Πώς έφτασε η σφαγή του Κομμένου έξω από την Ελλάδα

Για τη σφαγή του Κομμένου στις 16 Αυγούστου 1943 γνωρίζουμε σήμερα πολλά. Ένα ερώτημα, όμως, που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον είναι άλλο: πότε και με ποιον τρόπο άρχισε η ιστορία του εγκλήματος να περνά έξω από τα ελληνικά σύνορα;

Η έρευνα δείχνει ότι αυτό συνέβη πολύ νωρίτερα απ’ όσο ίσως θα περιμέναμε. Όχι όμως με έναν μόνο τρόπο. Η πληροφορία ακολούθησε διαφορετικούς δρόμους – στρατιωτικούς, δικαστικούς, κρατικούς και, τελικά, καλλιτεχνικούς.

Και η πρώτη καταγραφή της έγινε, αναπόφευκτα, από τους ίδιους τους Γερμανούς.

Η σφαγή που μετατράπηκε σε «μάχη»

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο τι έγραψαν οι γερμανικές στρατιωτικές αρχές, αλλά πώς άλλαξε η περιγραφή του γεγονότος καθώς η πληροφορία περνούσε από το ένα επίπεδο της διοίκησης στο άλλο.

Στη μεσημεριανή αναφορά της 16ης Αυγούστου 1943 αναφέρεται ότι η 12η Εταιρεία του 98ου Συντάγματος, κατά την περικύκλωση του Κομμένου, δέχθηκε ισχυρά πυρά από τα σπίτια και ότι ακολούθησε μάχη. Παρά την εκδοχή αυτή, όμως, οι νεκροί καταγράφονται ακόμη ως «150 Zivilisten» – 150 άμαχοι.

Μέχρι το ίδιο βράδυ οι ίδιοι νεκροί είχαν αλλάξει ιδιότητα. Στην ημερήσια αναφορά έγιναν «150 Feindtote» – 150 νεκροί εχθροί. Σε επόμενο επίπεδο της υπηρεσιακής καταγραφής εμφανίζονται ως «Banditen», ο χαρακτηρισμός που χρησιμοποιούσαν οι γερμανικές αρχές για τους αντάρτες. Και όταν η πληροφορία φτάνει στο πολεμικό ημερολόγιο, οι άμαχοι έχουν πλέον εξαφανιστεί: το Κομμένο καταγράφεται ως τόπος που καταλήφθηκε «έπειτα από σφοδρή εχθρική αντίσταση».

Η διαδρομή των λέξεων είναι από μόνη της αποκαλυπτική:

άμαχοι → εχθροί → αντάρτες → μάχη.

Δεν είχαν αλλάξει τα γεγονότα στο Κομμένο. Είχε αλλάξει η υπηρεσιακή περιγραφή τους.

Καθώς η πληροφορία ανέβαινε προς τα ανώτερα κλιμάκια της Βέρμαχτ, μια επιχείρηση στην οποία είχαν σκοτωθεί εκατοντάδες άμαχοι αποκτούσε στα χαρτιά τα χαρακτηριστικά κανονικής πολεμικής σύγκρουσης: υπήρχε «εχθρός», υπήρχε «αντίσταση» και επομένως υπήρχαν «νεκροί εχθροί».

Η μεταβολή της ορολογίας γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική αν συγκριθεί με τα υπόλοιπα γερμανικά στοιχεία. Δεν καταγράφηκε ούτε ένας Γερμανός νεκρός, ενώ σε αναφορά λαφύρων εξακολουθούσαν να εμφανίζονται περίπου «150 νεκροί άμαχοι». Τα ίδια λοιπόν τα υπηρεσιακά έγγραφα δεν συμβάδιζαν απόλυτα με την εικόνα της «σφοδρής εχθρικής αντίστασης» που τελικά καταχωρίστηκε στο πολεμικό ημερολόγιο.

Η διαδικασία αυτή έχει χαρακτηριστεί στη μεταγενέστερη γερμανική έρευνα «Aktenkosmetik», ένας «καλλωπισμός» δηλαδή των υπηρεσιακών εγγράφων. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς σκεφτόταν κάθε αξιωματικός που μετέφερε ή τροποποιούσε την αναφορά. Το αποτέλεσμα όμως είναι σαφές: η σφαγή αμάχων είχε μετατραπεί, πάνω στο χαρτί, σε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον ενόπλου αντιπάλου.

Υπήρχε όμως και μια άλλη διαδρομή της πληροφορίας.

Η είδηση παίρνει τον δρόμο προς τους Συμμάχους

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στη Νυρεμβέργη, ο Στέφανος Παππάς αποκάλυψε ότι οι πληροφορίες για όσα είχαν συμβεί δεν είχαν μείνει στην Ελλάδα.

Όπως κατέθεσε, μετά τη σφαγή συγκεντρώθηκαν λεπτομερή στοιχεία για τα θύματα. Περίπου έναν μήνα αργότερα, μαρτυρίες διαβιβάστηκαν στο αρχηγείο του Ναπολέοντα Ζέρβα και από εκεί, σύμφωνα πάντα με την κατάθεσή του, στο Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής.

Δεν έχει εντοπιστεί μέχρι στιγμής η ίδια αυτή αναφορά στα διαθέσιμα ψηφιοποιημένα βρετανικά αρχεία. Η ένορκη μαρτυρία του Παππά, όμως, μας επιτρέπει να γνωρίζουμε ότι ήδη από το φθινόπωρο του 1943 πληροφορίες για τη σφαγή είχαν πάρει τον δρόμο προς τη συμμαχική διοίκηση εκτός Ελλάδας.

Αυτό είναι σημαντικό, αλλά χρειάζεται μια διάκριση: άλλο το γεγονός ότι η πληροφορία είχε φτάσει σε στρατιωτικές και συμμαχικές υπηρεσίες και άλλο ότι η σφαγή ήταν ήδη γνωστή στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

1945 – Το Κομμένο ως υπόθεση εγκλήματος πολέμου

Μετά την απελευθέρωση αρχίζει μια διαφορετική διαδρομή.

Από το 1945 συγκεντρώνονταν στην Ελλάδα ένορκες καταθέσεις για τα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί στο Κομμένο. Το σχετικό υλικό έφτασε στους διεθνείς μηχανισμούς διερεύνησης εγκλημάτων πολέμου και εξετάστηκε στο πλαίσιο της United Nations War Crimes Commission στο Λονδίνο.

Δεν έχει εντοπιστεί ακόμη η πρωτότυπη καρτέλα της υπόθεσης ώστε να γνωρίζουμε με ασφάλεια ποια ακριβώς ονόματα καταχωρίστηκαν για το Κομμένο. Γι’ αυτό και δεν θα επιχειρήσω να τα απαριθμήσω.

Εκείνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι το 1945 το Κομμένο είχε πλέον περάσει από την τοπική μαρτυρία στον διεθνή φάκελο διερεύνησης των γερμανικών εγκλημάτων πολέμου.

1946 – Το Κομμένο παρουσιάζεται στα γαλλικά

Το επόμενο βήμα ήταν πλέον δημόσιο.

Το 1946 το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου εξέδωσε στα γαλλικά το βιβλίο:

Les atrocités des quatre envahisseurs de la Grèce – Allemands, Italiens, Bulgares, Albanais

Στις σελίδες 64 κ.ε. παρουσιάζεται η σφαγή του Κομμένου της 16ης Αυγούστου 1943 και καταγράφονται οι 317 νεκροί. Δεν πρόκειται μάλιστα για μια απλή αναφορά του χωριού σε έναν κατάλογο θυμάτων, αλλά για εκτενέστερη περιγραφή του εγκλήματος.

Η έκδοση εντασσόταν στην ευρύτερη μεταπολεμική προσπάθεια της Ελλάδας να γνωστοποιήσει στο εξωτερικό τις καταστροφές και τα εγκλήματα της Κατοχής.

Έτσι, ήδη από το 1946, το όνομα του Κομμένου και η ιστορία της σφαγής του κυκλοφορούσαν σε επίσημη ξενόγλωσση ελληνική έκδοση.

Παρά την αναζήτηση, δεν έχει εντοπιστεί μέχρι στιγμής δημοσίευμα μεγάλης βρετανικής, γαλλικής ή αμερικανικής εφημερίδας της περιόδου 1943–1947 που να κατονομάζει το Κομμένο. Αυτό φυσικά δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε. Δείχνει όμως ότι πρέπει να διακρίνουμε την παρουσία της υπόθεσης σε διεθνείς στρατιωτικούς, δικαστικούς και κρατικούς μηχανισμούς από την ευρύτερη δημοσιότητά της.

Και εδώ αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον η Στοκχόλμη.

1947 – Από το Κομμένο στη Στοκχόλμη

Ο Κώστας Μαλάμος είχε ζωγραφίσει ήδη από το 1946 ένα έργο εμπνευσμένο από τη σφαγή, το «Φευγιό».

Τον επόμενο χρόνο ο πίνακας παρουσιάστηκε στη Στοκχόλμη. Στον σουηδικό κατάλογο της έκθεσης καταγράφεται ως:

Flykten (Massakern vid Kommèno), 1946

δηλαδή:

«Το Φευγιό (Η σφαγή στο Κομμένο)».

Και μια δεύτερη πηγή που εντοπίστηκε επιβεβαιώνει την πορεία του έργου. Σε ελληνικό κατάλογο έκθεσης του Μαλάμου το έργο καταγράφεται:

«Φευγιό από το Κομμένο (“Έκθεσις Στοκχόλμης”)».

Έτσι, μόλις τέσσερα χρόνια μετά τη σφαγή, το όνομα ενός μικρού χωριού της Άρτας και η λέξη «σφαγή» εμφανίζονταν στον κατάλογο μιας διεθνούς καλλιτεχνικής έκθεσης στη Σουηδία.

Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που το ευρωπαϊκό κοινό πληροφορήθηκε το έγκλημα. Με τα στοιχεία που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα, όμως, μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί μία από τις πρώτες τεκμηριωμένες δημόσιες παρουσιάσεις της σφαγής του Κομμένου σε ευρωπαϊκό κοινό έξω από την Ελλάδα.

Και σχεδόν την ίδια εποχή, το όνομα του χωριού θα ακουγόταν σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον.

18 Αυγούστου 1947 – «K-O-M-M-E-N-O»

Δύο μόλις ημέρες μετά την τέταρτη επέτειο της σφαγής, στις 18 Αυγούστου 1947, ο Στέφανος Παππάς κλήθηκε ως μάρτυρας στη Νυρεμβέργη, στη λεγόμενη Δίκη των Ομήρων.

Η αρχή της κατάθεσής του έχει σήμερα κάτι σχεδόν συμβολικό.

Όταν τον ρωτούν πού γεννήθηκε, απαντά:

«Στο Κομμένο της Άρτας».

Και όταν του ζητούν να συλλαβίσει το όνομα του τόπου, απαντά:

«K-O-M-M-E-N-O».

Το όνομα του χωριού καταγραφόταν πλέον, γράμμα προς γράμμα, στα πρακτικά της Νυρεμβέργης.

Ο Παππάς δεν είχε πληροφορηθεί απλώς εκ των υστέρων όσα συνέβησαν. Βρισκόταν στο Κομμένο το πρωί της 16ης Αυγούστου. Κατόρθωσε να διαφύγει προς τον Άραχθο και επέστρεψε μετά την αποχώρηση των Γερμανών.

Στη Νυρεμβέργη περιέγραψε όσα αντίκρισε επιστρέφοντας: το καμένο σπίτι του, τους νεκρούς της οικογένειας Μάλλιου και τους καλεσμένους του γάμου, τα καμένα σπίτια και τα πτώματα. Μίλησε ακόμη για τον ιερέα Λάμπρο Σταμάτη, τον οποίο βρήκαν νεκρό στα σκαλιά της εκκλησίας, και για τον σταυρό και το Ευαγγέλιο που κρατούσε, χτυπημένα και αυτά από σφαίρες.

Και έδωσε στο δικαστήριο τους αριθμούς:

620 κάτοικοι.
317 νεκροί.
145 άνδρες και 172 γυναίκες.
Ανάμεσά τους 97 παιδιά, ηλικίας από έξι μηνών έως δεκαπέντε ετών.

Η υπεράσπιση προσπάθησε να αμφισβητήσει επιμέρους σημεία της μαρτυρίας του. Επέμεινε ιδιαίτερα στο πώς μπορούσε να γνωρίζει ότι ο στρατιώτης που είχε δει να πυροβολεί ήταν Γερμανός και όχι Ιταλός. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει λεπτομερώς τη στολή του, η απάντησή του ήταν ουσιαστικά απλή: εκείνη την ώρα έτρεχε για να σωθεί· αν είχε σταματήσει για να παρατηρήσει καλύτερα τον στρατιώτη, δεν θα βρισκόταν στη Νυρεμβέργη για να καταθέσει.

Δύο εκδοχές της ίδιας 16ης Αυγούστου

Και εδώ ίσως βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο αυτής της διαδρομής.

Στα γερμανικά στρατιωτικά έγγραφα της 16ης και 17ης Αυγούστου 1943 οι άμαχοι είχαν γίνει «νεκροί εχθροί», κατόπιν «αντάρτες», και το Κομμένο ένας τόπος όπου είχε προβληθεί «σφοδρή εχθρική αντίσταση».

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στη Νυρεμβέργη, απέναντι σε αυτή την υπηρεσιακή εκδοχή βρισκόταν η ένορκη μαρτυρία ενός ανθρώπου που ήταν εκεί εκείνο το πρωί και επέστρεψε στο κατεστραμμένο χωριό το ίδιο απόγευμα.

Από τη μια, τα έγγραφα μιας στρατιωτικής διοίκησης που μετέτρεψαν σταδιακά τη σφαγή σε μάχη.
Από την άλλη, η μαρτυρία του Στέφανου Παππά για όσα άφησε πίσω της εκείνη η «μάχη».

Ανάμεσα στα δύο, όμως, είχε μεσολαβήσει μια διαδρομή που μέχρι σήμερα δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή.

Οι πληροφορίες για το Κομμένο είχαν ήδη πάρει τον δρόμο προς το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Η υπόθεση είχε περάσει στους μηχανισμούς διερεύνησης εγκλημάτων πολέμου στο Λονδίνο. Η σφαγή είχε παρουσιαστεί στα γαλλικά σε επίσημη ελληνική έκδοση. Και στη Στοκχόλμη ένας πίνακας του Κώστα Μαλάμου έφερε μπροστά στο ευρωπαϊκό κοινό το όνομα του χωριού με την απολύτως σαφή επεξήγηση:

«Η σφαγή στο Κομμένο».

Η πληροφορία λοιπόν για το Κομμένο πέρασε τα ελληνικά σύνορα πολύ νωρίς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η σφαγή έγινε εξίσου γρήγορα γνωστή στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Χρειάστηκαν διαφορετικοί δρόμοι – στρατιωτικοί, δικαστικοί, κρατικοί και καλλιτεχνικοί – για να αρχίσει η ιστορία του να γίνεται δημόσια ορατή έξω από την Ελλάδα.

Και ίσως αυτή ακριβώς η διαδρομή να είναι εξίσου αποκαλυπτική με την αρχική προσπάθεια των γερμανικών στρατιωτικών εγγράφων να μετατρέψουν, μέσα σε λίγες μόνο ώρες, τους αμάχους σε εχθρούς και τη σφαγή σε μάχη.

Δύο διαδρομές του Κομμένου έξω από την Ελλάδα, το 1947: η μαρτυρία του Στέφανου Παππά στη Νυρεμβέργη και το «Φευγιό από το Κομμένο» του Κώστα Μαλάμου, που είχε ήδη παρουσιαστεί στη Στοκχόλμη.

Δημοσιεύθηκε στην Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *