη συνοικία Πλάτανος εδώ https://www.facebook.com/…/a.1306641823…/110012961068156

Και για την Πλατεία Κιλκίς εδώ https://www.facebook.com/doxesagira…/posts/107110784691707

Στη φωτογραφία Η ΠΑΛΙΑ ΨΑΡΑΓΟΡΑ Της ΑΡΤΑΣ σε φωτογραφία του Volker Möller.

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΣΑΣ

“Για το γεφύρι της Πολιτσάς ο λόγος – στα Τζουμέρκα!. Που γεφυρώνει τον Άραχθο εκεί όπου η χαράδρα παραγίνεται βαθιά, άγρια. Ψηλά, απ’ τη μια μεριά, το Φορτώσι· απ’ την άλλη, Ραφταναίοι και Αμπελοχώρι· στο βάθος, χαμηλά στην κοίτη, στην αριστερή την όχθη, λίγο πιο πάνω απ’ το γεφύρι, η Πολιτσά, έρημη σήμερα, απλό πια τοπωνύμιο,! Κι όμως…

“Έμεναν οικογένειες τότε εκεί! Πήγαιναν, το χειμώνα, κι άραζαν χαμηλά, στην ποταμιά, για να αποφεύγουνε τα χιόνια…”

Αλλά και πέρασμα πολυσύχναστο είχε γίνει τότε η Πολιτσά. Διέθετε μάλιστα και χάνι, για τους Τζουμερκιώτες που φεύγανε στα Γιάννενα, για τους Κατσανοχωρίτες που, αντίθετα, ανέβαιναν στις θερινές βοσκές. Κι όλοι αυτοί, Τούρκοι και ντόπιοι, έπρεπε, πάντα, έστω και με τη ψυχή στο στόμα, να διαβούν εκείνο το φοβερό γεφύρι………

Σιγά-σιγά όμως, με το πέρασμα των χρόνων, το γεφύρι παραέγινε επικίνδυνο. Συνέβησαν ατυχήματα, πνιγμοί. Έτσι, σαν ήλθε για καλά το Ελληνικό (1912), οι κάτοικοι άρχισαν τις πιέσεις σε βουλευτές και υπηρεσίες. Ώσπου… “πήγε μια επιτροπή, ένας ο οποίος έχει πεθάνει, Μάντζος Κωνσταντίνος, εργολάβος απ’ το Αμπελοχώρι, ο Μήτσο ο Πραμαντιώτης, κι ένας ακόμη, ο Παπαστέργιος ο Γιάννης, τρίτος, πήγανε στη Νομαρχία και τους είπανε, ..κινδυνεύει εκεί ο κόσμος για να περνάει πέρα, να βγει ένα κοντύλι να επισκευαστεί…”
Τελικά, η πολυπόθητη πίστωση κόπηκε το 1932. Τότε όμως ήταν που αρχίζανε τα δύσκολα. Γιατί δεν ήταν απλά να χτιστεί ένα καινούργιο
γεφύρι -πολυτέλεια κάτι τέτοιο-, αλλά να μεγαλώσει και να ασφαλίσει ένα παλιό· ένα παλιό που ανέβαινε απότομα στα δεκαέξι τόσα μέτρα, ενώ στο πλάτος έφτανε δεν έφτανε στα δυόμιση, μάλιστα χωρίς στηθαία. Αν ήξερες τις παραξενιές του Άραχθου, τους ξαφνικούς
θυμούς του, καταλάβαινες το πρόβλημα……

Και, τότε, όλοι σκέφτηκαν -ποιόν άλλον;- τον Νίκο το Μάντζο, απ’ τους Ραφταναίους. Μάστορας καλός, γεφυράς πρώτος. Πήγαν και τον βρήκαν…

“Αρχιμάστορας στο γεφύρι της Πολιτσάς, αυτός που ανέλαβε, που έκανε κουμάντο, ήταν ο Νίκος ο Μάντζος, ο πρωτομάστορας να πούμε. Τον θυμάμαι, ήταν καλός τεχνίτης ο Νίκος, πελεκούσε καλά, έχτιζε καλά, ήταν και πολύ ωραίος σαν άνθρωπος…”

Ο Νίκος Μάντζος γεννήθηκε στους Ραφταναίους το 1891. Από μικρός μπήκε στα μπουλούκια, όπως άλλωστε όλο του το σόι. Πελεκάνος καλός ο πατέρας του, ο Γιάννης, πελεκάνοι και οι θείοι του, ο Μήτρος, ο Γιώργος. Όταν μεγάλωσε, έφτιαξε δικό του μπουλούκι κι άρχισε τα ταξίδια. Πήγε Πελοπόννησο, Θεσσαλία, Ηγουμενίτσα, Αγρίνιο. Παντρεύτηκε τη Βασιλική Γιάνκου, απ’ το Κοντοβράκι, κι απέκτησε μαζί της εννέα παιδιά. Όταν ανέλαβε το ξαναχτίσιμο του γεφυριού της Πολιτσάς, ήταν σαρανταενός ετών.

Για να απαλύνει το απότομο ανεβοκατέβασμα, απόφυγε να χτίσει, να σηκώσει το καλντερίμι απλώς γεμίζοντάς το. Έβλεπε πως κάτι τέτοιο θα προκαλούσε το ποτάμι, στην πρώτη την κατεβασιά θα γκρεμίζονταν όλα. Σκέφτηκε λοιπόν, δεξιά κι αριστερά της παλιάς, της μεγάλης καμάρας, να δημιουργήσει κι άλλες, μικρότερες βέβαια, που θα απορροφούσαν τις πλημμύρες, θα ανακούφιζαν την όλη κατασκευή.

Έτσι και δούλεψε. Και στο τέλος παρέδωσε όχι μόνο ένα στέρεο -ανώδυνη πια η διάβαση- αλλά και πολύ όμορφο γεφύρι. ΄Ηταν τώρα τετράτοξο, με μια ακόμα δεξιά και δυο αριστερά καμάρες. Λίγο αργότερα, του φτιάξαν και τα παραπέτα……

“Α, θυμάμαι την επισκευή. Θυμάμαι καθαρά, γιατί εκεί έζησα, είχα ζώα εκεί. Μάστορας καλός ο Νικόλας ο Μάντζος, πολύ καλός. Εκεί ήμουνα όταν το χτίζανε. Είχε μαστοροπαίδια, είχε ζώα, είχε γυναίκες που κουβαλούσανε δέντρα να κάψουνε ασβεσταριά, που κουβαλούσαν πέτρα. Ναι, ζαλίτσα κουβαλάγανε! Οι μαστόροι ξεκινούσαν τη δουλειά πριν σκάσει ο ήλιος. Πρωί – πρωί. Και τέτοια ώρα, αργά, δουλεύανε ακόμα. Δεν ξέρανε οχτάωρο τότε μωρέ. Λίγο διάλειμμα για κολατσό, λίγο για φαγητό το μεσημέρι, στο πόδι. Μένανε εκεί. Ο Χρηστογιώργος ο Τάκης φιλοξενούσε εκεί. Πελεκούσανε επιτόπου. Είδες καμάρες; Φτιάχνει κανένας τώρα τέτοια; Ήτανε μαστόροι καλοί, μαστορίνες σου λέω! Πρέπει να δουλέψαν κανά τρίμηνο τότε, το καλοκαίρι βέβαια, ναι. Λίγο μετά ήταν που ήρθαν ο Μήτσο Ξεκάρφωτος και ο Χρήστο ο Αναστασίου. Αυτοί κάνανε τα παραπέτα……”

Ο Νίκος Μάντζος, πελεκάνος πρώτος, καταξιωμένος γεφυράς, πέθανε στο χωριό του, στους Ραφταναίους, το 1967. Το γεφύρι του, στην Πολυτσά, ακόμα ζει..! (Πηγή http://arhiogefirionipirotikon.blogspot.com/)

Στη φωτογραφία του Α. Βερτόδουλου “Τοπίο στον Άραχθο με τη Γέφυρα της Πολιτσάς στο βάθος, 1960ς”
(Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννινα, 1995)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε