Το καλοκαίρι του 1929 ο Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Ιεζεκιήλ περιόδευε στα ορεινά χωριά των Αγράφων. Η Μονή Σέλτσου δεν του ήταν άγνωστη. Πέντε χρόνια νωρίτερα, στην πρώτη του περιοδεία στην περιοχή, του είχαν κάνει εντύπωση οι «ζωηρές παραδόσεις» που διατηρούσαν οι κάτοικοι των γύρω χωριών για όσα είχαν συμβεί εκεί.
Καταγράφει μάλιστα μια χαρακτηριστική εικόνα: άνδρες, γυναίκες και παιδιά, μόλις έβλεπαν έναν ξένο επισκέπτη, του έλεγαν σχεδόν στερεότυπα:
«Εκεί είναι το Σέλτσο, το μοναστήρι που χόρεψαν οι Σουλιώτισσες».
Και αμέσως άρχιζαν να διηγούνται το δράμα του 1804, προσθέτοντας, όπως παρατηρεί ο ίδιος, περιστατικά που πολλές φορές δεν αναφέρονταν στις γραπτές ιστορίες για τους Σουλιώτες.
Δυστυχώς, ο Ιεζεκιήλ δεν κατέγραψε όλες αυτές τις αφηγήσεις. Μας πληροφορεί όμως ότι οι κάτοικοι διηγούνταν περιστατικά που δεν υπήρχαν στις γραπτές ιστορίες των Σουλιωτών. Είναι μια σπάνια μαρτυρία για έναν πλούτο προφορικής μνήμης γύρω από το Σέλτσο, μέρος του οποίου πιθανότατα χάθηκε μαζί με τους ανθρώπους που τον μετέφεραν.
Αυτές οι διηγήσεις τού είχαν δημιουργήσει την επιθυμία να γνωρίσει από κοντά την έρημη τότε Μονή. Η ευκαιρία παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 1929, όταν βρισκόταν στο Μαρκελέζιο, το σημερινό Αετοχώρι της Αργιθέας και ο δάσκαλος Χρήστος Κολοβός τού πρότεινε να την επισκεφθούν.
Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο.
Ο Ιεζεκιήλ υπολόγιζε επτά ώρες πορείας μέχρι τη Βρεστενίτσα, τις σημερινές Πηγές, όπου θα διανυκτέρευαν, και από εκεί άλλες δύο και πλέον ώρες μέχρι τη Μονή. Μεγάλο μέρος της διαδρομής έπρεπε να γίνει πεζή. Η Μονή ήταν από χρόνια διαλυμένη και έρημη και, όπως γράφει, ακόμη και τα μέσα της πρόσβασης προς αυτήν είχαν πλέον φθαρεί.
Στις 26 Ιουλίου, έπειτα από κοπιώδη πορεία κάτω από τον καυτό θερινό ήλιο, έφθασαν το σούρουπο στη Βρεστενίτσα.
Εκεί συναντούμε μια μικρή λεπτομέρεια της καθημερινής ζωής του χωριού που δύσκολα θα γνωρίζαμε από άλλη πηγή: υπήρχε πανδοχείο. Ο Ιεζεκιήλ μάλιστα σκόπευε να περάσει εκεί τη νύχτα χωρίς να αποκαλύψει την ιδιότητά του. Μόλις όμως ξεπέζεψε, κάποιος από τους θαμώνες τον αναγνώρισε και τον προσφώνησε «Καλώς ορίσατε, Σεβασμιώτατε».
Τελικά φιλοξενήθηκε από τον δάσκαλο Δημήτριο Γ. Οικονόμου. Και εδώ διασώζει ακόμη μία ενδιαφέρουσα πληροφορία: ο πατέρας του δασκάλου, ιερέας που είχε ήδη πεθάνει, υπήρξε ο τελευταίος ηγούμενος της Μονής Σέλτσου.
Στις πέντε το πρωί της 27ης Ιουλίου ξεκίνησαν πεζή για τη Μονή. Μαζί τους ήρθαν ο εφημέριος της Βρεστενίτσας και περίπου δέκα χωρικοί.
Από εδώ η περιγραφή του Ιεζεκιήλ γίνεται σχεδόν εικόνα.
Κάτω από το μονοπάτι ανοιγόταν άβυσσος. Από πάνω κατρακυλούσαν πέτρες. Και το ίδιο το μονοπάτι, γράφει, «δεν είχε πλάτος μήτε παλάμην χειρός».
Σε κάποιο σημείο ο Ιεζεκιήλ σταμάτησε. Τον έπιασε ίλιγγος μπροστά στο χάσμα και σκέφτηκε να επιστρέψει, λυπούμενος ότι ύστερα από τόσο κόπο δεν θα κατάφερνε τελικά να δει τη Μονή. Ο Κολοβός τού άπλωσε το χέρι και ένας χωρικός που ακολουθούσε τον βοήθησε από πίσω να περάσει το επικίνδυνο σημείο.
Ύστερα από δυόμισι ώρες πορείας έφθασαν επιτέλους στο Σέλτσο.
Ήταν η γιορτή του Αγίου Παντελεήμονος. Ο ιερέας φόρεσε το επιτραχήλι του, έψαλαν μέρος της ακολουθίας και διάβασαν τρισάγιο για τους Σουλιώτες που είχαν χάσει εκεί τη ζωή τους.
Στη Μονή ο Ιεζεκιήλ κατέγραψε και δύο μικρά τεκμήρια της μνήμης των Μποτσαραίων.
Δίπλα στις τοιχογραφημένες μορφές των κτητόρων βρήκε κρεμασμένη μέσα σε πλαίσιο μια παλιά, ήδη φθαρμένη χαλκογραφία πολεμιστή που παρίστανε «τον Μπότσαρη», χωρίς επιγραφή. Δεν μας λέει ποιον Μπότσαρη απεικόνιζε ούτε γνωρίζουμε πότε είχε τοποθετηθεί εκεί.
Σε ένα στασίδι διάβασε και μια άλλη μαρτυρία:
«Δημ. Τ. Νότη Μπότσαρης, 7 Ιουλίου 1911, εν Σέλτσω».
Ήταν το ενθύμημα της επίσκεψης του Δημητρίου Τ. Νότη Μπότσαρη, ο οποίος είχε φθάσει στη Μονή δεκαοκτώ χρόνια νωρίτερα, όταν ακόμη υπηρετούσε ως ανθυπολοχαγός του Μηχανικού.
Ακόμη και η επιστροφή του Ιεζεκιήλ δείχνει πόσο δύσβατος ήταν ο τόπος. Δεν γύρισε από το ίδιο μονοπάτι. Ακολούθησε άλλη ατραπό και, ύστερα από περίπου τρεις ώρες κατάβασης στους απότομους βράχους, έφθασε στον Αχελώο.
Και εκεί χρειάστηκε κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν απίστευτο:
πέρασε τον Αχελώο πάνω στους ώμους ενός χωρικού.
Από εκεί συνέχισε προς το Λιάσκοβο και την επομένη, στον δρόμο προς τη Μονή Σπηλιάς, πέρασε από την ιστορική Γέφυρα Κοράκου.
Το οδοιπορικό του Ιεζεκιήλ δεν μας προσφέρει μόνο μία ακόμη αφήγηση για την ιστορία του Σέλτσου. Διασώζει κάτι ίσως σπανιότερο: την πραγματική τοπογραφία της προσέγγισης στη Μονή το 1929 και μικρές εικόνες ενός τόπου που σήμερα δύσκολα μπορούμε να ανασυνθέσουμε.
Το πανδοχείο της Βρεστενίτσας, το μονοπάτι που δεν είχε ούτε μια παλάμη πλάτος, ο ίλιγγος μπροστά στο βάραθρο, η παλιά χαλκογραφία του Μπότσαρη, το ενθύμημα του 1911 και, στο τέλος, το πέρασμα του Αχελώου στους ώμους ενός χωρικού.
Έτσι πήγαινε κανείς στο Σέλτσο το 1929. (Πηγή : Ιεζεκιήλ, Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Η Ιερά Μονή Σέλτσου, ανάτυπο από το περιοδικό Θεολογία, 1930, σσ. 45–52.)
