Μεγάλη Παρασκευή: Μνήμη και μοιρολόγια στα Τζουμέρκα

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μέρα του απόλυτου πένθους της Ορθοδοξίας.

Η μέρα που ο άνθρωπος στέκεται σιωπηλά μπροστά στο Θείο Πάθος, ακούγοντας τους ψαλμούς και τον θρήνο της Παναγίας, κουβαλώντας μέσα του μνήμες και πρόσωπα που δεν είναι πια κοντά μας.

Στα Τζουμέρκα, το πένθος είχε πάντα τη δική του φωνή.

Ήταν τα μοιρολόγια — ένας ζωντανός λόγος που συνόδευε τον αποχωρισμό.

Στην ιστοσελίδα «Δόξες Δεσποτάτου» έχουν δημοσιευτεί παλαιότερα δύο σχετικά κείμενα:

👉 https://doxesdespotatou.com/tzoymerkiotika-moirologia-a-meros/

👉 https://doxesdespotatou.com/tzoymerkiotika-moirologia-v-meros/

Σήμερα, τέτοια μέρα, νιώθω την ανάγκη να τα ξαναθυμηθώ, μαζί με τη δική μου πρώτη εμπειρία από το πένθος.

Η πρώτη μου επαφή με τον θάνατο ήταν όταν πέθανε ο παππούς μου, το καλοκαίρι του ’71.

Ήταν στην Άρτα, στα Μελισσουργιώτικα, ψηλά στη Βαλαώρα — εκεί όπου ζούσε η οικογένεια του παππού μου, με ρίζες από τους Μελισσουργούς.

Το σπίτι βυθίστηκε στο πένθος.

Όλοι μαυροφορέθηκαν και τα παντζούρια έκλεισαν.

Το φέρετρο τοποθετήθηκε στο «καλό» δωμάτιο, όπως ήταν το έθιμο.

Κι ύστερα ήρθαν οι μοιρολογίστρες.

Πρώτη η θειά-Αγαθή, ανιψιά της γιαγιάς μου, από τις πιο γνωστές μοιρολογίστρες.

Η φωνή της, βαριά και σπαρακτική, έδινε τον τόνο και πίσω της ακολουθούσαν κι άλλες πολλές φωνές, πνιγμένες σε λυγμούς και αναφυλητά……..

Αργότερα, καθώς ήταν καλοκαίρι, κάθε τρεις μέρες συνόδευα τη γιαγιά μου στο νεκροταφείο.

«Να ρίξουμε νερό», μου έλεγε.

Έριχνε άφθονο νερό στον τάφο, σύμφωνα με το παλιό έθιμο, για να ποτίσει το χώμα και να προχωρήσει πιο γρήγορα η φυσική φθορά.

Και μετά καθόταν σε μια πέτρα, δίπλα στον τάφο, κι άρχιζε το μοιρολόι.

Καθόμουν δίπλα της.

Ακίνητη.

Κρατώντας ακόμα και την ανάσα μου, μην τυχόν και διακόψω το θλιμμένο τραγούδι της.

Προσπαθούσα να απομνημονεύσω τα στιχάκια.

Μα αυτά άλλαζαν κάθε φορά.

Νέοι στίχοι έμπαιναν στη σειρά, άλλοι χάνονταν, σαν να γεννιούνταν εκείνη τη στιγμή.

Και σήμερα… έχουν μείνει στη μνήμη μου μόνο σκόρπιες λέξεις.

Ακόμα θυμάμαι:

«Κάνε τα νύχια σου τσαπιά, τις απαλάμες φ’κυάρι,

Νίκο – Νικόλα μου.

Ρίξε το χώμα από μεριά, την πλάκα ’πο την άλλη,

ψυχή, καρδούλα μου».

Μετά άναβε το κερί που μοσχοβολούσε!

Ένα κερί φτιαγμένο από την ίδια, από αγνό κερί μέλισσας, στριμμένο σε κουλούρα……….

Το σαραντάημερο ήταν μια ακόμα ιδιαίτερη στιγμή.

Το σπίτι γέμιζε κόσμο, μοιρολόγια και κουβέντες.

Η κυρά-Μαρία του Κώστα Ψηλού, γνωστή για τις «απλάδες» της, στόλιζε το στάρι με ξεχωριστό τρόπο, φτιάχνοντας σχήματα και σταυρούς με μαρέγκα, ζάχαρη, αμύγδαλα και ασημένια ζαχαρωτά……

Σήμερα, πολλά από αυτά τα έθιμα έχουν χαθεί.

Το μοιρολόι δεν ακούγεται όπως παλιά.

Το νερό δεν ποτίζει πια τους τάφους όπως τότε.

Τα κεριά δεν πλάθονται από τα ίδια χέρια.

Όμως η μνήμη παραμένει.

Και τέτοιες μέρες, όπως η Μεγάλη Παρασκευή, επιστρέφει αλλιώς.

Όχι ολόκληρη — μα σε κομμάτια.

Σε εικόνες.

Σε φωνές.

Σε σκόρπιες λέξεις.

Λέξεις από μοιρολόγια που κάποτε προσπαθούσα να μάθω,

κρατώντας την ανάσα μου, για να μην τα διακόψω.

Και ίσως… αυτό να είναι τελικά που μένει.

Όχι το μοιρολόι ολόκληρο,

αλλά η ανάγκη του ανθρώπου να το πει….. (Κείμενο Α. Καρρά)

Δημοσιεύθηκε στην Το Πάσχα στην Άρτα. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *