ΤΑ ΔΕΛΦΙΝΑΚΙΑ ΤΟΥ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ (α’ μέρος)

——————–
“Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί, στό Κοχύλι, (Κόπραινα) ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριουδάκι στήν άκρη του Αμβρακικού κόλπου, ζούσε ένα μικρό αγόρι πού τό λέγαν Πέτρο. Εκείνη τήν εποχή —δηλαδή, εδώ κι εξήντα χρόνια πάνω κάτω— τό Κοχύλι ήταν επίνειο τής Ηπείρου. Κι όταν λέμε “επίνειο”, εννοούμε τό λιμάνι εκείνο άπ’ όπου γίνεται ή μεταφορά τών εμπορευμάτων πρός τίς πόλεις καί τά χωριά τού νομού πού είναι μακριά από τή θάλασσα. Δέν υπήρχαν μεγάλοι δρόμοι τότε γιά νά κυκλοφορούν αυτά τά τεράστια φορτηγά μέ τίς νταλίκες, πού βλέπουμε σήμερα, ούτε κι αυτά τά σύγχρονα λεωφορεία ή τά πούλμαν γιά νά μεταφέρουν τούς επιβάτες. Τό εμπόριο καί ή συγκοινωνία γινόταν μέ τά βαπόρια. Έτσι τρεις φορές τή βδομάδα έφτανε στό Κοχύλι το βαπόρι από τόν Πειραιά καί γινόταν τότε χαλασμός στήν προκυμαία. Οί βαρκάρηδες μπαίναν στίς μεγάλες τους βάρκες, πού ήταν φορτωμένες πατείς με πατώ σε μέ επιβάτες γιά τήν Πρέβεζα, τή Λευκάδα καί τόν Πειραιά, κι έβγαιναν άνοιχτά νά βρούνε τό βαπόρι πού είχε αγκυροβολήσει κάπως μακριά, γιατί δεν μπορούσε νά πλευρίσει στό μόλο — τό λιμανάκι ήταν ρηχό βλέπεις. Δίπλα στούς βαρκάρηδες, οί μαουνιέρηδες έβαζαν τά δυνατά τους κι αυτοί νά φτάσουν γρήγορα στό βαπόρι, μά οί μαούνες πήγαιναν αργά, γιατί ήταν παραφορτωμένες. Τήν ίδια στιγμή οί χαμάληδες στό μόλο έσερναν τά βαγονέτα τους πάνω στίς ράγες νά παραλάβουν τά εμπορεύματα γιά τήν αποθήκη τού τελωνείου, ενώ πιό κει, στό χωματόδρομο, τά κάρα κι οί σούστες περίμεναν στή σειρά νά φορτώσουν. Καί τά ζεμένα άλογα κούναγαν πέρα δώθε τήν ουρά τους νά διώξουν τίς αλογόμυγες. Κι ήταν κόσμος πολύς μαζεμένος στό μόλο, άλλος ν’ αποχαιρετήσει τούς δικούς του, πού φεύγαν, κι άλλος νά καλωσορίσει όσους έρχονταν. Καί φώναζαν οί χαμάληδες, καθώς σπρώχνανε τά βαγονέτα:
—Βάρδα μήν πατήσουμε κάνα ποδάρι!
Κι οί βαρκάρηδες, καθώς όλοι οί επιβάτες ήθελαν νά μπούνε μέ τήν πρώτη στίς βάρκες, θύμωναν:
—Στόπ! Δέ χωράει άλλος, θά βουλιάξουμε! έλεγαν.
Κι οί μαουνιέρηδες, καθώς τράβαγαν κουπί στίς μεγάλες μαούνες, τραγουδούσαν όλοι μαζί ρυθμικά:
Έι-όπ! Έι-όπ! γιά νά γίνει πιό ξεκούραστη ή δουλειά τους…..(Απόσπασμα από το βιβλίο ΤΑ ΔΕΛΦΙΝΑΚΙΑ ΤΟΥ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ του Ντίνου Δημόπουλου, Αθήνα, 1988)

Στη φωτογραφία «Η Οικογένεια του Χρήστου Δημόπουλου στο σπίτι τους στους Ταμπακιάδες, κοντά στο Κάστρο. Διακρίνονται στη μέση η σύζυγός του Ανδρονίκη Πέμπα -Μπανιά, και από δεξιά τα παιδιά Δώρα, Γεώργιος, Ντίνος και Κική. Λείπει η μεγάλη τους αδελφή Ευρυνόμη».
(Φωτο από αρχείο Οικ. Δημόπουλου, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς) 

Δημοσιεύθηκε στην Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *