Η Μαμμή και ο Καλλικάντζαρος της Ρεματιάς!

Εμπνευσμένο από λαϊκή αφήγηση του Ι. Στόγια, δημοσιευμένη στα «Αρτινά Νέα» το 1948.

Στα χρόνια που οι χειμώνες σκέπαζαν τα Τζουμέρκα με χιόνι ως την άνοιξη και τα χωριά χάνονταν μέσα σε καπνούς, ομίχλες και νυχτερινούς ανέμους, οι άνθρωποι πίστευαν ακόμη πως τις μέρες του Δωδεκαημέρου δεν περπατούσαν μονάχα χριστιανικές ψυχές πάνω στη γη. Από τις ρεματιές, τα γεφύρια και τους νερόμυλους κατέβαιναν οι καλλικάντζαροι· πλάσματα στραβά και καμπούρικα, με ουρές, νύχια και μάτια που λαμπύριζαν σαν αναμμένα κάρβουνα μέσα στο σκοτάδι.

Οι γριές έλεγαν πως μπορούσαν να πάρουν μορφή ανθρώπου και να ξεγελάσουν ακόμη και γνωστικούς ανθρώπους. Γι’ αυτό οι νοικοκυρές σταύρωναν πάντοτε την πόρτα πριν κοιμηθούν και δεν άφηναν ποτέ τη φωτιά να σβήσει στο τζάκι. Ένα δαυλί να καίει όρθιο μέσα στη στάχτη ήταν αρκετό, έλεγαν, για να κρατήσει το δαιμονικό μακριά από το σπίτι.

Σε ένα χωριό πάνω σ’ αυτά τα βουνά ζούσε τότε μια μαμμή ξακουστή σε όλη την περιοχή. Είχε ξεγεννήσει δεκάδες γυναίκες και γνώριζε βότανα, γιατροσόφια και λόγια παλιά που περνούσαν από στόμα σε στόμα στις ορεινές κοινότητες. Άλλοι τη φοβούνταν, άλλοι τη σέβονταν, μα κανείς δεν τολμούσε να αμφισβητήσει τη γνώση της.

Μια παγωμένη νύχτα του Δεκέμβρη, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ακούστηκαν βαριά χτυπήματα στην πόρτα της. Η γριά πετάχτηκε από το στρώμα της και στάθηκε ακίνητη μέσα στο μισοσκόταδο. Ο αέρας λυσσομανούσε έξω και τα σκυλιά του χωριού ούρλιαζαν όλα μαζί, λες και είχαν δει λύκο.

— Ποιος είναι; φώναξε χωρίς να ανοίξει.

— Έλα γρήγορα… γεννάει η γυναίκα μου… αποκρίθηκε μια φωνή βαθιά και παράξενη.

Η μαμμή πήρε το λυχνάρι της και άνοιξε διστακτικά την πόρτα. Έξω στεκόταν ένας άντρας τυλιγμένος με βαριά μαύρη κάπα. Το πρόσωπό του χανόταν κάτω από την κουκούλα και μόνο τα μάτια του φαίνονταν να γυαλίζουν μέσα στη νύχτα.

— Από ποιο σπίτι είσαι; τον ρώτησε.

— Από τη ρεματιά… αποκρίθηκε εκείνος και γύρισε αμέσως την πλάτη του.

Η γριά σταυροκοπήθηκε προτού τον ακολουθήσει.

Περπάτησαν ώρα πολλή μέσα στο σκοτάδι. Το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια τους, ενώ το νερό της ρεματιάς ακουγόταν ολοένα και δυνατότερο όσο απομακρύνονταν από το χωριό. Κάποτε η μαμμή πρόσεξε πως ο άντρας που περπατούσε μπροστά της δεν άφηνε πατημασιές πάνω στο χιόνι. Τότε ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.

Σαν να διάβασε τον φόβο της, εκείνος στάθηκε για λίγο και γύρισε μισά το κεφάλι.

— Εγώ είμαι καλλικάντζαρος, της είπε με φωνή τραχιά σαν πέτρα. Και αν η γυναίκα μου απόψε δεν γεννήσει αρσενικό παιδί, μαύρο φίδι που σ’ έφαγε.

Η γριά δεν μίλησε ξανά. Μόνο έσφιξε τον σταυρό που φορούσε στον λαιμό της και συνέχισε να περπατά.

Στο βάθος της ρεματιάς στεκόταν ένα παλιό μισογκρεμισμένο καλύβι. Από την καμινάδα του έβγαινε πυκνός καπνός και μέσα μύριζε υγρασία, στάχτη και ζώο. Πάνω σε κουρελιασμένα στρωσίδια βογκούσε η γυναίκα του καλλικάντζαρου. Η μορφή της έμοιαζε ανθρώπινη, μα τα χέρια της ήταν μακριά και στραβά σαν ξερά κλαδιά, ενώ τα μάτια της γυάλιζαν παράξενα κάθε φορά που πλησίαζε η φωτιά.

Ο καλλικάντζαρος γύρισε τότε προς τη μαμμή με βλέμμα άγριο.

— Άκουσε καλά, κυρά μαμμή, της ξανάπε. Αν δε βγει αρσενικό, είσαι χαμένη…..

Η γριά ένιωσε το αίμα της να παγώνει.

Εκείνος όμως δεν έμεινε στο καλύβι. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε πάλι μέσα στη νύχτα. Οι παλιοί έλεγαν πως τις ώρες εκείνες οι καλλικάντζαροι τριγυρνούσαν στις ρεματιές και κυνηγούσαν γυναίκες που έβγαιναν δήθεν για νερό μετά τα μεσάνυχτα. Άλλοι μάλιστα έλεγαν πως εκείνη τη νύχτα είχε βάλει στο μάτι μια νεαρή δασκάλα του χωριού, που κατέβαινε κρυφά στο ποτάμι για να συναντήσει τον αγαπητικό της.

Μόλις έμεινε μόνη στο καλύβι, η μαμμή κατάλαβε πως η ζωή της κρεμόταν από μια κλωστή. Η γέννα κράτησε πολλή ώρα. Έξω ο αέρας χτυπούσε τα παράθυρα του καλυβιού κι από μακριά ακούγονταν φωνές και γέλια, λες και άλλα δαιμονικά γύριζαν μέσα στη νύχτα. Όταν επιτέλους γεννήθηκε το παιδί, η μαμμή είδε αμέσως πως ήταν κορίτσι. Χωρίς να χάσει καιρό, πήρε λίγο κερί, το ζέστανε στη φωτιά, το έπλασε γρήγορα με τα δάχτυλά της και έφτιαξε με το κερί τα σημάδια του αρσενικού, στερεώνοντάς τα πάνω στο βρέφος ώστε να μοιάζει αγόρι.

Έπειτα περίμενε μέσα στη σιωπή.

Όταν γύρισε ο καλλικάντζαρος και κοίταξε το παιδί, τα μάτια του άστραψαν από χαρά.

— Αρσενικό! φώναξε.

Άρπαξε το νεογέννητο στα χέρια του και το πλησίασε στη φωτιά για να το ζεστάνει. Μα όσο το κρατούσε πάνω από τις φλόγες, το κερί άρχισε σιγά σιγά να λιώνει. Στην αρχή έσταξε λίγο πάνω στο ύφασμα, έπειτα χάθηκε ολόκληρο, κι έτσι φανερώθηκε ξανά πως το παιδί ήταν κορίτσι.

Ο καλλικάντζαρος αγρίεψε.

Η μαμμή όμως είχε προλάβει να φύγει.

Ανέβηκε λαχανιασμένη το μονοπάτι της ρεματιάς και, μόλις έφτασε σπίτι της, σταύρωσε την πόρτα και έβαλε ένα δαυλί να καίει όρθιο μέσα στο τζάκι. Έπειτα κουκουλώθηκε με τη βελέντζα και δεν έβγαζε ούτε ανάσα.

Λίγη ώρα αργότερα ακούστηκαν βήματα έξω από το σπίτι. Κάτι γύριζε γύρω από τους τοίχους, πότε αργά και πότε γρήγορα, σαν ζώο που έψαχνε τρόπο να μπει.

Ύστερα ακούστηκε η φωνή του.

— Κυρά μαμμή…

Σιωπή.

— Κυρά μαμμή…

Η γριά έσφιγγε τη βελέντζα πάνω της και δεν αποκρινόταν.

Και τότε, μέσα από τη νύχτα και τον αέρα, ακούστηκε ξανά η φωνή του καλλικάντζαρου, σιγανή και παραπονιάρικη:

— Κυρά μαμμή… το παιδί έγινε κορίτσι…

Η μαμμή δεν μίλησε ποτέ.

Και οι παλιοί έλεγαν πως ως το ξημέρωμα ακούγονταν ακόμη βήματα γύρω από το σπίτι της, μα κανένα δαιμονικό δεν τόλμησε να περάσει τον σταυρό της πόρτας και το αναμμένο δαυλί της φωτιάς…..

Δημοσιεύθηκε στην Λαογραφικά και άλλα. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *