Το εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου στη Χώσεψη (νυν Κυψέλη) Άρτης, ένα όμορφο δείγμα πετρόχτιστης μικρής εκκλησίας από ντόπιους μαστόρους. Η φωτογραφία είναι από τη δεκαετία του ’60 – ’70. (Από συλλογή Κ.Κ.)

Το εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου στη Χώσεψη (νυν Κυψέλη) Άρτης, ένα όμορφο δείγμα πετρόχτιστης μικρής εκκλησίας από ντόπιους μαστόρους. Η φωτογραφία είναι από τη δεκαετία του ’60 – ’70. (Από συλλογή Κ.Κ.)

“…..Οι μάστοροι (χτίστες και πετράδες) προέρχονταν από τα ορεινά χωριά των Τζουμέρκων : Κτιστάδες, Άγναντα, Χριστοί, Ραφταναίοι, Γρετσίστα, Κουκούλια, Χουλιαράδες. Το κυριότερο .ομως χωριό ήταν η Πράμαντα, φημισμένο μαστοροχώρι της περιοχής, στο οποίο χρωστάμε μερικά από τα καλύτερα δείγματα της τέχνης τους. Οι Πραμαντιώτες ήταν οι καλύτεροι τεχνίτες, όχι μόνο στα Τζουμερκοχώρια, αλλά και στην Ήπειρο γενικότερα και λόγω της φήμης τους προσκαλούνταν και πήγαιναν και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Πρόσφεραν την τέχνη τους αρχικά στην Άρτα και αργότερα στην Αιτωλοακαρνανία, στη Φθιώτιδα και στη Βοιωτία. Τη δεκαετία 1930 – 40 ανοικοδόμησαν ολόκληρη σχεδόν την Ευρυτανία. Μεταπολεμικά εργάστηκαν στα Επτάνησα, στην Πελοπόννησο, στη Θεσσαλία.
Η συμφωνία για το χτίσιμο του σπιτιού ή ενός έργου ήταν προφορική : το έπαιρναν ξεκοπή, άλλοτε πανοφάι (με φαγητό) ή ξίψωμα (χωρίς φαγητό).
Ο πρωτομάστορας, αφού άκουγε τη συμβουλή των γερόντων έφτιαχνε κάποιο σχέδιο. Η κατασκευή ξεκινούσε με τη θεμελίωση και ο παππάς διάβαζε τις σχετικές ευχές για να’ ναι ευλογημένο και στέρεο το έργο. Το έθιμο απαιτούσε οπωσδήποτε μάτωμα – ράντισμα των θεμελίων με αίμα (κόκορα ή άλλου σφάγιου) για να στεριώσουν. Από κει και πέρα ο καθένας ήταν στο πόστο του : οι νταμαρτζήδες έβγαζαν την πέτρα, τα ζώα την κουβαλούσαν – ακόμα και οι γυναίκες φορτώνονταν στις πλάτες τους τις πλάκες – οι πελεκάνοι πελεκούσαν αριστουργηματικά τις πέτρες, ο αρχιμάστορας επόπτευε τελετουργικά τη διαδικασία, γνωρίζοντας τα μύρια όσα της δουλειάς…..
Το πάχος του τοίχου ήταν συνήθως ένα μέτρο. Κάθε ενάμισι μέτρο ύψος τοποθετούσαν ξύλα, την ξυλοδεσιά, που δεν εξείχε εξωτερικά για να μην βρέχεται και σαπίζει. Τα ξύλα τοποθετούνταν όχι μόνο για ομορφιά και κομψότητα αλλά κυρίως για την ανθεκτικότητα της οικοδομής, ιδίως όταν το αρμολόγημα γινόταν με λάσπη. Συνήθως όμως η αρμολόγηση γινόταν με άμμο και ασβέστη, που την έπαιρναν από τις ασβεσταριές της Άρτας, που βρίσκονταν στο λόφο της Περάνθης κοντά στο ποτάμι και την άμμο από το ποτάμι.
Οι βοηθοί του πρωτομάστορα, τα τσιράκια δηλαδή, ετοίμαζαν τη λάσπη που τη μετέφεραν με το πηλοφόρι, την ειδική ξύλινη σκάφη που λεγόταν «γκόβατ», γι’ αυτό τους έλεγαν «γκοβατζήδες». Τον υπόλοιπο χρόνο έσπαγαν και κουβάλαγαν με τα ζώα πέτρες, ασβέστη, άμμο, αγκωνάρια και κατώφλια για πόρτες και παράθυρα. Δούλευαν στους χώρους της δουλειάς από την ανατολή μέχρι τη δύση, ποτέ χωρίς φαγητό, υπολογισμένο στο μεροκάματό τους (το ξίψωμα).
Πάνω από τις πόρτες και τα παράθυρα μπαίνουν τα πλακώματα, ξύλινα ή πέτρινα. Η χρονολογία κατασκευής χαράσσεται σε εμφανές σημείο και αποτελείται από ένα Σταυρό ή άλλα σχέδια. Το ωράριο εργασίας όλων ήταν εξαντλητικό, γι’ αυτό όλοι τους ήταν ξερακιανοί, αδύνατοι, ηλιοκαμένοι και σπαθάτοι…
Η μεγαλύτερη χαρά τους ήταν η τελευταία μέρα της δουλειάς τους δηλαδή το Σάββατο. Πως και πως περίμεναν το Σάββατο οι μάστοροι και τα τσιράκια να σχολάσουν και να πάρουν τον βδομαδιάτικο κόπο τους… «Σάββατο να’ ναι μάστορα κι ας είναι χίλιες ώρες»!
Οι περισσότεροι ήταν τελείως αγράμματοι, χωρίς την παραμικρή μηχανική και στατική γνώση. Δεν υπήρξαν απλώς μάστοροι, αλλά πρακτικοί μηχανικοί και αρχιτέκτονες δηλαδή δημιουργοί ανόθευτης και πηγαίας λαϊκής αρχιτεκτονικής παράδοσης. Δημιουργούσαν άλλοτε ξακουστά γεφύρια με παράτολμα τόξα, σκάλες, βρύσες, πλατείες, πέτρινες αυλές, όμορφες εκκλησίες με καλοπελεκημένες πέτρες, αγκωνάρια και αρχοντικά σφραγισμένα από την τέχνη τους που αποτελούσε συνέχεια της Βυζαντινής τέχνης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας”. [Πηγή : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004]
Μπορείτε να διαβάσετε και παλαιότερη ανάρτησή μας σχετικά στο λινκ https://doxesdespotatou.com/oi-koydaraioi/
Στη φωτογραφία ” Συνεργείο μαστόρων στην Άρτα”. (Η φωτογραφία είναι από τη συλλογή Κ.Β.)

Η Γέφυρα Πολιτσάς στον Άραχθο, ανάμεσα στο Φορτόσι και το Αμπελοχώρι, έργο του αρχιμάστορα Νίκου Μάτζου από τους Ραφταναίους, σε φωτογραφία του Παναγιώτη Βοκοτόπουλου τον Μάιο του 1971. (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Π. Βοκοτόπουλος, Θεσσαλονίκη, 2011)
Μπορείτε να δείτε κι άλλες αναρτήσεις για το Γεφύρι της Πολιτσάς στο λινκ https://doxesdespotatou.com/to-gefyri-tis-politsas/
στο λινκ https://doxesdespotatou.com/to-gefyri-tis-politsas-2/
και στο λινκ https://doxesdespotatou.com/odos-apo-artas-eis-kalarrytas-dia-tis-a/

Μάστοροι από το Δίστρατο στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς για τα έργα μετά τους σεισμούς του 1953. Από αριστερά : Νίκος Παπανικολάου, Νίκος Δοσούλας, Θεόφιλος Πάλλας, Γιώργος Κόκκινος (από τα Ποτιστικά), Βασίλης Ντάλας και κάποιος Κεφαλλονίτης. (Πηγή : ΤΟ ΔΙΣΤΡΑΤΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, Χ. Ντάλας, Αθήνα, 2008)

«Έστρωνε η Σαρακοστή κι άρχιζε μ’ αυτή η παστρική ζωή : δουλειά και φρονιμάδα….. Οι γιορτές είχαν περάσει και μ’ αυτές μαζί και τα γλέντια του χειμώνα. Τώρα στο χωριό σεργιάνιζε η άκαρδη «Διώχνω» με τη σκούπα….Έτσι είχαν βαφτίσει τη φευγάλα «Διώχνω». Τη φαντάζονταν γριά, κακιά, στριμμένη…άμα έρχονταν η μέρα της, ξύπναγε πρωί – πρωί. Άρπαζε τη σκούπα κι έφερνε γύρω το χωριό. Απ’ τα χέρια της κανένας δεν μπορούσε να γλυτώσει….».
Η Διώχνω, γριά κακιά που όλοι την αποστρέφονταν όπως τη χολέρα ή την πανούκλα, γύριζε και μάζευε με τη σκούπα της μαστόρους και μαστορόπουλα. Στα χωριά θα έμεναν μόνο οι γυναίκες, τα παιδιά, οι γέροι κι ο παπάς. Με ορμητήρια τα χωριά τους, τα μαστοροχώρια, οι τεχνίτες ανέπτυσσαν μια αξιοσημείωτη επαγγελματική κινητικότητα, έναν επαγγελματικό νομαδισμό, που εντυπωσιάζει αν σκεφτεί κανείς τις δυσκολίες και τους κινδύνους των ταξιδιών τότε, σ’ έναν ευρύτερο γεωγραφικό ορίζοντα.
Οι πλανόδιοι τεχνίτες – χτίστες ή κουδαραίοι (κούδα = πέτρα, κουδάρης= ο άνθρωπος της πέτρας, ο μάστορας) – ήταν άτυπα οργανωμένες ομάδες, παρέες ή μπουλούκια ή κομπανίες ή τσούρμα και αποτελούνταν από τέσσερις μαστόρους, ένα ή δύο πελεκάνους, δυο-τρεις νταμαρτζήδες για να βγάζουν την πέτρα στο νταμάρι, καθώς και τρία ως πέντε παιδιά για τη μεταφορά της πέτρας και της λάσπης. Τα μαστορόπουλα, που πολλές φορές δεν ήταν ούτε δεκάχρονα, υπέφεραν στη δουλειά.
«Τον πήραν τον Κολιό, τον πήραν οι μαστόροι,
Παιδί απ’ το σκολειό, να μάθει πηλοφόρι», γράφει ο Γιώργος Κοτζιούλας.
Η συγκρότηση της ομάδας στηριζόταν κατά κανόνα στις συγγενικές σχέσεις. Συχνά το μπουλούκι συγκροτούνταν από τον πρωτομάστορα για ένα μόνο ταξίδι, δεν είχε μόνιμο χαρακτήρα. Συνήθως διαρκούσε από το Μάρτη μέχρι τα τέλη Οκτώβρη. Ο τρόπος ζωής τους ήταν κοινοβιακός : οργάνωναν από κοινού τη διατροφή τους, τη στέγασή τους, την μεταφορά των πραγμάτων τους. Τα μέλη ήταν ισότιμα και μη και η αμοιβή των ισότιμων ήταν ανάλογη με τα κέρδη, ενώ των μη ισότιμων με το μερίδιο. Κάθε χτίστης, εκτός απ’ τα σκεπάσματά τυου και τα ρούχα του, έπρεπε να έχει και τα δικά του σύνεργα : σφυρί, μυστρί, κοπίδια, χτένια, γωνία, ζύγι, αλφάδι, κορδέλα. Ο πρωτομάστορας θα φρόντιζε για τις βαριές, τις βαριοπούλες, λοστούς, παραμάνες, κασμάδες, τενεκέδες, κοπάνες κ.λ.π.
Ορόσημο της έναρξης των ταξιδιών ήταν το τέλος της Αποκριάς, όταν άνοιγαν οι ορεινοί, ημιονικοί κυρίως, δρόμοι. Τη ημέρα της αναχώρησης ήταν έτοιμοι πρωί – πρωί. Συχνά οι μάστοροι είχαν δικά τους ζώα. Αν υπήρχε η δυνατότητα, πήγαιναν καβάλα τη συχνά πολυήμερη και κοπιαστική διαδρομή, ενώ τα μαστορόπουλα βάδιζαν πάντοτε πεζή.
Ποικίλα ήταν τα έθιμα, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες της αναχώρησης, που γίνονταν κατά τρόπο μαγικό για το καλό ποδαρικό του μάστορα που φεύγει. Αυτό λοιπόν το πρωί, συγγενείς, φίλοι και γείτονες τους συνόδευαν μέχρι την άκρη του χωριού, εκεί όπου αυτό διακρίνεται για τελευταία φορά. Το μέρος αυτό, ως τοπωνύμιο, συμπυκνώνει και συμβολίζει την ψυχολογική και κοινωνική διάσταση που έχει η ξενιτιά : Κλαψόδεντρο, Κλαψοχώραφο, Ντέρτι, Πικροκέρασος, Ανάθεμα. Εκεί γινόταν ο σκληρός αποχωρισμός. «Καλή αντάμωση, στο καλό….» Βουρκωμένα μάτια…Στο γυρισμό στο σπίτι, αυτοί που έμεναν, ράντιζαν την αυλή με νερό για καλό δρόμο…
Έχοντας να ξεπεράσουν ένα σωρό αντιξοότητες, δημιούργησαν δικούς τους μηχανισμούς άμυνας : ιδιόρρυθμες επαγγελματικές συνήθειες και μια ιδιότυπη γλώσσα – διάλεκτο, τα κουδαρίτικα ή σκορδαρίτικα ή μαστορικά – που μιλούσαν μεταξύ τους για να συνεννοούνται και να μην καταλαβαίνουν λεξούλα τα αφεντικά τους. Στον ανταγωνισμό τους με την κοινωνία, την εξουσία και το αφεντικό επινόησαν την συνθηματική γλώσσα σαν μέσο αμυντικό και συγχρόνως επιθετικό. Στις ιδιαίτερες συνεννοήσεις τους, για διόρθωση κάποιου τεχνικού σφάλματος, παράλειψης ή κακοτεχνίας, για απόκρυψη επαγγελματικών μυστικών, για τα κοινά συμφέροντα ανέπτυξαν το μυστικό κώδικα επικοινωνίας, με συνοπτικό τηλεγραφικό ύφος, μια γλώσσα με φτωχό λεξιλόγιο που δεν ξεπερνά τις 500 λέξεις και που αναφέρονται κυρίως στις έννοιες του χρήματος, της τροφής, στις σχέσεις μαστόρων – ιδιοκτήτη, στα οικοδομικά υλικά καθώς και στη γυναίκα και στις σεξουαλικές σχέσεις….. (Συνεχίζεται). [Πηγή : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004]
Στη φωτογραφία από το ίδιο βιβλίο ” 1930 – Από αριστερά ο Θεοχάρης Σκλιβανίτης και οι βοηθοί του”.

Απόσπασμα με κουδαρίτικο λεξιλόγιο από το ίδιο δημοσίευμα….

9 Αυγούστου 1953 : Αλέξανδρος Σκούρας, Χρ. Παπαγεωργίου, Δημ. Κολοβός, Θωμάς Σκούρας, Βασίλειος Φλυτούρης, Ανδριανός Νάσης, Δημ. Μουστάκας, Αχιλλέας Κέφης, Χαρίλαος Κωστούλας (τέρμα), Σπύρος Ζαγαλίκης, κ.α. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο Δ. Κολοβού – Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

1944 – Υπαίθριος αργαλειός στην Ήπειρο. Από τις ελάχιστες φωτογραφίες που βλέπουμε αργαλειό τοποθετημένο στο έδαφος. Ωστόσο, αν σκεφτούμε ότι πολλά σπίτια κάηκαν από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς και οι άνθρωποι έχασαν όλο το βιός τους, δεν είναι παράξενο που έστησαν έναν υπαίθριο αργαλειό.
Η φωτογραφία του Νεοζηλανδού Τομ Μπαρνς, συνδέσμου του ΕΔΕΣ, είναι από τη Συλλογή του Μίμη Χριστοφιλάκη.

Ο πληθυσμός στα χωριά των Τζουμέρκων στις παραμονές του πολέμου του 1940, ήταν κατανεμημένος σύμφωνα με τον πίνακα που ακολουθεί…(Πηγή : ΕΣΥΕ, Αποτελέσματα απογραφής 1940, όπως δημοσιεύτηκε στην διδακτορική διατριβή ΟΙ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΙ ΤΟΥ ΕΔΕΣ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ, Βαγγέλης Τζούκας, Αθήνα, 2003)

Νίκος Ζέρβας – Αντιστράτηγος ε.α. Ο νεότερος αντάρτης που έλαβε μέρος στην επιχείρηση στον Γοργοπόταμο, μόλις 15 χρονών. Ήταν γιός του Αλέξανδρου Ζέρβα και ανιψιός του Ν. Ζέρβα. Ο Στέργιος Βούλγαρης κάνει αναφορά στον Νίκο Ζέρβα στο βιβλίο του Ο ΓΟΡΓΟΠΟΤΑΜΟΣ, στη σελίδα 50. Γράφει χαρακτηριστικά : “Το έβδομο και τελευταίο τμήμα με αρχηγό τον Αλέκο Ζέρβα (αδελφό του Στρατηγού) και τους υπόλοιπους αντάρτες του ΕΔΕΣ, αποτελούσε το τμήμα εφεδρείας, που όταν χρειάστηκε μας έστειλε στην πρώτη γραμμή τους αντάρτες Νίκο Ζέρβα (ανεψιό του Στρατηγού), Παντελή Κωτσάκη και Γιώργο Αρβανίτη.
Στη φωτογραφία ο νεαρός Νίκος Ζέρβας δεξιά. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γιώργου Σιούλα.

27-1-43
ΤΟ ΠΡΩΙ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΑΜΕ ΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ ΒΡΙΣΚΟΥΜΕ ΤΟΝ ΗΡΑΚΛΗ ΠΕΤΜΕΖΑ(ΝΙΚΗΤΑ) ΑΡΡΩΣΤΟΝ. ΤΗΝ 10ην ΩΡΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΥΛΓΑΡΕΛΙ Ο ΑΝΤ/ΧΗΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΛΑΡΧΟΣ ΑΓΟΡΟΣ ΓΕΩΡ., ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΣΥΝΕΖΗΤΗΣΕ ΕΠΙ ΜΑΚΡΟΝ. Ο ΑΓΟΡΟΣ ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ. ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΕΡΟΠΛΑΝΑ ΕΙΣ ΜΕΣΟΠΥΡΓΟΝ ΜΕ ΙΜΑΤΙΣΜΟΝ ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΣΙΝ._
28-1-43
ΤΗΝ 11ην ΩΡΑΝ ΑΝΑΧΩΡΗΣΑΜΕΝ ΔΙΑ ΜΕΣΟΠΥΡΓΟΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΝΟΜΗΝ ΤΟΥ ΥΛΙΚΟΥ. ΕΙΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΝ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ Ο ΝΙΚΗΤΑΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΤΗΝ 13ην ΩΡΑΝ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ ΚΟΣΜΑ ΘΕΟΦ.. ΕΙΣ ΜΕΣΟΠΥΡΓΟΝ ΗΣΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΓΛΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΠΕΒΛΕΠΑΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗΝ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ. ΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ ΜΑΣ ΕΓΕΝΕΤΟ ΨΥΧΡΟΤΑΤΗ ΥΠΟΔΟΧΗ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ ΤΟΥ. ΤΣΙΓΚΟΥΝΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΒΑΘΜΟ Η ΟΠΟΙΑ ΣΥΝΙΣΤΟΥΣΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΝΕΡΟ ΑΚΟΜΑ. Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΗΜΩΝ ΘΑ ΜΕΙΝΗ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΟΣ.ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΕΥΘΥΝΕΙ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΙΑΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ Ο
ΥΠ/ΓΟΣ ΡΑΙΟΣ ΧΡ.,Ο ΝΙΚ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΕΡΕΤΗΣ._
29-1-43
ΑΧΙΖΕΙ Η ΔΙΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΤΟ 1/3 ΠΡΟΟΡΙΖΕΤΑΙ ΔΙΑ ΤΟ Ε.Α.Μ. ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ ΚΑΤ ΕΝΤΟΛΗΝ ΤΟΥ Σ.Δ..Α.. ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΗ. ΟΡΚΟΜΩΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠ/ΓΟΥ ΡΑΙΟΥ ΧΡ. ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΥΝΔΕΣΜΟΝ. ΔΙΑ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟΝ ΑΝΑΧΩΡΕΙ ΜΕΤΑ ΟΜΑΔΟΣ Ο ΑΛΕΞ. ΖΕΡΒΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΖΗΚΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΝ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ._
30-1-43
Η ΔΙΑΝΟΜΗ ΤΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ. ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΕΡΧΕΤΙΑΙ Ο ΣΥΝ/ΧΗΣ EDDIE ΑΠΟ ΤΟ ΒΕΛΕΤΖΙΚΟ ΟΠΟΥ ΕΙΧΕΝ ΠΑΡΑΜΕΙΝΗ ΩΣ ΑΡΡΩΣΤΟΣ. ΕΞΑΩΡΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΗΓΟΝ. Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΕΙ ΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ ΟΠΟΥ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΗΝ ΣΥΖΗΤΗΣΙΝ ΜΕ ΤΟΝ EDDIE. ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΕΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟΝ._
31-1-43
ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΟΝΤΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΜΕΝ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΗΣΩΜΕΝ ΤΗΝ ΕΔΡΑ ΜΑΣ ΕΙΣ ΑΥΛΑΚΙ ΑΝΤΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΥΡΓΟΥ. ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΤΗΝ 11,50΄ ΔΙΑ ΑΥΛΑΚΙ ΚΑΙ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΤΗΝ 15,00΄. ΚΑΤΑΛΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΦ.ΡΟΚΟΦΥΛΟΥ. ΔΙΑΤΑΣΣΟΜΕΝ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΝ ΤΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΑΥΛΑΚΙ._
1-2-43
ΠΑΡΑΜΕΝΟΜΕΝ ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑΝ ΕΙΣ ΤΟ ΑΥΛΑΚΙ ΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΝ ΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΙΝ ΤΟΥ ΥΛΙΚΟΥ, ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΚΟΜΩΣΙΑΝ ΤΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ ΤΟΥ ΑΥΛΑΚΙΟΥ ΚΑΙ ΤΑΣ ΕΠ.ΕΘ.ΑΓΩΝΟΣ. ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΝΙΚΗΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ. ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΚΑΛΑ._
2-2-43
ΤΗΝ 11,30΄ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΤΑ ΒΡΟΒΙΑΝΑ ΟΠΟΥ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΤΗΝ 14,30΄. ΘΕΡΜΗ ΥΠΟΔΟΧΗ. ΩΜΙΛΗΣΕ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΘΕΝΤΑΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ. ΚΑΤΑΛΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ ΡΟΙΔΗ,ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΥ ΠΑΤΡΙΩΤΟΥ. Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΔΙΔΕΙ ΟΔΗΓΙΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΠΙΤ. ΕΘΝ. ΑΓΩΝΟΣ._
3-2-43
ΤΗΝ 10,30΄ΩΡΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΟΡΚΟΜΩΣΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ ΕΦ. ΟΜΑΔΟΣ ΒΡΑΒΙΑΝΩΝ.. ΤΗΝ 12,00΄ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΣΑΚΑΡΕΤΣΙ ΟΠΟΥ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΥΠΟ ΡΑΓΔΑΙΑΝ ΒΡΟΧΗΝ ΚΑΙ ΧΑΛΑΖΑΝ ΤΗΝ 16,30΄.ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΜΑΣ ΕΠΕΦΥΛΑΣΣΟΥΝ ΘΕΡΜΟΤΑΤΗΝ ΥΠΟΔΟΧΗΝ ΜΕΧΡΙ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΩΣ. ΜΑΣ ΠΡΟΣΕΦΩΝΗΣΕ Ο ΠΑΠΑ ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΤΣΟΥΛΑΣ. ΚΑΤΑΛΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΠΕΡΙΠΟΙΗΘΗΚΕ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ._
4-2-42
ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΕΓΕΥΜΑΤΙΣΑΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝ.ΒΡΑΖΟΥ. ΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ ΔΙΑ ΤΑΣ ΑΘΗΝΑΣ. ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΟΡΚΟΜΩΣΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ ΤΗΣ ΟΜΑΔΟΣ ΠΕΡΔΙΚΑΚΙΟΥ. ΤΗΝ 17ην ΩΡΑΝ ΒΑΠΤΙΖΩ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΓΡΕΤΖΕΛΟΥ ΟΝΟΜΑΣΑΣ ΕΥΑΝΘΙΑ ΚΑΤ ΕΠΙΘΥΜΙΑΝ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ. ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΥ._
Στη φωτογραφία «1943 – Ο Ζέρβας στα όρη του Βάλτου κατά τις μάχες με τους Ιταλούς». Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Σταύρου Κωτσάκη (γιού του Παντελή Κωτσάκη ο οποίος και καθαρόγραψε το ημερολόγιο του πατέρα του) όπως δημοσιεύτηκε στην ομάδα ΟΡΕΙΝΟΣ ΒΑΛΤΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΑ. Επεξεργασία φωτογραφίας από τους αδελφούς Παππά.
