Κάτω από τις πορτοκαλιές του Γιαλί Καφενέ!

Στο βόρειο τμήμα της σημερινής λαχαναγοράς της Άρτας, εκεί όπου σήμερα απλώνονται οι πάγκοι των παραγωγών και οι πεζόδρομοι γεμίζουν από κίνηση και φωνές, βρισκόταν κάποτε ένας από τους πιο ζωντανούς χώρους της νυχτερινής ζωής της πόλης. Οι παλιότεροι τον γνώριζαν ως Γιαλί Καφενέ ή καφέ-αμάν της Τουρκοβασιλικής.

Πίσω από την ονομασία «της Τουρκοβασιλικής» κρυβόταν μια πραγματική μορφή της παλιάς Άρτας. Η Τουρκοβασιλική υπήρξε η αρχική ιδιοκτήτρια του περίφημου Γιαλί Καφενέ. Ήταν μια Τουρκάλα που επέλεξε να παραμείνει στην πόλη μετά την απελευθέρωση του 1881, βαπτίστηκε χριστιανή και πήρε το όνομα Βασιλική. Για τους Αρτινούς όμως παρέμεινε πάντοτε η «Τουρκοβασιλική». Το όνομά της ταυτίστηκε τόσο πολύ με το Γιαλί Καφενέ, ώστε ακόμη και δεκαετίες αργότερα οι παλιοί χρησιμοποιούσαν τις δύο ονομασίες σχεδόν ως συνώνυμες. Μέχρι πρόσφατα σωζόταν και η κατοικία της, ένα σιωπηλό απομεινάρι μιας εποχής που είχε προ πολλού χαθεί.

Η οικία της Τουρκοβασιλικής στην οδό Μανωλιάσσης. Το όνομά της διασώθηκε στη μνήμη των Αρτινών μέσα από το περίφημο Γιαλί Καφενέ. Το κτίριο κατεδαφίστηκε τα τελευταία χρόνια καθώς κρίθηκε επικίνδυνο.

Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς τη μορφή που είχε ο χώρος πριν από έναν αιώνα. Εκεί όπου σήμερα δεσπόζουν πολυκατοικίες και καταστήματα, απλωνόταν μια μεγάλη αυλή γεμάτη πορτοκαλιές, λεμονιές και καλλωπιστικά δέντρα. Ανάμεσα στα φυλλώματα πρόβαλλε ένα μεγάλο κτίριο με γυάλινες προσόψεις, από τις οποίες πήρε και το όνομά του. Τα βράδια, όταν άναβαν τα φώτα, οι τζαμαρίες αντανακλούσαν τις κινήσεις των θαμώνων και τις σκιές των μουσικών, δημιουργώντας μια εικόνα που θα έμοιαζε σχεδόν εξωτική για τη μικρή επαρχιακή πόλη.

Το Γιαλί Καφενέ, γνωστό αργότερα ως καφέ-αμάν των Κ. Κουμάνη και Κ. Γκούβελου, υπήρξε για δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα κέντρα διασκέδασης της Άρτας, μέχρι την οριστική παρακμή των καφέ-αμάν στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Υπήρξε ένα από τα τελευταία μεγάλα καφέ-αμάν της Άρτας, συνεχίζοντας μια παράδοση που είχε τις ρίζες της στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Κτίριο του 19ου αιώνα στο Τουρκοπάζαρο, απέναντι από τη λαχαναγορά της Άρτας. Η συνοικία αυτή φιλοξενούσε τα γνωστότερα καφέ-αμάν της πόλης κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.
(Φωτογραφία 1995 από το περιοδικό «ΣΚΟΥΦΑΣ», τχ. 85.)

Στο εσωτερικό του υπήρχε μεγάλη αίθουσα με ξύλινο πάτωμα, ευρύχωρη πίστα χορού και στο βάθος ξύλινη εξέδρα για την ορχήστρα. Γύρω από την κεντρική σάλα υπήρχαν μικρότεροι χώροι και δωμάτια, όπου οι θαμώνες μπορούσαν να αποσυρθούν από τον θόρυβο του γλεντιού με γυναικεία συντροφιά. Τις νύχτες, καθώς οι λάμπες φώτιζαν αχνά την αίθουσα, οι ήχοι από τα βιολιά, τα λαούτα και τα σαντούρια ανακατεύονταν με τις φωνές των τραγουδιστριών και το βουητό του κόσμου.

Η ορχήστρα του Κατσαντούρη από την περιοχή της Παρηγορήτισσας αποτελούσε σχεδόν μόνιμη παρουσία στο πάλκο. Δημοτικά τραγούδια, σμυρναίικα, αμανέδες και λαϊκοί σκοποί διαδέχονταν ο ένας τον άλλο μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Οι γυναίκες που τραγουδούσαν ή συντρόφευαν τους πελάτες δεν ήταν ντόπιες. Όπως συνέβαινε και σε άλλα καφέ-αμάν της εποχής, έρχονταν από μεγαλύτερα αστικά κέντρα, από το Αγρίνιο, την Πάτρα, τη Θεσσαλονίκη ή την Αθήνα, μεταφέροντας μαζί τους άλλους τρόπους, άλλα ακούσματα και μια διαφορετική κοσμοπολίτικη αύρα.

Ανάμεσά τους ξεχώριζαν δύο μορφές που έμειναν ζωντανές στη μνήμη των παλιών Αρτινών: η Ζάννα και κυρίως η Σόνια η Θεσσαλονικιά. Για τη δεύτερη οι παλιοί μιλούσαν με ιδιαίτερο θαυμασμό. Η ομορφιά της, η παρουσία της και ο τρόπος με τον οποίο συμμετείχε στο γλέντι την είχαν καταστήσει θρυλικό πρόσωπο της αρτινής νύχτας. Η συντροφιά της κόστιζε ακριβά για τα οικονομικά δεδομένα της εποχής και πολλοί ήταν εκείνοι που ξόδευαν σημαντικά ποσά μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουν λίγες ώρες κοντά της.

Η πελατεία του Γιαλί Καφενέ ήταν ιδιαίτερα ετερόκλητη. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στην παλαιά μαρτυρία, «στους μόνιμους θαμώνες συγκαταλέγονταν τσαμπάσηδες, ασίκηδες και νταβατζήδες», ανάμεσα στους οποίους αναφέρονται ο περιβόητος ληστής Ντόλας και μέλη της οικογένειας Τσακτσιραίων. Οι τσαμπάσηδες, γνωστοί ζωέμποροι της εποχής, διακινούσαν κυρίως άλογα που προμηθεύονταν από την Αλβανία και αποτελούσαν χαρακτηριστική φυσιογνωμία της οικονομικής ζωής της Ηπείρου.Ανάμεσα στους θαμώνες αναφέρονται και μερικοί νεαροί τότε επιστήμονες, δικηγόροι (συνήθως) ελεύθεροι, που σύχναζαν στην αυλή για καφέ και σπάνια μέσα στο κέντρο τις νυχτερινές ώρες, όπως ο Νίκος Ευταξίας, Δημήτριος Κονταξής, Σωκράτη Κατσαδήμας, Ξενοφών Κοτσαρίδας κι άλλοι.

Φυσικά, όπως συνέβαινε στα περισσότερα καφέ-αμάν της εποχής, δεν έλειπαν και οι εντάσεις. Ένα τραγούδι που αφιερώθηκε σε λάθος πρόσωπο, ένα βλέμμα, μια παρεξήγηση ή η διεκδίκηση της προσοχής κάποιας τραγουδίστριας αρκούσαν πολλές φορές για να μετατρέψουν το γλέντι σε συμπλοκή. Οι παλιές εφημερίδες και οι προφορικές μαρτυρίες είναι γεμάτες από ιστορίες με σπασμένα ποτήρια, αναποδογυρισμένα τραπέζια και καβγάδες που κατέληγαν ακόμη και σε σοβαρούς τραυματισμούς.

Μια χαρακτηριστική ιστορία που διασώθηκε από παλαιά αρτινή μαρτυρία δείχνει παραστατικά το κλίμα της εποχής.

Ένα βράδυ, όταν η ορχήστρα έπαιζε την περίφημη «Παπαδιά», ένας νεαρός μαθητής του Γυμνασίου, παρασυρμένος από το κέφι της στιγμής, σηκώθηκε να χορέψει. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, χόρευε πάνω σε τρία ποτήρια, επιδεικνύοντας τις χορευτικές του ικανότητες, ενώ η Σόνια η Θεσσαλονικιά τον κρατούσε και παρακολουθούσε με προσοχή τη χορευτική του επίδοση, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η μαρτυρία. Οι οργανοπαίκτες είχαν σηκωθεί όρθιοι και η αίθουσα παρακολουθούσε το θέαμα.

Η βραδιά όμως δεν εξελίχθηκε όπως θα περίμενε ο νεαρός χορευτής. Γύρω στις έντεκα τη νύχτα εμφανίσθηκαν αιφνιδιαστικά στο καφέ-αμάν οι καθηγητές Μωραΐτης, Τσούτσινος, Σερβετάς και Ανδριανόπουλος, οι οποίοι είχαν αναλάβει να επιβλέπουν την εξωσχολική συμπεριφορά των μαθητών της πόλης. Ο μαθητής, παρασυρμένος από τον χορό και τη γοητεία της Σόνιας, όχι μόνο δεν αποσύρθηκε διακριτικά, αλλά φώναξε το γκαρσόνι και παρήγγειλε να κεράσει «τα παιδιάν ό,τι πίνουν», συνεχίζοντας απτόητος το γλέντι.

Η συνέπεια ήταν αναμενόμενη. Την επόμενη ημέρα του επιβλήθηκε πολυήμερη αποβολή για «πράξη και συμπεριφορά απάδουσα εις την ιδιότητα του μαθητού». Το Γυμνάσιο της εποχής στεγαζόταν στο κτήριο των αδελφών Γαρουφαλιά, στην οδό Πριοβόλου, απέναντι περίπου από το ξενοδοχείο «Αμβρακία». Σύμφωνα με τη μαρτυρία, η τιμωρία δεν περιορίστηκε μόνο στην αποβολή, καθώς ο νεαρός πέρασε και δύο ημέρες στο κρατητήριο της πόλης, στο κτήριο όπου αργότερα στεγάστηκε η Κτηματική Τράπεζα στην οδό Βασιλέως Πύρρου.

Το περιστατικό ίσως ακούγεται σήμερα γραφικό. Ωστόσο αποτυπώνει ανάγλυφα μια εποχή όπου η κοινωνική ζωή της Άρτας κινούνταν ανάμεσα στην αυστηρότητα των ηθικών κανόνων και στη γοητεία της νυχτερινής διασκέδασης.

Το Γιαλί Καφενέ δεν ήταν το μοναδικό καφέ-αμάν της πόλης. Στην Άρτα λειτουργούσαν επίσης τα καφέ-αμάν του Λαλάκου, του Γκούβελου και άλλα μικρότερα κέντρα. Ένα ακόμη βρισκόταν κοντά στο παλιό Γυμνάσιο, κάτω από το αρτοποιείο του Γουνόπουλου, χωρίς όμως να αποκτήσει ποτέ τη φήμη και την κίνηση του μεγάλου καφέ-αμάν της λαχαναγοράς.

Ο Γιώργος Κοτζιούλας, που φοίτησε μαθητής στην Άρτα, θυμόταν αργότερα τα καφέ-σαντάν με τα χαρακτηριστικά κόκκινα τζάμια τους, «βαμμένα με πρόστυχη μπογιά», όπως έγραφε. Περνώντας καθημερινά από μπροστά τους, έβλεπε μόνο τα απομεινάρια της νύχτας: γυαλιά από σπασμένες μπουκάλες και χοντρά ποτήρια. Το καφέ-σαντάν αποτελούσε γι’ αυτόν έναν κόσμο μυστηριώδη και απαγορευμένο, στον οποίο σύχναζε ο μάγειρας Καπές, γνωστή μορφή των παιδικών του χρόνων.

Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1930 τα καφέ-αμάν άρχισαν να σβήνουν οριστικά. Οι κοινωνικές συνθήκες άλλαζαν, νέες μορφές διασκέδασης εμφανίζονταν και ο κόσμος που τα γέννησε απομακρυνόταν. Οι αμανέδες σώπασαν, οι ορχήστρες διαλύθηκαν και οι γυναίκες που κάποτε αποτελούσαν το επίκεντρο της νυχτερινής ζωής χάθηκαν από τη συλλογική μνήμη.

Η λαχαναγορά της Άρτας στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι αμανέδες είχαν πια σιγήσει και οι πορτοκαλιές είχαν χαθεί, όμως ο χώρος συνέχιζε να σφύζει από ζωή, φιλοξενώντας πλέον τους ανθρώπους και τα προϊόντα της αρτινής πεδιάδας.
(Φωτογραφία από ιδιωτική συλλογή.)

Στη θέση τους έμειναν οι αφηγήσεις των παλιών, λίγες διάσπαρτες αναφορές στις εφημερίδες και η αχνή ανάμνηση ενός κόσμου που έζησε κάτω από τις πορτοκαλιές του Γιαλί Καφενέ, εκεί όπου σήμερα απλώνεται η λαχαναγορά της Άρτας.

Έρευνα – σύνθεση: Αναστασία Καρρά

Το παρόν κείμενο αντλεί στοιχεία από μαρτυρία που δημοσιεύθηκε από τον Δημήτρη Σύγγελο στην εφημερίδα «Αρτηνή Ευθύνη» (Ιούλιος – Αύγουστος 1996), καθώς και από άλλες ιστορικές και λογοτεχνικές πηγές σχετικές με τα καφέ-αμάν της Άρτας.

Όσοι αναγνώστες θελήσουν να περιδιαβούν λίγο περισσότερο τις νύχτες της παλιάς Άρτας, μπορούν να αναζητήσουν στην ιστοσελίδα μας τα άρθρα «Τα Καφέ-Αμάν της Άρτας», «Τα Καφέ-Σαντάν της Άρτας», «Μια νύχτα στο Καφέ-Αμάν» και «Τα καφενεία της Άρτας», όπου σώζονται ακόμη πρόσωπα, ιστορίες και εικόνες από έναν κόσμο που χάθηκε μαζί με τους αμανέδες, τα βιολιά και τις πορτοκαλιές του παλιού Γιαλί Καφενέ.

Δημοσιεύθηκε στην Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *