Ο ΔΡΑΜΑΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΡΤΗΣ

Τον Γενάρη του 1903, με πρωτοβουλία του Σοφοκλή Κατσαδήμα, ιδρύθηκε ο “Δραματικός Σύλλογος Άρτης”. Στα γραφεία του Συλλόγου “Σκουφάς” στην οικία της Χριστίνας Αντωνοπούλου (Σκουφά 82), συγκεντρώθηκαν οι Σ. Κατσαδήμας, Θ. Τσούτσινος, Χ. Καλέλης, Α. Σύρος, Χ. Δημόπουλος, Δ. Γκίνης, Χ. Αλεξόπουλος, Τ. Βήτος, Γ. Κομπορόζος, Η. Γώγος, Σ. Νίκας, Γ. Τσικνιάς, Β. Φήτσας, Σ. Δαριώτης και άλλοι. Εκεί ο Σοφ. Κατσαδήμας έκαμε την εισήγηση για τους σκοπούς του υπό ίδρυση συλλόγου, που ήταν η ανάπτυξη της δραματικής ποίησης, της σκηνικής τέχνης και το χτίσιμο με τη βοήθεια του τότε Δημάρχου Αντώνη Γαρουφαλλιά ενός μόνιμου χειμερινού θεάτρου. Εκεί υπογράφηκε το πρακτικό της ίδρυσης του Δραματικού Συλλόγου Άρτης και συντάχτηκε το καταστατικό με βάση τα αντίστοιχα της “Νέας Σκηνής” και του “Βασιλικού Θεάτρου” των Αθηνών. Αμέσως άρχισε και η προκαταρκτική εργασία για την συγκρότηση του ερασιτεχνικού θεάτρου και η εγγραφή των μελών, γράφτηκαν δε περίπου 80 μέλη. Τα δε γραφεία του Συλλόγου στεγάστηκαν στο σπίτι του γιατρού Αλεξόπουλου στη σημερινή πλατεία Εθνικής Αντίστασης. Τον θίασο τον αποτέλεσαν μόνο άντρες που υποδύονταν και τους ρόλους των γυναικών, καθώς οι προλήψεις της εποχής εμπόδιζαν τις γυναίκες να ανεβούν στη σκηνή …..Γράφει ο Ν. Λάσκαρης “Η πρώτη γυναίκα που ανέβηκε στη σκηνή και έπαιξε σε θίασο ήταν η Ηπειρώτισσα Αικατερίνη Παναγιώτου, στα 1840.Υπήρξεν η πρώτη Ελληνίς ηθοποιός η οποία εποδοπάτησε τας τότε κατά του θεάτρου προλήψεις και ανήλθε τας σανίδας της Ελληνικής σκηνής προς μεγάλην έκπληξην των Αθηναίων”. (Ν. Λάσκαρης, Β’ Τόμος, σελ. 296).

Στη φωτογραφία ο Σοφοκλής Κατσαδήμας, ιδρυτής του Δραματικού Συλλόγου Άρτης (Φωτο και πηγή πληροφοριών από το βιβλίο ΤΟ ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ, Τ. Βαφιάς, Αθήνα, 1995)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Ιδιόχειρο σημείωμα του νεαρού τότε Μάρκου Μπότσαρη που βρέθηκε στο Παρεκκλήσι της Κόκκινης Εκκλησιάς στο Παλαιοκάτουνο.

—————-

Η ιστορία του Σουλίου είναι ταυτόχρονα έμβλημα, μύθος και πραγματικότητα. Ένα υποδειγματικό, από επιστημονική άποψη, βιβλίο που αναδεικνύει κυρίως την πραγματικότητα, είναι η διδακτορική διατριβή της Βάσως Ψιμούλη “ΣΟΥΛΙ ΚΑΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ” (Αθήνα, 1995). Μια παράγραφος που κρατήσαμε είναι η αναφορά σε ιδιόχειρο σημείωμα του νεαρού τότε Μάρκου Μπότσαρη που βρέθηκε στο Παρεκκλήσι της Κόκκινης Εκκλησιάς στο Παλαιοκάτουνο, όταν η φάρα των Μποτσαραίων κατέφυγε στο Βουργαρέλι μετά την εκδίωξή της από το Σούλι…….Ο γιός του Κίτσου Μπότσαρη Μάρκος, σε ηλικία τότε 12 -13 χρόνων “ενημερωμένος για τα συμβαίνοντα στο Σούλι, έχει ήδη καταθέσει γραπτά την αγωνία του για την τύχη των πολιορκημένων Σουλιωτών σε ιδιόχειρο σημείωμά του σε κάλυμμα Μηνιαίου του παρεκκλησίου της Παναγίας της Παλαιοκατούνας (Βουλγαρέλι) : “1803 νοεμβρίου 3 κανο θήμησι το καιρό όπου μπίκε το ασκέρι μέσα στο σούλι και κάμαν από τα ευγα του σεμτεβρίου …εος…βριου και ο θεός να κάμη τα δηκά του δυατη εσταβροθικα οι χριστιανοί απο τη μπινα και ο θεος ν α τους βλαλ ισε σελυαμετι του χριστούγεννου εξ αποφασεος μάρκο μπότζιαρις”.(Aυτόγραφον Σημείωμα Μάρκου Μπότσαρη, Ν. Ελληνομνήμων, τ. ΣΤ’, 1909, όπως δημοσιεύτηκε στο εν λόγω βιβλίο, σελ.442).
Αν σας ενδιαφέρει να το διαβάσετε μπορείτε να το βρείτε στο λινκ https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/6621

Στην ανέκδοτη φωτογραφία του 1930, “Σουλιώτισσα με παράσημα στο στήθος για τους αγώνες της εναντίον των Τούρκων” (Φωτο από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ του Απόστολου Βερτόδουλου, Γιάννινα, 1995)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Ξεσηκωμός κατά των Τούρκων | Σχολιάστε

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΜΠΟΤΣΑΡΑΙΩΝ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΣΕΛΤΣΟΥ ΑΡΤΑΣ

———————–

Από το τέλος τού 1799, (4 δηλαδή χρόνια πριν από την άλωση τού Σουλίου από τον Αλή Πασά), τα οικονομικά συμφέροντα της ηγετικής (και τότε κατ’ ουσίαν ηγεμονεύουσας) στο Σούλι φάρας τών Μποτσαραίων, αλλά και το άφθονο χρήμα τού Αλή Πασά, οδήγησαν τη φάρα αυτή (170 οικογένειες!) στην εθελούσια υποταγή της στην οθωμανική «νομιμότητα» του Αλή Πασά (ΑΠ). Η φάρα αυτή, με επικεφαλής τον αρχηγό της Γιώργο Μπότσαρη, εγκατέλειψε το Σούλι και εγκαταστάθηκε στο Βουργαρέλι τής Άρτας.
Tο Σούλι ζει τις τελευταίες μέρες τής ελευθερίας του. Ο Κίτσος Γ. Μπότσαρης, (γιος τού προαναφερθέντος αρχηγού τής φάρας τών Μποτσαραίων), ήδη αρματολός στην υπηρεσία τού ΑΠ και κύριος διαμεσολαβητής στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση του Σουλίου, κομίζει στο Σούλι τις προτάσεις «ειρήνης» τού αφέντη του, (δηλαδή του ΑΠ), οι οποίες, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν την εκτόπιση από το Σούλι, του αρχηγού τής φάρας τών Τζαβελαίων, Φώτου Λ. Τζαβέλα! Οι (μετά την -κατά τα ανωτέρω- εθελούσια υποταγή τών Μποτσαραίων) σοβαρά αποδυναμωμένοι, εσωτερικά διασπασμένοι και ασφυκτικά πολιορκημένοι Σουλιώτες, δέχονται τις προτάσεις τού ΑΠ και, ουσιαστικά, διώχνουν τον Φώτο Τζαβέλα από το Σούλι…Ο τελευταίος, προσπαθώντας να διαφυλάξει την ηγετική, πλέον, θέση τής φάρας του στο Σούλι, αλλά και να αποτρέψει τον πραγματικά άδικο υποσκελισμό του από τον προδότη της πατρίδας του Κίτσο Γ. Μπότσαρη, καταφεύγει και ο ίδιος στα Γιάννενα…
Λίγο πριν (πικραμένος και εξαγριωμένος), εγκαταλείψει το Σούλι, το οποίο, ως την ώρα εκείνη, το είχε υπερασπισθεί γενναιότατα και αξιότατα, καίει ο ίδιος (ο Φώτος Τζαβέλας) το σπίτι του, για να μην καταλύσει σ’ αυτό ο θανάσιμος πλέον εχθρός του ο Κίτσος Γ. Μπότσαρης, μέλλων (σύμφωνα με τους -ήδη γενομένους δεκτούς από τους Σουλιώτες- όρους τού ΑΠ) πληρεξούσιος του ΑΠ διοικητής τού Σουλίου… Για την κίνησή του αυτήν, την προσφυγή του δηλαδή στον ορκισμένο εχθρό τού Σουλίου ΑΠ, η συλλογική μνήμη, (δημοτικό τραγούδι), τον έκρινε πολύ αυστηρά:
«Τι χάλευες, Φώτο μ’, στα Γιάννινα, στην Πόρτα τού Βεζύρη;
Και επρόδωκες τον τόπον σου και το καημένο Σούλι»…
Η αναγκαστική χρησιμοποίηση από τον ΑΠ, σώματος Μποτσαραίων μαζί με επίλεκτους Τουρκαλβανούς, σε (ανεπιτυχή για τον ΑΠ) επίθεση εναντίον τού Σουλίου, οδήγησε, (κατά τον Χ. Περραιβό), τον αρχηγό τής φάρας Γιώργο Μπότσαρη στην αυτοκτονία (στο Βουργαρέλι) από τύψεις τής συνειδήσεώς του για τις, (τελικά ολέθριες για το Σούλι), επιλογές του…
Mετά την πτώση τού Σουλίου, (Μέσα Δεκεμβρίου 1803), οι Μποτσαραίοι, φοβούμενοι ότι θα είχαν την ίδια με τους υπόλοιπους Σουλιώτες τύχη, εγκατέλειψαν το Βουργαρέλι και κατέφυγαν σε μια απόκρημνη και φύσει οχυρή θέση συνεχόμενη με την Ιερά Μονή Σέλτσου, ακριβώς δίπλα στη χαράδρα τού Αχελώου. Η μετοικεσία αυτή έγινε στα τέλη Δεκεμβρίου 1803, μέσα δηλαδή στο καταχείμωνο. Επικεφαλής τής τραγικής εκείνης συνοδείας, (γύρω στα 1200 άτομα συνολικά), ήταν τα παιδιά τού Γιώργου Μπότσαρη, Κίτσος και Νότης…
Εκεί, τον Ιανουάριο του 1804 δέχθηκαν σφοδρή επίθεση από οκτώ και πλέον χιλιάδες φανατισμένους Τουρκαλβανούς τού ΑΠ, ενισχυμένους από αρματολούς αλλά και άλλους (Χριστιανούς) οπλαρχηγούς τής περιοχής. Ανάμεσά στους τελευταίους, και κάποιοι, (όπως ο Κ. Πουλής, Μίχος Ζήκος, Αλέξης Τζήμας και ο Δ. Καραΐσκος), από τους οποίους ο ΑΠ είχε αφαιρέσει τα αρματολίκα, προκειμένου να τα προσφέρει ως δώρα στους (όπως είδαμε παραπάνω) προσχωρήσαντες σ’ αυτόν Μποτσαραίους… Ύστερα από 3 και πλέον μήνες ασφυκτικής πολιορκίας, η απεγνωσμένη άμυνα των αθανάτων εκείνων μαρτύρων της Ελευθερίας, κατέρρευσε απροσδόκητα, όταν εχθρική δύναμη, (περνώντας από εξαιρετικά δύσβατο μονοπάτι, κατόπιν θρυλούμενης προδοσίας), βρέθηκε στα νώτα τών αμυνομένων, στην πλέον νευραλγική και κρίσιμη αμυντική τοποθεσία Προφήτης Ηλίας.
Η τελική σύγκρουση, γύρω από την ΙΜ Σέλτσου, υπήρξε φονικότατη. Από τους περίπου 1200-1400 (συνολικά) Σουλιώτες του Σέλτσου, μάχιμους και μη, οι περισσότεροι σκοτώθηκαν επί τόπου. Αρκετοί από αυτούς αιχμαλωτίσθηκαν και μεταφέρθηκαν ως τρόπαιο στα Γιάννενα, και μόνο 50-70 διασώθηκαν. Ανάμεσα στους τελευταίους ήταν ο Κίτσος Γ. Μπότσαρης και ο μικρός γιος του ο Μάρκος, ο θρυλικός ήρωας του ’21… Μια ομάδα Σουλιωτών (κυρίως γυναικόπαιδα), με κοπιωδέστατη πορεία ωρών, προσπάθησαν απεγνωσμένα να προσεγγίσουν και να περάσουν το περίφημο γεφύρι του Κοράκου, προς την πλευρά της Καρδίτσας. Το γεφύρι, όμως, ήταν καλά «πιασμένο» από τους εχθρούς, και έτσι οι περισσότεροι από αυτούς θρυλείται ότι ρίχτηκαν και χάθηκαν στα άγρια νερά του Αχελώου…

Γράφει σχετικά ο Χ. Περραιβός για τις γυναίκες: «…όσαι δε προκατέλαβον τας όχθας τού ποταμού (ήσαν υπέρ τας εκατόν εξήκοντα) ανοίξασαι τας αγκάλας ερρίφθησαν εις τον ποταμόν αυθορμήτως μετά των φιλτάτων, των οποίων τα ελεύθερα και ιστορικά σώματα εκάλυψαν, κατέσυραν και εξέμεσαν σποράδην επί των όχθων τα ρεύματά του»…
Πολλές γυναίκες, κάποιες μαζί με τα παιδιά τους, θρυλείται ότι γκρεμίστηκαν στον φοβερό «πέτακα» (γκρεμό) στη ΒΑ πλευρά τού περιβόλου τού μοναστηριού, είτε σπεύδοντας να κατέβουν στο ποτάμι από ένα μονοπάτι-χάρο, είτε διαλέγοντας οι ίδιες, αντί της ατιμώσεως, τον θάνατο και συνεχίζοντας την ανατριχιαστική μα και μεγαλειώδη παράδοση του Ζαλόγγου… Κάποια στιγμή, θρυλείται, μέσα στον χαλασμό τής μάχης, η 21/22 ετών πανέμορφη Ελένη, η κόρη τού Νότη Γ. Μπότσαρη, έχοντας βρεθεί δίπλα στον βαρύτατα τραυματισμένο πατέρα της, τον ρώτησε: «Τι να κάμω, πατέρα;». Και εκείνος: «Παιδί μου, ήρθε η ώρα σου! Σκοτώσου!» Τελικά η Ελένη, συνεχίζει η παράδοση, ανοίγοντας δρόμο με το γιαταγάνι στο χέρι, βρέθηκε στο ποτάμι και έπεσε στο νερό. Ένας Τουρκαλβανός που την είδε, της φώναξε: «Δεν λυπάσαι τα νιάτα σου και την ομορφιά σου; Μην πνιγείς, κι εγώ θα σε γλυτώσω!». Όταν, όμως, ο ψυχοπονιάρης Τουρκαλβανός, τής άπλωσε το όπλο του για να το πιάσει και να σωθεί, εκείνη τον παρέσυρε μαζί της στον θάνατο… «Ακόμα ως τα σήμερα», γράφει ο Γ. Αθανασιάδης-Νόβας, όταν περνούν οι γυναίκες τών Αγράφων από εκεί, σκύβουν, παίρνουν ένα στουρνολίθαρο, το πετούν στα νερά τού ποταμού [Αχελώου] και ψιθυρίζουν: ‘Θεός σ’χωρέσει την Καπετάν-Ελένη’…» Πηγές : 1) Χριστόφορος Περραιβός, «Ιστορία τού Σουλίου και Πάργας», έκδοση 1857, ανατύπωση 1990. 2) Αριστείδης Σχισμένος, «Το Ολοκαύτωμα των Σουλιωτών στο Σέλτσο», Αθήνα 2004. 3) Βάσω Ψιμούλη, «Σούλι και Σουλιώτες», Εστία 2005 (εμπλουτισμένη Διδακτορική Διατριβή. (Από κείμενο του Σπύρου Θεοδωρόπουλου στο Global view – 23/4/2020 https://www.globalview.gr/)

Στη φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή (1937), το Μοναστήρι του Σέλτσου στην άκρη του φοβερού “πέτακα” (γκρεμού) (Φωτο Μουσείο Μπενάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Ξεσηκωμός κατά των Τούρκων | Σχολιάστε

ΜΟΝΗ ΣΕΛΤΣΟΥ

Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1697, από δύο αρτινούς καπετάνιους Νίκο και Αποστόλη αγνώστων λοιπών στοιχείων .
Είναι μονόκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική αθωνίτικου τύπου, με επίσης καμαροσκέπαστο νάρθηκα. Εσωτερικά οι τοίχοι του ναού είναι κατάγραφοι από εικόνες εξαιρετικής τέχνης, οι οποίες σώζονται σε άριστη κατάσταση. Απ’ την κτιτορική επιγραφή μαθαίνουμε ότι και ο γραπτός διάκοσμος του ναού έγινε το 1697, από δύο Αρτινούς ζωγράφους : από κάποιον ιερέα Νικόλαο και το γιο του. Οι τοιχογραφίες έχουν τη γνωστή στα χρόνια της τουρκοκρατίας διάταξη σε ζώνες. Οι ολόσωμοι άγιοι της κάτω ζώνης φέρουν έξεργα φωτοστέφανα με ανάγλυφη διακόσμηση. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει μια τοιχογραφία στο νότιο χορό, όπου εικονίζονται οι δύο μυστακοφόροι κτίτορες να κρατούν “ομοίωμα” του ναού.
Αυτές οι προσωπογραφίες λαϊκών, πέρα απ’ τη σπανιότητα τους ως θέμα εκκλησιαστικής εικονογραφίας και της αξίας τους ως ιστορικής πηγής για το ίδιο το μνημείο, αποκτούν και ευρύτερη σημασία, διότι μαρτυρούν την τόσο πρώιμη εθνική αφύπνιση των υποδουλωμένων κατοίκων της ορεινής Άρτας. (Πηγή ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ)

Στη φωτογραφία οι κτίτορες της Μονής Σέλτσου “Αδελφοί Καπετάν Νίκος και καπετάν Αποστόλης, κατά σάρκαν αδελφοί και καπετάνοι της Άρτας”. Από τοιχογραφία της Μονής ( Φωτο του ιατρού Δ. Καμαρούλια από το βιβλίο ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ,1996) 

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μοναστήρια | Σχολιάστε

ΒΡΕΣΘΕΝΙΤΣΑ (ΠΗΓΕΣ)

————————–

Βρεσθενίτσα, όπερ έχει οικογενείας 80 σχεδόν, και τρεις ιερούς Ναούς, αγίου Δημητρίου, αγίου Γεωργίου και αγ. Νικολάου, και τέσσαρα ετοιμόρροπα Παρεκκλήσια, εποπτευομένων πάντων υπό τεσσάρων ιθαγενών ιερέων.
Εν τω προαστίω τούτω, επί τινος όρους δυσβάτου, κείται η ιερά Μονή Σέλτσου, σεμνυνομένη επί τη Μεταστάσει της Θεοτόκου, πανηγυρίζουσα την 23 Αυγούστου. Η πανάρχαιος αύτη και ηρωική εν τη εποχή του Αλή Πασσά Μονή, ωκοδομήθη κατά τας αρχάς του δεκάτου αιώνος. Εν αυτή τω 1807 εκλείσθησαν οι ήρωες Σουλιώται, φεύγοντες τους όνυχας του Τυράννου, οίτινες επί τέλους, ίνα μη υποταχθώσι, τινές μεν εκρήμνισαν εαυτούς από των βράχων και απέθανον θάνατον ένδοξον, άλλοι δε επνίγησαν εν τω Αχελώω, εξ ών και τις αδελφή ηρωίς γυνή του αοιδίμου Μάρκου Βότσαρη. Αλλά και τω 1865 έτη ηρωικώς η Μονή αύτη διήλθεν εν τη τότε ανταρσία (Από το ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΑΡΤΗΣ, Σεραφείμ Βυζάντιος, Αθήνα, 1884)

Στη φωτογραφία “Πανοραμική Άποψη της περιοχής Σέλτσου” (Φωτο από ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΥΚΩΜΑ ΝΟΜΟΥ ΑΡΤΗΣ, Άρτα, 1971)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Ραδοβίζια και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΤΑ ΧΑΝΙΑ ΣΤΗΝ ΤΑΜΠΑΚΙΑΔΑ

“ΤΟ ΧΑΝΙ ΤΟΥ ΚΑΠΟΥΤΣΗ
Το χάνι του Καπούτση ήταν πριν το σπίτι του Ζορμπά, στον πλάτανο του Χάλα-Χάλα, στο Γεφυρόπουλο (εκεί περίπου που είναι σήμερα τα φανάρια). Ο Καπούτσης ήταν επί Τουρκοκρατίας και μετά το 1881, πλούσιος και άρχοντας. Μόλις απελευθερώθηκε η Άρτα έκτισε ένα ολόκληρο τετράγωνο. Στον εσωτερικό χώρο, που σήμερα είναι διατηρητέο, υπήρχε το χάνι που εξυπηρετούσε αγωγιάτες και κατοίκους των Τζουμέρκων και Ραδοβυζίων. Μερικοί στάλιζαν πιο πάνω από τον Άγιο Μάρκο όπου υπήρχε ελαιοτριβείο – λαδόμυλος.
ΤΟ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΟ ΧΑΝΙ (ΔΗΜΟΤΙΚΟ)
Στην πλατεία Ωρολογιού, ανάμεσα από το κάστρο και το ρολόι, υπήρχε χάνι παλιό από τον καιρό της Τουρκοκρατίας. Έκλεισε το 1940. Μεταβλήθηκε για λίγα χρόνια σε υπαίθριο, όπου έδεναν τα ζώα τους οι αγωγιάτες στα κάγκελα του Β’ Δημοτικού Σχολείου.”(Από το βιβλίο ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΡΤΑ, Κ. Τσιλιγιάννης, Αθήνα, 2013)

Στη φωτογραφία “Λιθογραφία η οποία απεικονίζει ντόπιους σε ένα χάνι στη Κόρινθο οι οποίοι ασχολούνται με τις χειρονακτικές εργασίες τους, φορτώνοντας δέματα στις καμήλες τους.”
Σχεδιαστής: [Stackelberg, Otto Magnus Baron von], Χαράκτης: [Gille, C]
Εκδότης: [Helmlehner]
Τόπος έκδοσης χαρακτικού: [Berlin]

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΣΤΗΝ ΤΑΜΠΑΚΙΑΔΑ”ΤΟ ΜΠΑΝΕΙΚΟ”

—————————

“Μέναμε στο ίδιο σπίτι στους Ταμπακιάδες. Στο απέραντο τεράστιο οίκημα, πέτρινο, διώροφο που είχε φτιάξει ο μεγάλος αρχιτσέλιγκας Αποστόλης Κων. Μπανιάς το 1868. Το ιστορικό “Μπανέικο” απέναντι από το ιστορικό του Ζορμπά. Είχε τέσσερα υπόγεια, τρεις πέτρινες σκάλες. Τα υπόγεια ήταν γεμάτα από γαλακτοκομικά. Αυλή πλακόστρωτη με μάρμαρα. Έμεναν εκεί πέντε οικογένειες. Δίπλα από το οίκημα περνούσε ο Άραχθος. Μας επισκεπτόταν τακτικά! Από το 1913 μέχρι το 1963, κάπου 7 φορές. Και σταμάταγε στην πίσω μεγάλη αυλή. Το σπίτι το έκοψε ο δρόμος το 1964. Δίπλα ήταν το σπίτι της οικογένειας Νικολάου Κ. Καραβασίλη, αρχιτσέλιγκα με 500 και πλέον πρόβατα και πιο κει η στάνη.”(Από άρθρο του κ. Κ. Μπανιά στο Περιοδικό της Αδελφότητας Μελισσουργιωτών Αθήνας, τχ. 96, 2019)

Στη φωτογραφία : Πάσχα 1949-50 στην αυλή του σπιτιού του Νικόλαου Καραβασίλη. Πίσω φαίνεται μέρος του σπιτιού του Γιάννη Αποστ. Μπανιά (Φωτο από τη συλλογή της Σοφίας Καραβασίλη- Ιερωνυμάκη, έρευνα Κ. Μπανιάς).

Και τα ονόματα…..

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

“ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ”

————————–

Στην Ταμπακιάδα – στης κυρά- Βαγγελής
(του Γιώργου Κοτζιούλα)
“Αυτή τη χρονιά ο Νάκος κι εγώ καθίσαμε στο σπίτι της κυρα-Βαγγελής. Ήταν μια χήρα από διπλανό μας χωριό, που έλειπε χρόνια στην Άρτα. Δούλευε κει σε μεγάλα σπίτια και τελευταία είχε αποκτήσει δικό της νοικοκυριό. Καθόταν παραπίσω απ’ την εκκλησιά της Αϊ-Θοδώρας, κοντά στο τούρκικο τζαμί, πιο δω απ’ την ακροποταμιά. Εκεί έμενε τον προηγούμενο χρόνο ο γιος του Κώστα Πεταλά, πολύ πιο μεγάλος από μας, που μόλις έβγαλε την πρώτη γυμνασίου τον πήραν στρατιώτη. Έτσι δε δυσκολευτήκαμε πολύ να βρούμε σπιτονοικοκυρά, μια που οι χωριάτες έχουν το ιδίωμα να μιμούνται ο ένας τον άλλον.
Με τι καμάρι μπήκαμε στον καινούριο, τον ποθητό μας κόσμο! Μαθητής γυμνασίου, δεν ήταν μικρό πράμα για μας. Όπως ο πατέρας μου ήταν ο πρώτος από το χωριό που είχε ονομαστεί δημόσιος υπάλληλος, έτσι κι εμείς ήμασταν οι πρώτοι που αξιωνόμασταν να πατήσουμε στο ζηλευτό γυμνάσιο. Από δω και πέρα έπρεπε να ’χουμε τα μάτια μας τέσσερα να μην πάνε τα έξοδα των γονιών μας χαμένα.
Η κυρα-Βαγγελή βαστούσε ένα σπιτάκι από μια καμαρούλα στρωμένη χάμου με πηλό. Οι τοίχοι ήταν καμωμένοι από καλαμόβεργες με τσατμά. Η σπιτονοικοκυρά μας είχε πολύ λίγα σέγια και στη γωνιά ένα σανιδένιο κρεβάτι, όπου κοιμόταν αυτή με το γιο της το Σωτήρη. Ο Σωτήρης μόλις είχε απολυθεί απ’ το στρατό και δούλευε υπάλληλος σ’ ένα μπακάλικο, έχοντας όμως στο νου ν’ ανοίξει κανένα δικό του. Ερχόταν αργά το βράδυ να κοιμηθεί κι έτσι εμείς είχαμε όλη την ημέρα δική μας για διάβασμα. Δε φωνάζαμε όμως, μονάχα μουρμουρίζαμε απάνω στα βιβλία μας, γιατ’ η κυρα-Βαγγελή ήταν ήσυχος άνθρωπος και δεν της άρεσαν οι φασαρίες.
-Το γυμνασιάρχη σας εγώ τον ξέρω από παιδί, μας έλεγε με κάποια περηφάνεια, εννοώντας ελεύθερον, ανύπαντρο με το «παιδί»………………………………….
Μα εδώ στην πολιτεία ήταν κι άλλα που τα βλέπαμε από μακριά, τ’ αποζητούσαμε χωρίς να μας ανήκουν. Μπροστά στην πόρτα μας –την εσωτερική, όχι από το μέρος του δρόμου-, χωρισμένο απ’ την αυλίτσα μας με φράχτη από καλάμια, βρισκόταν ένα μικρό κηπάρι, όπου δεν είχαμε το δικαίωμα να ξεκωλώσουμε ούτ’ ένα κρεμμύδι, ούτ’ ένα μαρούλι. Το ίδιο γινόταν και με μια κοντούλα πορτοκαλιά, παραμέσα στο περιβόλι, το πρώτο δέντρο με τους χρυσούς καρπούς που βλέπαμε όλη την ώρα από κοντά, καθώς και μ’ ένα άλλο που έβγαλε στο τέλος της άνοιξης τα στρογγυλά, χνουδάτα, πορτοκαλόχρυσα ζέρδελα, δηλαδή τα βερίκοκα. Αν μας πετούσαν από κανένα οι νοικοκυραίοι, έτσι για να μην «κάνουμε στα μάτια», το θεωρούσαμε σπάνια δωρεά.”
(Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό αφήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ που γράφτηκε το 1948 και δημοσιεύτηκε σε 16 συνέχειες, στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία το 1953-54. Στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στον Β’ τόμο των Απάντων του ποιητή (Δίφρος, 1957) που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Επίσης εκδόθηκε αυτοτελώς σε έκδοση Βαρσοβίας από και για τους πολιτικούς πρόσφυγες.. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το Α’ μέρος απ’ όπου και το παραπάνω απόσπασμα στο λινκ https://www.sarantakos.com/…/kotzioulas_grammata6.html)

Στη φωτογραφία ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας (αριστερά) με το φίλο του δημοσιογράφο και επίσης ποιητή Γεράσιμο Γρηγόρη (Φωτο από Sarantakoswordpess.com)

 

Δημοσιεύθηκε στη Έγραψαν για την Άρτα | Σχολιάστε

ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΥΣΤΑΚΛΗΣ

21η Απριλίου σήμερα κι ας αφιερώσουμε δυο λόγια στον Σπύρο Μουστακλή που τόσο άγρια βασανίστηκε από την χούντα των συνταγματαρχών. Ο Σπύρος Μουστακλής πολέμησε σαν εθελοντής στην Εθνική Αντίσταση στην οργάνωση Ε.Ο.Ε.Α. – Ε.Δ.Ε.Σ. από το 1943 μέχρι το 1945. Αργότερα πολέμησε ως έφεδρος ανθυπ/γος στην Κορέα (1950-53). Αυτό που ίσως κάποιοι δεν γνωρίζουν, είναι ότι ο Σπύρος Μουστακλής τέλειωσε το Γυμνάσιο Αρρένων της Άρτας το 1945 απ’ όπου και η φωτογραφία με το απολυτήριό του ( Φωτο Γ.Α.Κ. Άρτας)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

ΔΕΝ ΤΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΕΣ ΚΑΛΑ ΠΑΠΠΟΥ…..(Ανεβαίνοντας στην Κυψέλη…)

“Ήθελε ακόμα να ξημερώσει. Ο χειμώνας βαρύς. Ανέβαινα απ’ τη δημοσιά, περπατώντας έναν κακοτράχαλο χωματόδρομο που και τ’ αυτοκίνητα ακόμα θα ‘θελαν να τον αποφύγουν. Στην Καρυά, κοβόταν απότομα κι άρχιζε το μονοπάτι. Απόρησα, γιατί υπήρχε ασφαλτοστρωμένος δρόμος μέχρι τον Αη Γιώργη από χρόνια. Παλιά όταν ήμουν παιδάκι και μ’ έφερνε το λεωφορείο του Αλέκου από την Άρτα, τα αυτοκίνητα σταματούσαν εδώ. Από κει και πάνω, μόνο για τα ζωντανά και για γερά πόδια. Ήταν τότε που με περίμενες κάτω από την πλατεία, με το γομάρι δεμένο στην καρυδιά, στερέωνες τη μικρή καρό βαλίτσα μου στ’ αριστερά στο σαμάρι, μ’ ανέβαζες πανωσάμαρο κι εσύ από δίπλα ποδαρόδρομο. Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, δυο τσγάρες δρόμος.

Αυτά σκεφτόμουν καθώς ανέβαινα τα πέτρινα σκαλοπάτια που έβγαζαν στην πλατεία. Οι πόρτες των μαγαζιών κλειστές. Η σιδερένια πόρτα τ’ Αη Νικόλα κλειδωμένη κι αυτή, λες και από κάτι είχε να φοβηθεί ο άγιος. Πάνω στα λίγα τραπέζια των καφενείων της πλατείας, αναποδογυρισμένες οι καρέκλες. Ερημιά μαύρη και παγωνιά. Ο γιαννιώτης σήκωνε τα πεσμένα φύλλα γύρω απ’ τον γερο πλάτανο και τα ‘στρωνε σ’ ένα κυκλικό χορό χωρίς αρχή και τέλος. Από την πέτρινη βρύση δεν έτρεχε στάλα νερό. Τέτοια εποχή…

Άφησα πίσω μου την πλατεία. Πέρασα έξω απ’ του Μπλέτσου. Σκοτεινά. Στου Πουρναρά το ίδιο. Και στου Μπέσου. Παγωμένη η νύχτα, σφαλισμένα τα παντζούρια, τα μπουχαριά χωρίς καπνό. Στην άκρη, από το τσιμεντένιο αυλάκι, ακουγόταν το νερό που κυλούσε ορμητικά προς την αυλή του μυλωνά. Μπόρεσα να διακρίνω στο λιγοστό φως που σκόρπιζαν οι κολώνες του ηλεκτρικού την αντάρα που σκέπαζε απέναντι τη Ρουπακιά και κατέβαινε χαμηλά ως τη Γκούρα. Φουσκωμένη αυτή από μεγάλες κατεβασιές νερού που βιάζονταν να συναντήσουν τον Άραχθο.

Μετά τη στροφή του Μπράνα, πάγωσα. Δεν ήταν απ’ το κρύο. Το δίπατο πέτρινο σπίτι στέκονταν πάλι εκεί, όρθιο όπως παλιά. Ένα αχνό φως έφεγγε στο δυτικό παράθυρο που, δεν ξέρω γιατί, δεν είχε πατζούρι. Απ’ όλα τα παράθυρα έλειπαν τα πατζούρια. Ανέβασα το βλέμμα μου στο μπουχαρή. Καπνός;! Τα πόδια μου άρχισαν να κινούνται χωρίς να περιμένουν τις σκέψεις. Έσπρωξα τη λυσιά, δρασκέλισα την αυλή και ζύγωσα τ’ αφτί στην εξώπορτα. Άρχισε να πέφτει ένα ψιλόβροχο που πήγαινε να γίνει χιόνι, άλλαζε γνώμη για λίγο και το γύρναγε πάλι. Ακούγονταν μόνο η φουσκωμένη Γκούρα και οι σταγόνες της βροχής. Έσκυψα στο παράθυρο. Το τραβηγμένο πλεχτό κουρτινάκι της γιαγιάς άφηνε να φανεί το εσωτερικό του σπιτιού……”Μπορείτε να διαβάσετε την συνέχεια της όμορφης αυτής ιστορίας στο λινκ https://e-oikodomos.blogspot.com/…/blog-post_9725.html…

Στη φωτογραφία σπίτι στην Κυψέλη .“…..διακρίνονται τα Τζουμέρκα με τις κορφές τους χωμένες στα σύννεφα. Τραβήχτηκε το 1980, την ίδια εποχή που το σπίτι που περιγράφω στο κείμενο (ηλικίας τότε μόλις 23 χρόνων) γκρεμίστηκε για να ανοίξει η «δημοσιά» που βλέπετε και λίγο αργότερα ασφαλτοστρώθηκε. Το σπίτι ξαναχτίστηκε λίγους μήνες αργότερα μερικά μέτρα πιο πέρα. Ο φωτογράφος στεκόταν ακριβώς δίπλα στο γκρεμισμένο σπίτι όταν εστίαζε το φακό του. Δεν ξέρω το όνομά του.” Η φωτο είναι από το ίδιο άρθρο. 

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε