Άντρας από το Ματσούκι, 1930. Η φωτογραφία περιέχεται στο: “Κουκούδης, Αστέριος Ι. (2003). The Vlachs : metropolis and diaspora. Thessaloniki : Zitros, p.103. – Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας.

Άντρας από το Ματσούκι, 1930. Η φωτογραφία περιέχεται στο: “Κουκούδης, Αστέριος Ι. (2003). The Vlachs : metropolis and diaspora. Thessaloniki : Zitros, p.103. – Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας.

Συνεχίζουμε την ανάρτηση του Μητρώου Δήμου Καλαρρυτών με τα έτη 1870 – 1872. (Πηγή : ΓΑΚ Άρτης)
Έτος γέννησης 1870


Έτος γέννησης 1871


Έτος γέννησης 1872


20 Ιουλίου 1954, Άρτα, Κορυφή Προφήτη Ηλία. Πανελλήνια ορειβατική συγκέντρωση. (Φωτογραφία του Στ Μαλικόπουλου, Αρχείο Μουσείου Μπενάκη, όπως δημοσιεύτηκε στο Λεύκωμα ΠΡΟΤΑΣΗ, Άρτα, 1999)
Μπορείτε να δείτε μια ακόμη σχετική φωτογραφία στο λινκ https://doxesdespotatou.com/anavasi-sta-tzoymerka/

Πρόκειται για μια φωτοκάρτα που στάλθηκε τον Αύγουστο του 1952 από τον Γιάννη Τσαμάκο στον Βασίλειο Τρομπούκη, στο Παρίσι. Η σπάνια αυτή κάρτα απεικονίζει τον καταρράκτη του ομώνυμου χωριού στα Τζουμέρκα. Στο κάτω μέρος υπάρχει ο τίτλος “Ο θορυβώδης καταρράκτης των Τζουμέρκων”, η ημερομηνία “15 – 5 – 52” και η υπογραφή “Γ. Τσαμάκος”.
Στο πίσω μέρος της κάρτας διαβάζουμε :
“Αγαπητέ Βασίλειε,
Την κάρταν σου έλαβον. Εν τω μεταξύ έχω σκαρφαλώσει στα Τζουμέρκα, Πάπιγκο, Γκαμήλα, Σμόλικα. Μετά, βουνά Πελοποννήσου και προ ολίγων ημερών Λευκά Όρη Κρήτη.
Όλοι υγιαίνομεν και σε χαιρετούμεν.
Αθήνα, 4-8-52
Γ. Τσαμάκος” (Η φωτοκάρτα είναι από το αρχείο της κ. Σοφίας Εξάρχου).
Για τον σπουδαίο ορειβάτη Γιάννη Τσαμάκο, τον επονομαζόμενο και “Αετό των Τζουμέρκων”, που προς τιμήν του πήρε το όνομά του μια κορυφή στα Τζουμέρκα καθώς και ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού Καταρράκτης, έχουμε αφιερώσει στο παρελθόν δυο αναρτήσεις που μπορείτε να τις διαβάσετε στα λινκ https://doxesdespotatou.com/o-gero-tsamakos-o-aetos-ton-tzoymerko/
και https://doxesdespotatou.com/o-gero-tsamakos-o-aetos-ton-tzoymerko-2/

και το οπισθόφυλλο….

Μια παρέα στην πλατεία του χωριού Καταρράκτης, μπροστά στην εκκλησία. Με το καπέλο ο παιδίατρος Βασίλειος Τρομπούκης, έλκων καταγωγή από τον Καταρράκτη, δίπλα του η κ. Δεβέκου, η κ. Φωτούλα Δεβέκου (νυν Πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων Άρτης), ο σύζυγός της Λάκης Δεβέκος και δυο ακόμη κάτοικοι του χωριού. (Φωτο από αρχείο κ. Σοφίας Εξάρχου)
Μια ακόμη φωτογραφία της εκκλησίας στον Καταρράκτη Άρτης, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου από την δεκαετία του ’60, μπορείτε να δείτε στο λινκ https://doxesdespotatou.com/i-ekklisia-ston-katarrakti/

Πρόσκοποι στο Πέτα στις αρχές του 1950 : Ηρακλής Καραμπάς, Ιωάννης Βασιλάκης, Χρήστος Σμέρος, Επαμεινώνδας Μπίζας, Σπύρος Πρίσκας, Χρήστος Παπαχρήστος, Ευάγγελος Μπίζας, Βασίλης Κακαριάρης, άγνωστος. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

“Ως γυναικεία καταρχήν «τέχνη» η μοδιστρική είχε αρχίσει ήδη να αναπτύσσεται με την υιοθέτηση εκ μέρους των Νεοελλήνων – των ηγετικών αρχικά στρωμάτων της πρωτεύουσας και των άλλων ελληνικών πόλεων – του δυτικού ενδυματολογικού μοντέλου έναντι του ανατολικού ή παραδοσιακού που επικρατούσε ως τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα – και με τη χρήση του βιομηχανικού υφάσματος. Ένα μέρος της ζήτησης των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων άρχισε να την καλύπτει ένας μικρός αριθμός εργαστηρίων/ατελιέ που διατηρούσαν γυναίκες ενημερωμένες –μέσω περιοδικών, σχεδίων και συνδέσεων με την Ευρώπη για τις τάσεις της μόδας της– και οι οποίες απασχολούσαν έναν αριθμό μαθητευομένων και εργατριών-τεχνιτριών. (Μπάδα Κ., “Από τα «μοδιστρόνια» και τις «μοδιστρούλες», στις μοδίστρες δασκάλες και πάλι πίσω”, Ιωάννινα, 2015)
Έτσι οι πρώτες μοδίστρες στην Άρτα άρχισαν να καταφθάνουν στην πόλη μετά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους. Ένας αριθμός κυριών που ανήκαν κυρίως στην ανώτερη αστική τάξη αρχίζει σιγά σιγά να υιοθετεί τον δυτικό τρόπο ντυσίματος κι έτσι ανοίγει ο δρόμος για το επάγγελμα της μοδίστρας και στην πόλη μας.
Στο φύλο με αρ. 59 της εφημερίδας ΑΡΤΑ από τις 3 Οκτωβρίου του 1882 διαβάζουμε και σχετική ανακοίνωση : «Αφίχθη κατ’ αυτάς και κατοικεί όπισθεν του ναού του Αγίου Ιωάννου εις την υπ’ αριθμόν 55 οικίαν, η κυρία Μαριγώ Βασιλικιώτη, ήτις ειδοποιεί το κοινόν της πόλεώς μας ότι κατασκευάζει παντός είδους γυναικεία φορέματα και πίλους του τελευταίου συρμού. Προσέλθετε και θέλετε μείνει ευχαριστημένοι διά την κομψότητα και το μέτριον της τιμής».
Αντίστοιχο άρθρο μπορείτε να διαβάσετε και στο λινκ https://doxesdespotatou.com/epaggelmata-poy-chathikan-i-modistra/
και στο λινκ https://doxesdespotatou.com/enthymion-apo-tin-raptikin/
Στη φωτογραφία, μια παρόμοια ανακοίνωση, σε φύλλο της εφημερίδας του Ιωάννη Παπαβασιλείου ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ, το 1930.

Στη φωτογραφία ο ράπτης Παναγιώτης Καψάλας, με καταγωγή από τους Μελισσουργούς, επί τω έργω. Το ραφείο του βρισκόνταν στην οδό Σκουφά (περίπου στο ύψος του φαρμακείου της κ. Γαλήνης Χήτα – Πέτσα) και συνεργαζόταν με τον αδελφό του. Έκλεισε την δεκαετία του ’70.(Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της οικογένειας Καψάλα, Πληροφορίες κ. Κώστας Μπανιάς).
Μπορείτε να δείτε μια ακόμη φωτογραφία με “Αρτηνούς ραφτεργάτες” στο λινκ https://doxesdespotatou.com/artinoi-raftergates/

Είχαν πάθος με τη δημιουργία ξεχωριστών ρούχων που είχαν ως κύριο χαρακτηριστικό τη φινέτσα και την εξαιρετική ραφή. Ο λόγος για τους εμποροράπτες της Άρτας, που τις περασμένες δεκαετίες έραβαν τους Αρτηνούς. Τότε που το ρούχο ήταν μοναδικό για κάθε πελάτη καθώς ραβόταν με βάση τον δικό του σωματότυπο και δεν ήταν προϊόν μαζικής παραγωγής όπως συμβαίνει σήμερα.
Ήταν πολλές οι ώρες δουλειάς για να είναι άρτιο το τελικό αποτέλεσμα και να ικανοποιεί τον πελάτη. Όποιος επιθυμούσε να ράψει κουστούμι, πρώτα διάλεγε το ύφασμα και μετά ο ράφτης του έπαιρνε τα μέτρα. To σακάκι το έβγαζαν με αχνάρια από χαρτί, που τα προμηθευόταν από τις μεγάλες πόλεις κάθε φορά που άλλαζε η μόδα. Ο πελάτης ήταν υποχρεωμένος να πάει τρεις φορές μέσα σε μια βδομάδα για τις πρόβες του σακακιού. Στην πρώτη πρόβα ο πελάτης φορούσε το ύφασμα χαραγμένο και κομμένο, ήταν η λεγόμενη «πρόβα του σκελετού». Στην δεύτερη πρόβα, το σακάκι ήταν χωρίς μανίκια και γιακά και ο ράφτης ρεγουλάριζε τη σπάλα (απόσταση λαιμού ώμου). Στην τρίτη πρόβα κανόνιζαν τον γιακά και τα μανίκια και το σακάκι ήταν έτοιμο. To παντελόνι και το γιλέκο τα έραβαν χωρίς πρόβα.
Σε κάθε ραφείο απαραίτητοι ήταν οι πάγκοι όπου άπλωναν το ύφασμα, το μετρούσαν, το χάραζαν με το σαπουνάκι και το έκοβαν, οι ορθοστάτες κρεμαστρών όπου κρεμούσαν τα έτοιμα ρούχα, ο καθρέφτης για τις πρόβες, οι ποδοκίνητες ραπτομηχανές και οι καρέκλες, τo σίδερο με κάρβουνα για το σιδέρωμα καθώς επίσης και βελόνες, καρφίτσες, μεζούρα, δαχτυλίθρα (ανδρική χωρίς πάτο), ψαλίδια, χάρακες κλπ.
Αργότερα πολλά ραφεία έγιναν εμπορορραφεία επειδή πουλούσαν και υφάσματα. Εκεί ο πελάτης μπορούσε να διαλέξει το ύφασμα και να ράψει το κουστούμι του. Τα ραφεία είχαν πολύ δουλειά πριν τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, επειδή τότε οι περισσότεροι έραβαν ρούχα. Τα χειμωνιάτικα κουστούμια και τα παλτά τα έραβαν πριν τα Χριστούγεννα και τα θερινά κουστούμια πριν το Πάσχα. Οι ραφτάδες και οι καλφάδες τις παραμονές αυτών των εορτών εργαζόταν από το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα. Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι προτιμούσαν να ράψουν τα κουστούμια τους στους ράφτες αντί να τα αγοράσουν έτοιμα. Η προτίμηση αυτή κράτησε μέχρι τη δεκαετία του 1980, οπότε βελτιώθηκαν τα έτοιμα ρούχα με αποτέλεσμα να μειωθούν τα ραφεία και σιγά – σιγά να κλείσουν. (Κείμενο : Α. Καρρά)
Στη φωτογραφία «Μέλη του Συνεταιρισμού Εμπορορραπτών, Ραπτών, Καταστηματαρχών Άρτης”. Ο ΣΕΡΚΑ στεγαζόταν στην οδό Σκουφά, περίπου στο ύψος του σημερινού καταστήματος Χόντος. Διακρίνονται από αριστερά : ….Τσαπλαντόκας, Πέτρος Ζιώρης, άγνωστος, Θανάσης Μέλιος, ….Κορμέντζας, Λάμπρος Παπαγεωργίου, …..Κολιούλης, άγνωστος, άγνωστος, Γεώργιος Σκανδάλης, πίσω ο (ψηλός) Βασίλειος Πάλλας, οι αδελφοί Κώστας & Ναπολέων Ντούλας, Ευάγγελος Μπακόλας (προτελευταίος) και ο Κώστας Βασιλείου. Πίσω φαίνεται λίγο ο Πάνος Καψάλας. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Δημήτρη Γ. Σκανδάλη. Ευχαριστούμε θερμά τους κ.κ. Βασίλη Πάλλα και Μιλτιάδη Νταλάκο που βοήθησαν στην ταυτοποίηση των προσώπων).

Παλιό σπίτι στην Άρτα, ένα από όσα είχαν απομείνει ακόμη μέχρι την δεκαετία του ’80. Το σπίτι έχει την χαρακτηριστική μορφή που είχαν όλα σχεδόν τα σπίτια της μέσης οικογένειας στην πόλη με την είσοδο που οδηγούσε στο χώλ και δυο δωμάτια, ένα σε κάθε πλευρά, το καθημερινό καθιστικό και το πιο καλό όπου δέχονταν τις επισκέψεις τις γιορτές. Σε συνέχεια του χωλ συνήθως υπήρχε μια μικρή κουζίνα, αλλά τις περισσότερες φορές η κουζίνα βρισκόταν σε εξωτερική αποθήκη που στη Βαλαώρα την αποκαλούσαν “αχούρι”. (Η φωτογραφία είναι του Volker Möller)
