Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ – Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

——————————–
Χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας οθωμανικής πόλης είναι η λειτουργική οργάνωσή της. Σύμφωνα με την οθωμανική πρακτική, η πόλη (και κατ’ επέκταση η πολεοδομική συγκρότηση) οργανωνόταν σε επιμέρους συνοικίες, τους μαχαλάδες (βλ. τούρκικη λέξη: mahalle), οι οποίες αποτελούσαν τη βάση για τη διοικητική, εμπορική και θρησκευτική διάταξη της πόλης. Οι κοινωνικές ομάδες συνιστούσαν έκαστη μία γειτονιά, η οργάνωση της οποίας είχε θρησκευτικό γνώμονα. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός είχε συνήθως εξέχουσα θέση στις πόλεις και κατ’ επέκταση τις «καλύτερες» γειτονιές, τα πιο κεντρικά καταστήματα. Το κέντρο της συνοικίας οργανωνόταν με την κατασκευή βασικών κτιρίων, όπως τζαμιά, ιεροσπουδαστήρια, φιλανθρωπικά ιδρύματα, λουτρά, κρήνες, υπαίθριες αγορές κ.ά.. Και ενώ πλήθος του εγχώριου πληθυσμού της εκάστοτε πόλης υπέπεσε στο καθεστώς των σκλάβων, ο σουλτάνος δεν αποσκοπούσε (συνήθως) στην εξάλειψη του χριστιανικού στοιχείου, καθώς μια τέτοια πρακτική θα ήταν επιζήμια για την πόλη, ιδιαίτερα οικονομικά. Τα ήδη υπάρχοντα κτίρια κάθε πόλης εξυπηρετούσαν τις βασικές ανάγκες της, με τις απαραίτητες προσθήκες (π.χ. οι μιναρέδες στα τζαμιά) ή χτίζονταν νέα. Τα οικοδομικά προγράμματα εκτελούνταν ταχύτατα, ένδειξη της αποτελεσματικής οργάνωσης και της αφθονίας σε υλικά και εργατικό δυναμικό.
Όσον αφορά την Άρτα, στο σύνολο της η πόλη διαθέτει 6 τζαμιά, τούρκικο τεκέ Δερβίσηδων, πύργο με ρολόι,26 χριστιανικούς ναούς, ενώ αποτελεί έδρα μητρόπολης. Η πόλη συνεχίζει να διατηρεί την οργάνωση του μεσαιωνικού Δεσποτάτου ( Κάστρο-Εμποριό) αλλά από την στιγμή που η Ήπειρος ορίζεται πασαλίκι με έδρα τα Ιωάννινα, η Άρτα χάνει τη δύναμή της. Μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια απεικόνισης της Άρτας των αρχών του 19ου αιώνα είναι ο πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου, έργο πιστό στην περιγραφή του Στρατηγού Μακρυγιάννη που έζησε στην Άρτα και συμμετείχε στη μάχη του 1821. Στον πίνακα του Παναγιώτη Ζωγράφου εντοπίζεται η θέση του κάστρου και η ανάπτυξη της πόλης από τα τείχη προς τον νότο. Εντός του κάστρου διακρίνονται οι κατοικίες των Οθωμανών και ξεχωρίζουν οι μιναρέδες των τζαμιών. Από την θέση τους στον πίνακα μπορούν να αναγνωριστούν το τέμενος του Σουλτάν Αχμέτ και εκείνα του Σουλτάν Βαγιαζήτ και Κιλίτς Βέη. Στο νότιο άκρο της πόλης διακρίνεται ο ναός της Παρηγορήτισσας που χρησιμοποιήθηκε ως οχυρωματικό μέσο από τους Οθωμανούς, ενώ στα αριστερά του εντοπίζεται το σεράγι. Μεταξύ της πόλης και το ποταμού εντοπίζεται ένα ακόμα τέμενος το οποίο ενδεχομένως είναι ο τεκές της πόλης με το οθωμανικό νεκροταφείο. Στην άλλη πλευρά του Αράχθου εντοπίζεται το τέμενος του Φαϊκ πασά με το Ιμαρέτ. Και στα αριστερά του πίνακα εντοπίζεται και η ομώνυμη γέφυρα της Άρτας. Εκτός των τειχών η πόλη οργανώνεται γύρω από το κάστρο έως την μονή της Παρηγορήτισσας και οι συνοικίες της Άρτας σύμφωνα με το ιστοριοδίφη Μητροπολίτη Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλου είναι:
1.Της Περιληφτής, από τον ομώνυμο ναό της Περιβλέπτου,
2.Ταμπακιάδων(των βυρσοδεψών) ή της Δάφνης,
3.Τουρκοπάζαρο,
4.Αγίας Θεοδώρας ή Λούκενας ή Καραπάνου,
5.Μουχούστι,
6.Μονοπ(ώ)λειο,
7.Πλάτανος,
8.Αλμπαναριά,
9.Ρωμιοπάζαρο,
10.Οβραϊκα.
Ο πυρήνας της πόλης ταυτίζεται με εκείνο του Μεσαιωνικού Εμποριό. Οι υπόλοιπες γειτονιές της πόλης οργανώνονται γύρω από το κάστρο. Από εκείνο το σημείο η πόλη αναπτύσσεται κατά μήκος των δυο εμπορικών αξόνων (Ρωμιοπάζαρο και Τουρκοπάζαρο) προς την μονή της Παρηγορήτισσας. Κάθε γειτονιά οργανώνεται κοντά στους εμπορικούς δρόμους με κέντρο το κτήριο λατρείας κάθε θρησκευτικής κοινότητας. Σύνηθες είναι μέσα στην ίδια συνοικία να εντοπίζονται επιμέρους ενότητες με διαφορετικό θρήσκευμα, στοιχείο αρμονικής συνύπαρξης χριστιανών, μουσουλμάνων και εβραίων. Στο εσωτερικό της πόλης παρατηρείται η ανέγερση πιο προσεγμένων κατοικιών, ενώ όσο ο επισκέπτης μεταφέρεται προς τις παρυφές της, εντοπίζει κυρίως ισόγεια και ευτελέστερα σπίτια. Ωστόσο η συγκρότηση της πόλης δεν γίνεται με γνώμονα την οικονομική και κοινωνική θέση των κατοίκων της. Εξαίρεση ίσως αποτελούν οι γειτονιές των μπέηδων και των προξενείων.(Πηγές 1. “ΙΜΑΡΕΤ – Στη σκιά του ρολογιού” Ιμαρέτ-Φεϋζούλ: Επαναερμηνεύοντας τα τεμένη της Άρτας, Διπλωματική εργασία του Ε. Κοντογιάννη, Αθήνα,2014)

Στη φωτογραφία “Οι εικόνες του Μακρυγιάννη – Μάχαι της Άρτας” : Πρόκειται περί της εικόνας Νο. 9 του Λευκώματος της Εθνικής Τραπέζης με αντικείμενο την μάχη της Άρτας. Ζωγραφίστηκε από τον Παναγιώτη Ζωγράφο καθ΄υπόδειξη του Μακρυγιάννη μεταξύ 1836-1839.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

ΑΕΤΟΣ – Η ΘΡΥΛΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

——————————–
1958 : Δ. Μπέκας, Λ. Σκούρας, Β. Ρέντζος, Κ. Αμβράζης, Κ. Παπαδημητρίου, Α. Κεφάλας. Κάτω δεξιά : Κ. Μαστρογιάννης, Ξ. Γιώτης, Β. Μπαρτζώκας, Κ. Κατσάνος, Κ. Μιχάλης
(Έρευνα-παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Αετού | Σχολιάστε

ΤΟ ΤΟΥΡΚΟΠΑΖΑΡΟ

“Οι Τούρκοι της Άρτας κατοικούσαν οι πιο πολλοί στις συνοικίες Γεφυρόπουλου, Αγ. Νικολάου και Μητρόπολης. Ελάχιστοι έμεναν στις άλλες συνοικίες της πόλης.
Εκεί που σήμερα διασταυρώνονται οι δρόμοι Τζαβέλλα, Βασ. Πύρρου και Πριοβόλου, ήταν το λεγόμενο Τουρκοπάζαρο. Στο Τουρκοπάζαρο είχαν μαγαζιά αρκετοί Τούρκοι, αλλά και λίγοι Έλληνες, απ’ τα οποία ψώνιζαν οι Τούρκοι κάτοικοι. Μπακάλικα, φούρνοι, γαλατάδικα, τσαγκαράδικα, γανωματάδικα κ.α.
Στο βόρειο τμήμα της σημερινής λαχαναγοράς ήταν ένα ονομαστο καφέ-αμάν, που εξελίχτηκε σε καφέ-σαντάν κι αργότερα στην περίφημη ακαδημία χορού του Γ. Παλάντζα. Το καφέ -αμάν είχε κήπο με πορτοκαλιές και λουλούδια και περικλειόταν με καλλιτεχνικό κιγκλίδωμα. Στο νότιο τμήμα της λαχαναγοράς ήταν το Παρθεναγωγείο, που στις αρχές του 20ου αιώνα ερειπώθηκε.” (Πηγή : ΑΡΤΙΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, Ι. Τσούτσινος, Άρτα, 2001)

Στη φωτογραφία η οδός Τζαβέλλα πριν την ρυμοτόμησή της.Το πέτρινο σπίτι με το μπαλκόνι και την πέτρινη περίφραξη ανήκε στον Εβραίο Σ. Χατζή. Σήμερα έχει κριθεί διατηρητέο και στεγάζει το κτηνιατρείο του κ. Τρομπούκη. (Φωτο από ιδιωτική συλλογή)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

Η ΥΦΑΝΤΗ ΠΟΔΙΑ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ

Τις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. όπως όλα τα ρούχα έτσι και οι ποδιές ήταν κατασκευασμένες στον αργαλειό, εξ’ ολοκλήρου από υλικά που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες στα Τζουμέρκα από εγχώριες ακατέργαστες πρώτες ύλες της περιοχής.
«Γυναίκα χωρίς ποδιά, ποτέ δεν έβγαινε στην αγορά. Κι οι φτωχές έπαιρναν «δανεική» ποδιά απ’ τις γειτόνισσες ή συγγενή να βγουν έξω, διότι πρόσβαλλε του σπιτιού την αξιοπρέπεια, «ξεζώνατη» δηλ. χωρίς ποδιά».
Για την κατασκευή της χρησιμοποιούσαν κοντό χτένι και η ύφανσή της έφερε υφαντή διακόσμηση με οριζόντιες ρίγες δυο διαφορετικών χρωμάτων οι οποίες εναλλάσσονταν. Την φορούσαν πάνω από την δίμιτη φούστα και η χρήση της περιορίζεται μέχρι τη δεκαετία του ’50 οπότε και εκλείπει οριστικά και αντικαθίσταται από τις λεπτή, χρωματιστή υφασμάτινη ποδιά.
«Η Κώτσο-Μαστοράκενα έφερνε, ζούσε στην Άρτα, ήταν ονομαστές οι ποδιές της Άρτας αυτές ήταν όμως για δουλειά. Αυτές ήταν στον αργαλειό αλλά πολύ λεπτό ύφασμα. Αργαλείσιες ποδιές πολύ παλιότερα εγώ αν θυμάμαι κάνα δυο γριές την παπαδιά… Ήταν ψιλές όχι χοντρές όπως το δίμιτο. Χρωματιστές ριγέ 2 χρώματα. Ένα μαύρο ένα γκρι. Όπως είναι αυτό, όχι άσπρο. Θα ήταν κόκκινο και μπλε. Θα ήταν πράσινο και κίτρινο. Ήταν συγκεκριμένο το ύφασμα δε το ‘κόβαν αυτό. Έφτιαχνε η υφάντρα ίσα – ίσα πόσο φάρδος πρέπει να έχει και έφτανε στο μήκος έλεγε το μήκος πρέπει να είναι εβδομήντα πόντους το μέτραγε σταματούσε το πίστρωνε μετά αυτή. Αυτό το ύφασμα το έφτιαχνε στενό ο αργαλειός που ήταν για τις ποδιές. Ο ίδιος ο αργαλειός, αλλά έβανε στο χτένι δε το έπιανε όλο».
Η αργαλείσια ποδιά αντικαθίσταται τη δεκαετία του ’40 από την υφασμάτινη ποδιά, ραμμένη από ντρίλινο ή ιντιάνα ύφασμα. Η καθημερινή ποδιά είναι απλά ραμμένη χωρίς κάποιο κέντημα ή σχέδιο. Η επίσημη φέρει σχέδιο, το «φασολάκι» στο ύψος της μέσης και 10cm πριν το τελείωμά της. Πάνω από το «φασολάκι» φέρει κέντημα με χρωματιστές κλωστές και κάτω από το «φασολάκι», το τελείωμά της, γίνεται με «φρούτο». Το ράψιμό της είναι σε ορθογώνιο σχήμα. Τα χρώματά της σιέλ, ροζ και πράσινο ανοιχτό. Η ποδιά συνδυάζεται πάντα σύμφωνα με το χρώμα του φουστανιού.
«Τς πουδιές τς φτιάναμαν μη φασόλια του λέμαν γύρω γύρω. Κι κόκκινες φτιάναμαν για έξω, το πανγύρ του βάναμαν σι γάμου, όχι κάθι μέρα, κάθι μέρα δεν βάναμαν τς καλές τς πουδιές. Βάναμαν πρόχειρεις. Βάναμαν αυτές τς καλές τς πουδιές τς χρουματιστές. Ένα χρώμα δηλαδή. Ή μπλε ή σαξ ή ροζ, τέτοια χρώματα».
(Πηγή : Μεταπτυχιακή εργασία με τίτλο Η ΥΦΑΝΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΧΟΥΛΙΑΡΑΔΕΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, Μ. Ράπτη, Ιωάννινα, 2017)

Στη φωτο η κ. Αντιγόνη Μπαλάσκα- Καρρά το 1947 με τη Τζουμερκιώτικη φορεσιά (φέλπα) της μητέρας της Ελένης Μπανιά- Μπαλάσκα από τους Μελισσουργούς, στην οδό Ανεμομύλων, στη Βαλαώρα. (Φωτο από συλλογή Α. Καρρά)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

1949 : Απόφοιτοι του Γυμνασίου Αρρένων Άρτης

1949 : Απόφοιτοι του Γυμνασίου Αρρένων Άρτης. Μπορείτε να διαβάσετε όλα τα ονόματα αλφαβητικά στο πρώτο σχόλιο. (Έρευνα- παρουσίαση Κ. Μπανιάς) 

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

“ΤΟ ΞΕΦΛΟΥΔΙΣΜΑ” – ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

————————————-
“………….Η νοικοκυρά του σπιτιού, παρ’ όλες τις εργασίες της ημέρας, είχε έτοιμες πίτες, αυγά βρασμένα, τυρί, ντομάτες που μοσχοβόλαγαν, ελιές, κοκορέτσι, μεζέδες καλομαγειρεμένου κρέατος, τηγανίτες καμωμένες με τσίπουρο, άσπρο, καλό αλεύρι ξεσιττισμένο και με ζάχαρη επάνω και τις έδινε μέσα σε καθαρά πιάτα ζεστές – ζεστές. Κερνούσε τσίπουρο, κρασί κόκκινο ή άσπρο, κυδώνια, σύκα, πασμάδες, σταφύλια διατηρημένα, καρύδια και ό,τι άλλο είχε ο νοικοκύρης.
Κατά την διάρκεια του ξεφλουδίσματος, για να περάσει η ώρα και για να μην κάθονται στα μούτα, σιωπηροί, έλεγαν ανέκδοτα έξυπνα, έλεγαν παραμύθια γεμάτα νόημα, σωφροσύνη και εξυπνάδα, γλωσσοδέτες, αινίγματα έξυπνα, ποιήματα αυτοσχέδια και κυρίως τραγούδια. Τα τραγούδια τα άρχιζαν οι μισοί και επαναλάμβαναν τα ίδια λόγια οι άλλοι μισοί. Την ώρα εκείνη γίνονταν ένας σιωπηλός διαγωνισμός για το καλύτερο τραγούδι και τον καλύτερο τραγουδιστή. Αυτά σχολίαζαν τις άλλες μέρες : “Είδεις μωρέ εικείνους ου Γιαννακούλας τς Χρήσταινας τι ουραία π’ τραγδάει”, θάλεγαν τις επόμενες μέρες όπου βρίσκονταν “απ’ αφνούς π’ ξεφλούδαγαν εικείνου του βραδ’!”
Όταν έρχονταν η ώρα του φαγητού, έστρωναν την τάβλα, απάν’ έστρωναν κατακαίνουργα και καλοπλυμένα μεσάλια, πάνω στα οποία απίθωναν το πλούσιο φαγητό και τα άλλα εδέσματα, σαλάτες, τυριά δγιαούρτι, λαχανόπιτες, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και χίλια δυο καλούδια καθώς και καλοζυμωμένο και καλοψημένο φρέσκο, σταρίσιο ψωμί από άσπρο σιτάρι αγανιά και κόκκινο ή άσπρο κρασί ποιότητος, “αργασμένο” όπως έλεγαν, κι έτσι φαίνονταν και το έχος του νοικοκύρη. Εκεί φαίνονταν η νοικοκυροσύνη, η αρχοντιά, η συμπεριφορά των αντρών και των γυναικών και όλης της οικογένειας αλλά και η σειρά του σπιτιού. Έτσι έλεγαν “πάρε γυναίκα από σειρά και σκύλα από κοπάδι”………………..
Μετά απ’ το φαγητό και το τραγούδι ξανάπιαναν εργασία στο ξεφλούδισμα κι όταν έρχονταν η ώρα για ύπνο, οι κοντινοί πάειναν στα σπίτια τους ενώ για τους άλλους έστρωναν καινούργια στρωσίδια και με καινούργια σεντόνια και σαίσματα κοίμιζαν την αργατειά, τους μουσαφιραίους να τους ευχαριστήσουν.
Κι όταν έφευγαν, αυτοί έλεγαν στους νοικοκυραίους “Άει, αφήνουμι υγεία και καλή αντάμουσ’ κι τ’ χρόν’ να’νι καλύτερα κι πιρσότερα τα μπιρκέτια σας”. ”(Πηγή: ‘Αρθρο του Ι. Σκούτα στο περιοδικό ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 276, 2002)

Στη φωτογραφία : Σκάλισμα του καλαμποκιού στο οροπέδιο του Γαβρόβου στη δεκαετία του 1950 ( Φωτο από Αρχείο Πολιτιστικού Συλλόγου Γιαννιώτι, Δήμος Γεωργίου Καραισκάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Πρόσωπα της κοινωνίας της Άρτας… 

Καταξιωμένα πρόσωπα της κοινωνίας της Άρτας : Άρης Γαλανός (Καθηγητής – Επιθεωρητής Φ.Α.), Στράτος Πατσαλιάς (Δικηγόρος, ιστορικός, λαογράφος, πρόεδρος ΣΚΟΥΦΑ), Γεώργιος Βασταρούχας (δικηγόρος, δημοτικός σύμβουλος, πρόεδρος των Προσκόπων, αρχηγός του Παναμβρακικού), Βασίλης Τυρογιάννης (Μεγαλέμπορος), Πρόδρομος Ασλανίδης (Ιδρυτής του Παναμβρακικού)
(Έρευνα – παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Για κολύμπι στον Άραχθο….

1950ς : Μαθητές Γυμνασίου βουτάνε στα νερά του Αράχθου. Η περιοχή του Χάλαχαλα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής για κολύμπι.
(Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Β. Γκανιάτσα, όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Α. Σχισμένου ΑΡΑΧΘΟΣ, Ο ΘΕΟΠΟΤΑΜΟΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, Αθήνα, 2002)

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

Το γεφυράκι στη θέση Χαλαχάλα

“Η συνοικία του Γεφυρόπουλου ήταν γνωστή με το όνομα αυτό μέχρι τότε που η Άρτα έγινε ελληνική. Μετά την απελευθέρωση, άρχισε να εγκαταλείπεται το παλιό όνομα και να επικρατεί ένα καινούργιο. Η συνοικία άρχισε πλέον να ονομάζεται συνοικία Χάλα-Χάλα. Έλεγαν οι παλιοί “Άει κολύμπα στ’ Χάλα-Χάλα”.
Πως όμως βγήκε το όνομα αυτό; Μια άποψη είναι ότι το όνομα είναι παρήχηση των λέξεων που ψαλμουδιστά ακουγόταν από τους γύρω μιναρέδες (Αλλά-χ, Αλλά-χ). Νομίζω όμως πως δεν στέκει γιατί και σε άλλα σημεία της πόλης υπήρχαν τζαμιά και οι φωνές των μουεζίνηδων ακουγόταν παντού. Το σωστό είναι πως η συνοικία πήρε το όνομα από τους αδελφούς Χαλαχάλα, που άνοιξαν κέντρο διασκεδάσεως κοντά στο Γεφυρόπουλο, στη σημερινή ιδιοκτησία Δημητριάδη. Οι παλιοί Αρτινοί θυμούνται πως στο κέντρο αυτό προσφέρονταν το ούζο με μεζέ τζάνεργα (κορόμηλα), που αφθονούσαν στους γύρω κήπους. Το κέντρο αυτό διατηρήθηκε πολλά χρόνια, έτσι ώστε οι Αρτινοί να λένε “πάμε στ’ Χάλαχαλα”, όπως αργότερα έλεγαν “πάμε στ’ Διαμάντ’” ή “πάμε στ’ Ζαγγαβιέρου”, απ’ τους οποίους πήραν σιγά-σιγά το όνομα και οι τοποθεσίες.. Στα Ευρετήρια του Υποθηκοφυλακείου Άρτης βρίσκουμε το όνομα Κουμπούρα ή Χαλαχάλα, σχετικό με την ιδιοκτησία του κέντρου ψυχαγωγίας που προαναφέραμε που έδωσε και το νέο όνομα στη συνοικία.” (Πηγή : ΑΡΤΙΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, Ι. Τσούτσινος, Άρτα, 2001)

Στη φωτογραφία το γεφυράκι στη θέση Χαλαχάλα πάνω από τον αύλακα, δίπλα από την μονότοξο πέτρινο γεφυρόπουλο, που οδηγούσε στο μύλο της νεροτριβής.(Φωτο από Φωτογραφικό Λεύκωμα της Πρότασης, Άρτα,1999) 

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

ΤΟ ΓΕΦΥΡΟΠΟΥΛΟ ( ή αλλιώς ΧΑΛΑ-ΧΑΛΑ)

“Ένα μικρό πέτρινο γεφύρι, ένα γεφυρόπουλο, που χτίστηκε από τούρκους κτηματίες στα βορειοδυτικά της Άρτας, έδωσε το όνομά του σ’όλη την γύρω συνοικία, τη “συνοικία του Γεφυρόπουλου”. “Το πλησίον του λουτρού Γεφυρόπουλον εκτίσθη περί το μέσον της ΙΖ’. εκατοντ. δαπάνη των γαιοκτημόνων Οθωμανών”, γράφει ο Σεραφείμ Ξενόπουλος στο Δοκίμιον περί Άρτης.
Το γεφυρόπουλο αυτό έζησε από το 1650 μέχρι το 1965. Καταστράφηκε όταν έγινε η νέα εθνική οδός ανάμεσα στην πόλη και στο ποτάμι. Είχε ύψος γύρω στο ένα μέτρο και μήκος γύρω στα διόμισυ μέτρα. Ήταν φυσικά μονότοξο και εξυπηρετούσε τους τούρκους γαιοκτήμονες που ήθελαν να περάσουν από την πόλη στα κτήματά τους δυτικότερα και εμποδίζονταν από το αυλάκι που πήγαινε νερό από το ποτάμι στους μύλους και τις νεροτριβές. Κοντά στο γεφυρόπουλο υπήρχε ένα μεγάλο πλατάνι και γύρω από το πλατάνι μια μικρή πλατεία, ένα πλάτωμα. Στα νοτιοδυτικά της μικρής αυτής πλατείας, μέσα σε κήπο με πορτοκαλιές και λουλούδια, ήταν ένα μεγάλο τούρκικο σπίτι, με τεράστιες πολύχρωμες τζαμαρίες. Όταν ο ήλιος έδυε πίσω απ’ τα σουλιώτικα βουνά, οι αχτίδες του έπεφταν στα τζάμια που άστραφταν κι έριχναν γύρω ανταύγειες όλων των χρωμάτων. Το μεγάλο αυτό κτίριο χρησιμοποιήθηκε αργότερα για φυλακή και για εργαστήρι κατασκευής νημάτων , για πλεκτήριο κτλ.
Στα ανατολικά της πλατείας, σε μικρή απόσταση, βρισκόταν τα τούρκικα χαμάμια, που ερείπιά τους σώζονταν μέχρι πριν λίγα χρόνια. Και γύρω-γύρω απ’ την πλατεία, μέσα σε κήπους κλεισμένους με ψηλές μάντρες και γιομάτους λουλούδια, ήταν τα αρχοντικά των τούρκων με τους οντάδες τους, με τις περίφημες καμάρες τους και τα χαγιάτια τους, με τα πολύχρωμα κεντητά ταβάνια τους και τις αψιδωτές οξώπορτές τους.” (Πηγή : ΑΡΤΙΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, Ι. Τσούτσινος, Άρτα, 2001)

Στη φωτογραφία “Ιταλοί στρατιώτες στη θέση Γεφυρόπουλο”. Είναι η μοναδική φωτογραφία που μπορέσαμε να βρούμε με το “Γεφυρόπουλο” και είναι από το βιβλίο του Κ. Βάγια Η ΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ, Άρτα, 2004.

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε