Η Ψυχοκόρη*

To μεγάλο καζάνι στην πίσω αυλή άχνιζε κι η Δροσούλα με ένα μεγάλο στυλιάρι ανακάτευε τα λιγοστά της ρούχα για να τα βάψει μαύρα. Τα δάκρυα κυλούσαν στα μαγουλά της σαν δυο μικρά ρυάκια και σκόρπιζαν μικρές, διάφανες στάλες πάνω στην τραχηλιά της…. Πριν μια μέρα έφτασε το χαμπέρι απ’ το χωριό της ότι πάει κι ο πατέρας  της χάθηκε κι η Δρόσω έμεινε πια ολομόναχη στον κόσμο…

Ήταν μόλις 8 χρονών όταν ο πατέρας της την έστειλε ψυχοπαίδα στο αρχοντικό του Γιάννη Νίκα στην Άρτα. Η μάνα της πέθανε στη γέννα κι η γιαγιά της που την φρόντιζε όσο ο πατέρας της δούλευε στα χωράφια, πέθανε κι αυτή, έτσι ο πατέρας της την έδωσε ψυχοπαίδα στο σπίτι τ’ αφεντικού για το οποίο δούλευε πότε – πότε στα κτήματά του κατά το Λούρο. Δεν είχε κανένα παράπονο απ’ τ’ αφεντικά της η Δροσούλα, σαν τα παιδιά τους την είχαν, κι η κυρά της ήταν πολύ καλή και συμπονετικιά στην ορφάνια της. Δέκα χρόνια ήταν στη δούλεψή τους και δεν της είχαν πει ποτέ έναν κακό λόγο. Τον πατέρα της σπάνια τον έβλεπε, αν τύχαινε και κατέβαινε καμιά φορά απ’ το χωριό στην Άρτα για δουλειές. Το χωριό της δεν το λογάριαζε για χωριό, μόνο πικρές αναμνήσεις είχε…..Το μόνο που απέμενε τώρα ήταν ν’ ανέβει  να πουλήσει τα δυο χωραφάκια και το σπιτοκάλυβο που της άφησε πεθαίνοντας ο πατέρας της και να μην γυρίσει πίσω ποτέ…

Ντυμένη στα μαύρα απ’ την κορφή ως τα νύχια έφτασε μετά από λίγες μέρες στο χωριό της η Δρόσω. Ο Θεός να το κάνει χωριό, μια αετοφωλιά ανάμεσα στα λόγγια και στα βράχια ψηλά στο Ξεροβούνι, ήταν το χωριό της. Το πρώτο της μέλημα ήταν να επισκεφτεί τον τάφο των γονιών της και να ρίξει ένα τρισάγιο στη μνήμη του. Ύστερα ροβόλησε ως το σπίτι της, ένα φτωχοκάλυβο από μπαγδατί και σκεπή από άχυρα να ρίξει μια τελευταία ματιά πριν φύγει… Τα χωράφια που της άφησε ο πατέρας της  ήταν ξερκά, κάπου κοντά στη Στρεβίνα και θα ‘πιαναν καλά λεφτά για να συμπληρώσει το κομπόδεμα που βαστούσε η κυρά της και κάθε μήνα της έβαζε λίγα χρήματα. Θα έκλεινε τα 18 σε λίγους μήνες και της είχαν υποσχεθεί ότι θα βρίσκονταν ένα καλό παιδί και γι’ αυτή, να ανοίξει το δικό της νοικοκυριό… Είχε κιόλας βρεθεί αγοραστής για τα χωράφια της, ας ήταν καλά τ’ αφεντικό της που το φρόντισε…

Με τα λεφτά στον κόρφο, κάπου είκοσι χιλιάδες δραχμές, και τον τρουβά γεμάτο πεσκέσια για τ’ αφεντικά της πήρε η Δρόσω το δρόμο για την Άρτα. Πέρασε την ξύλινη γέφυρα του Λούρου μετά τη Στρεβίνα και πήρε το μονοπάτι ανάμεσα στις καλαμιές  που θα την έβγαζε στη Φιλιππιάδα. Απ’ εκεί θα έβρισκε ένα κάρο να φτάσει ως το βράδυ στην Άρτα. Ξάφνου τα καλάμια ξεχώρισαν δίπλα της και τρεις άγριες μορφές στάθηκαν μπροστά της και της έκοψαν το δρόμο. Τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα με μαντήλια και οι λερωμένες κάπες τους, γεμάτες  λάσπες και χορτάρια μαρτυρούσαν  πως την περίμεναν εκεί ώρες πολλές …

– Τα λεφτά σου θέλουμε κυρά μου και θα σ’ αφήσουμε να φύγεις…έχεις το λόγο μας!

Έμεινε κοκαλωμένη η Δρόσω και τους κοίταζε. Αυτή η φωνή κάτι της θύμισε, τον γύφτο τον Τζαχήλα** που περιδιάβαινε τους δρόμους της Άρτας κι έβγαιναν οι νοικοκυρές να του δώσουν τα χαλκώματά τους να τα γανώσει….

– Εσύ είσαι μωρ’ Τζαχήλα? Πάρε τον τρουβά μου κι άσε με να πάω στον δρόμο μου…

Δεν πρόλαβε ν’ αποσώσει τα λόγια της η Δρόσω και το μαχαίρι την βρήκε κατάστηθα. Κι απέμεινε εκεί στην άκρη του δρόμου η Δροσούλα, με το βλέμμα της απορημένο να κοιτάζει τις κορφές απ’ τις καλαμωτές που χόρευαν στο φύσημα του ανέμου……

«Μέχρι σήμερα δεν κατωρθώθη να εξακριβωθή η ταυτότης του θύματος, του ανευρεθέντος προ 15 ημερών εις την γέφυραν του Λούρου μεταξύ Φιλιππιάδος και Στρεβίνης. Πάντως φαίνεται ότι η φονευθείσα ήταν μια υπηρέτρια της οικογένειας Ι. Νίκα η οποία προ μηνός μετέβη  εις το χωρίον της δια να πωλήση μερικά χωράφια και επιστρέφουσα εκείθεν με τα χρήματα της πωλήσεως, ήτοι περίπου 20.000 δραχμές, συνελήφθη από δύο Αθιγγάνους κατοικούντας εν Φιλιππιάδι και τον Αθίγγανον Τζαχήλαν*, κάτοικον Άρτης και εφονεύθη διότι ηρνήθη να χορηγήση το ποσόν. Οι φερόμενοι ως αυτουργοί του εγκλήματος συνελήφθησαν και κρατούνται εις Φιλιππιάδαν». (Της Αναστασίας Καρρά)

*Η μυθοπλασία βασίζεται σε αληθινή ιστορία που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ στις 7 Ιουλίου του 1930 με τίτλο «Το ανευρεθέν πτώμα».

** Το υποκοριστικό «Τζαχήλας ή Τζαχείλας» συνόδευε μέχρι πρόσφατα στην Άρτα, όσους είχαν μεγάλα χείλη.

Στη φωτογραφία το ρεπορτάζ της εφημερίδας…

Δημοσιεύθηκε στη Ξεφυλλίζοντας παλιές εφημερίδες....... | Σχολιάστε

Ενθύμιο 1881!

Σπασμένο πιάτο, αναμνηστικό ενθύμιο για την Ένωση της Ηπείρου και της Θεσσαλίας με την Ελλάδα το 1881. Α. Γρέζος. Σύρα (Από τη συλλογή του Μίμη Χριστοφιλάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Χάρτες, χαρακτικά και γκραβούρες | Σχολιάστε

To ιδιοκτησιακό καθεστώς του χωριού Κωστακιοί Άρτης

“Το χωριό Κωστακιοί στην πεδιάδα της Άρτας αποτελούσε ιδιωτικό τσιφλίκι, το οποίο είχε ιδιοκτήτη τον Καραπάνο, διέθετε 71 επίμορτους καλλιεργητές και η ετήσια παραγωγή του σε βρώμη ήταν 50.000 οκάδες, σε σιτάρι 15.000 οκ. και σε καλαμπόκι έφτανε τις 150.000 οκ (Σεπτ. 1913). Αλλού αναφέρεται ότι η Μαρία Ιωάννου Καραπάνου και ο Ιωάννης Καραπάνος κατείχαν κτηματικά μερίδια στους Κωστακιούς Φιλιππιάδας (1920).

Στη μεταγενέστερη πηγή αναφέρονται περισσότερες λεπτομέρειες για τους ιδιοκτήτες και την έκταση του τσιφλικιού. Ως ιδιοκτήτης αναφέρεται ο Ιωάννης Καραπάνος που κατείχε τα 4/5 του τσιφλικιού, συνολικά 13.129,349 στρ. με την εξής κατανομή :

– αγροί καλλιεργούμενοι α’ κατηγορίας 5.420,078 στρ.

– αγροί καλλιεργούμενοι β κατηγορίας 17,388 στρ.

– λειβάδια και κοφτολείβαδα 899,690 στρ.

– εξωχώραφα 77,098 στρ.

– συνοικισμός 836,103 στρ.

– έλη 5.560,413 στρ.

– χαντάκια και ρέματα 50,941 στρ.

– δρόμοι 119,855 στρ. και

– δάσος 147,853 στρ.

Το ελληνικό δημόσιο κατείχε το υπόλοιπο 1/5 του τσιφλικιού. Η μονή Κορωνησίας (εκπρόσωπος ο μητροπολίτης Πρέβεζας) κατείχε 307,294 στρ. από τα οποία 262,387 στρ. ήταν αγροί καλλιεργούμενοι και 44, 907 στρ. ήταν εξωχώραφα. Ο ναός του Αγ. Γεωργίου Κωστακιών εξουσίαζε 840,536 στρ. που κατανέμονταν ως εξής :

– αγροί καλλιεργούμενοι 769,174 στρ..

– εξωχώραφα 35,953 στρ .

– δάση 26,633 στρ. και

– αλώνια 8,794 στρ.

Η εκκλησία του Αγ Νικολάου κατείχε 146,375 στρ. καλλιεργούμενους αγρούς. Η μονή Γρηγορίου ή Κοίμ. Θεοτόκου Αγίου Όρους κατείχε επίσης αγρούς καλλιεργούμενους 53,133 στρ. Ο ναός του Αγ Δημητρίου είχε στην ιδιοκτησία του 6,301 στρ. όμοιους αγρού. Η ΕΤΕ διαχειριζόταν την ιδιοκτησία του Ναμπή εφέντη που αποτελούνταν από εξωχώραφα 19,085 στρ. Άλλη μια μικρή ιδιοκτησία ήταν του Χρ Τοαντή με αγρό καλλιεργούμενο, 8,250 στρ. Τέλος οι δημόσιοι δρόμοι του τσιφλικιού κάλυπταν 55,821 στρ. Άρα συνολική έκταση του κτήματος ανερχόταν στα 14.566,144 στρ. Η παραγωγή στο τεμάχιο του Ιωάννη Καραπάνου. που ήταν το μεγαλύτερο, έφτανε σε αραβόσιτο τις 330.000 οκ. σε σιτάρι, τις 82.000 οκ. και σε βρώμη τις 126.500 οκ.(1928)”. (Πηγή : Η ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΗΠΕΙΡΟΥ, Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 1912-1918, Κ. Βακατσάς, Ιωάννινα, 2001)

Στη φωτογραφία ο Κωσταντίνος Καραπάνος.

Δημοσιεύθηκε στη Το αγροτικό ζήτημα στην περιοχή της Άρτας | Σχολιάστε

Κοινοτικό Υδραγωγείο

Κοινοτικό Υδραγωγείο σε χωριό της Άρτας την δεκαετία του ’70. (Φωτο από αρχείο Κ.Κ.)

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά στον Κάμπο της Άρτας | Σχολιάστε

Καλλιέργεια βαμβακιού…

Κάθε Σεπτέμβριο άρχιζε η συγκομιδή του βαμβακιού στον κάμπο της Άρτας. (Φωτο από αρχείο Α.Θ.)

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά στον Κάμπο της Άρτας | Σχολιάστε

H 1η πολιτική απόφαση του Πρωτοδικείου Άρτης περί του Αγροτικού ζητήματος

Η Σύμβαση της 24ης Μαίου 1881, σύμφωνα με την οποία έγινε η προσάρτηση των Νέων Επαρχιών προέβλεπε την προστασία του γαιοκτητικού συστήματαος και δεν επέτρεπε αλλαγές στη μορφή της ιδιοκτησίας «ει μη διά γενικού νόμου εφαρμοστέου καθ’ όλον το Ελληνικόν Βασίλειον».

Στην περιοχή μας η μεγάλη ιδιοκτησία ήλεγχε πάνω από το 70% της καλλιεργούμενης γης. Έτσι η διατήρηση του κοινωνικού και οικονομικού συστήματος της Τουρκοκρατίας έφερε τη σύγκρουση κολλήγων και τσιφλικάδων και τους οδήγησε στην εξέγερση. Στους κολλήγους συμπαραστάθηκε ο Γ. Παχύς που αργότερα εκλέχτηκε βουλευτής Άρτης. Τους τσιφλικάδες εκπροσωπούσε ο Κ. Καραπάνος, κι αυτός βουλευτής Άρτης.

Οι συζητήσεις στη Βουλή το 1882 είναι γνωστές. Τελικά επικράτησαν οι απόψεις των τσιφλικάδων και το αγροτικό ζήτημα συνεχίστηκε μέχρι το 1920 για να λυθεί από τον Βενιζέλο με την τροποποίηση του Συντάγματος το 1911 και με τον Παπαναστασίου αργότερα που προώθησε τις απαλλοτριώσεις κι έκανε τους αγρότες νοικοκυραίους.

Το Αρτηνό αγροτικό ξεσήκωμα που αποτελεί την αρχή του αγροτικού ζητήματος στη χώρα μας, αποτέλεσε την πρώτη σύγκρουση μεταξύ κολλήγων και τσιφλικάδων. Σχετικά με το Αγροτικό ζήτημα της περιοχής μας, από το Πρωτοδικείο Άρτης εκδόθηκε μια σειρά από πολιτικές αποφάσεις κατά την περίοδο 1882 – 1884.

Η πρώτη «Έφεση κατ’ αποφάσεων προσωρινών μέτρων»  που παρουσιάζουμε σήμερα, με αριθμ. 5)1882 αφορούσε υπόθεση στο Πέτα Άρτης. Οι παρατηρήσεις των συγγραφέων σχετικά, καταγράφονται στο τέλος της απόφασης. (Πηγή : ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΡΤΗΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΕΤΩΝ 1882 – 84», Κατερίνα Πατσαλιά – Λόλα Τερζοπούλου, Άρτα, 1981. Από το Αρχείο του Δικηγόρου Μιχάλη Νικολάου)

Δημοσιεύθηκε στη Το αγροτικό ζήτημα στην περιοχή της Άρτας | Σχολιάστε

Άποψη της Άρτας από το Κάστρο….

Μια χαρακτηριστική φωτογραφία της περιοχής κάτω από το Κάστρο, στη νότια πλευρά του και της Βαλαώρας, μάλλον τη δεκαετία του ’70. Ήδη είχε αρχίσει για τα καλά η μετανάστευση από τα ορεινά προς την πρωτεύουσα του νομού και οι πρώτες πολυκατοικίες είχαν κάνει την εμφάνισή τους για να στεγάσουν τον αριθμό των κατοίκων που όλο και μεγάλωνε. Ο λόφος είχε ήδη γεμίσει από κατοικίες, χτισμένες άναρχα, χωρίς καμμιά ρυμοτομία… (Φωτο από αρχείο κ. Ιωάννη Έξαρχου)

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Η φυγή στη μεγάλη πόλη!

Μια χαρακτηριστική περίπτωση μετανάστευσης στην Αθήνα μας δίνει ο Αποστόλης Ντάλας από το Πιστιανά Άρτης : “….Μετά την απόλυσή μου από το στρατό ασχολήθηκα με τις αγροτοκτηνοτροφικές εργασίες. Τον Νοέμβριο του 1947 γεννήθηκε το τρίτο μου παιδί, ο Βασίλης, το 1950, τον Σεπτέμβριο, η Φωτεινή, το 1953 ο Φίλιππος και το 1955 το τελευταίο μου παιδί, ο Στέφανος και ήμουν πλέον υπερπολύτεκνος.

Τότε λόγω των οικονομικών αναγκών, εκτός από τις αγροτικές ασχολίες, ασχολήθηκα και με την τέχνη του μαραγκού ως αυτοδίδακτος, που εκτός από τα κουφώματα, έφτιαχνα και βαρέλια, τελάρα, καρδάρια κ.λ.π.

Παρ’ όλο που δούλευα σκληρά, απ’ το πρωί που φώτιζε η μέρα, μέχρι που νύχτωνε,  η οικονομία δεν είχε καλό αποτέλεσμα γιατί υπήρχε και η εκμετάλλευση από τους πελάτες, γιατί ορισμένοι, τους έκανες τη δουλειά τους, σου δίνανε ένα άλφα ποσόν και τα υπόλοιπα μην τα είδατε…………..

Έτσι πήρα την απόφαση τον Μάιο του 1958, να πάω στην Αθήνα. Στην Αθήνα όταν πήγα, έπιασα δουλειά σε ένα ξυλουργείο, στο Βύρωνα. Το Σεπτέμβριο πήγα στο χωριό και πήρα μαζί μου τον μεγαλύτερο γιό μου, τον Θεοφάνη, όπου μπήκε σε μια τεχνική σχολή του Υπουργείου Εργασίας ως Ηλεκτροσυγκολλητής. Τον άλλο χρόνο ήρθε ο άλλος γιός μου, ο Βασίλης, που πήγαινε στο νυχτερινό Γυμνάσιο και δούλευε ως μπογιατζής αυτοκινήτων.

Ύστερα από λίγα χρόνια ήρθε η κόρη μου η Σταυρούλα  να μας μαγειρεύει και να μας πλένει, διότι για μένα ήταν δύσκολο και κουραστικό γιατί δουλεύαμε και το απόγευμα, μέχρι που νύχτωνε. Κατόπιν ο άλλος ο γιός μου ο Φίλιππος και πήγαινε Γυμνάσιο. Τέλος, τον Νοέμβριο του 1969 ήρθανε στην Αθήνα η γυναίκα μου με την κόρη μου την Φωτεινή, όπου η οικογένεια ενσωματώθηκε……Το Δεκέμβριο του 1976 μου συνέβη ένα εργατικό ατύχημα…” (Πηγή : ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, Απόστολος Ντάλας, Αθήνα, 2005)

Στη φωτογραφία ο συγγραφέας στην Αθήνα, όταν εργαζόταν στο αρχοντικό του Κωλέττη στη Στοά του Αττάλου, από το ίδιο βιβλίο.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Γιατί ερήμωσαν τα χωριά μας….

Στις διάφορες αναρτήσεις μας βλέπουμε ότι πολλοί φίλοι και αναγνώστες εκδηλώνουν την ανησυχία τους και τον προβληματισμό τους για τον μαρασμό των ορεινών χωριών της περιοχής μας, μια κατάσταση που γίνεται όλο και χειρότερη καθώς οι παλιότερες γενιές που κρατούσαν κατά κάποιο τρόπο τα χωριά ακόμη ζωντανά, χάνονται σιγά – σιγά…

Πρόσφατα διαβάσαμε μια εργασία του φίλου και ερευνητή Μιχάλη Σάρρα σχετικά με τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στην Ήπειρο στα τέλη της δεκαετίας του ’40, που συνετέλεσαν  στην εσωτερική μετανάστευση προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, η οποία κορυφώθηκε από την δεκαετία του ’60 και μετά. Η εργασία με τίτλο “The Social Preconditions of the Greek Civil War: The Case of Epirus”, Conference for Postgraduate Students, Doctoral Candidates and Young Researchers on “The Balkan States during World War II (1939-1945)” παρουσιάστηκε σε συνέδριο στο ΑΠΘ τον Μάρτιο του 2018. Μια και είναι στα Αγγλικά, θα κάνουμε μια προσπάθεια να παρουσιάσουμε τα κύρια σημεία της για όσους δυσκολεύονται με τη χρήση της γλώσσας.

Η πλειονότητα του πληθυσμού στην περιοχή της Ηπείρου κατά τον Μεσοπόλεμο και προς το τέλος του, απασχολούνταν στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Από στατιστικά στοιχεία προκύπτει ότι ο αμιγώς αστικός πληθυσμός της περιοχής ήταν πολύ μικρός, σχεδόν 14,5% το 1928 και 13,26% το 1940. Πιο συγκεκριμένα, ο αστικός πληθυσμός της Άρτας το 1928 ήταν 8.045 άτομα σε σύνολο 52.596 ενώ το 1940  ανέρχονταν σε 9.441 άτομα σε σύνολο 65.175 κατοίκων. (Στις παραπάνω μετρήσεις δεν περιλαμβάνονται τα χωριά με ημιαστικό πληθυσμό που είχαν πάνω από 1000 κατοίκους όπως για παράδειγμα η  Άγναντα (1.291 hab.),  το Βουλγαρέλι (1.592 hab.), το Κομπότι (1.486 hab.), το  Πέτα (2.003 hab.) κ.α.

Από τα στοιχεία είναι προφανές ότι ο αριθμός των ατόμων που απασχολούνταν σε αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερος από τον αριθμό που μπορούσε να απορροφηθεί, ώστε να υπάρχει μια ισορροπημένη αναλογία ανάμεσα στην προσφορά εργατικού δυναμικού και στην ζήτηση, με ότι αυτό συνεπάγεται για τη συντήρηση των αγροτικών οικογενειών. Πολλοί αγρότες  ήταν λειτουργικά άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι καθώς τα στοιχεία παραγωγής των χρόνων του μεσοπολέμου θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί με πολύ λιγότερους εργάτες.

Επιπλέον ο μεγάλος αριθμός παιδιών κατά μέσο όρο σε κάθε οικογένεια είχε συντελέσει στο να κατατμηθεί  η γονική περιουσία σε πολλά και μικρά κομμάτια που δύσκολα πλέον μπορούσαν να συντηρήσουν τις οικογένειες των νέων μελών. Έτσι οι κακές συνθήκες υγιεινής και στέγασης ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο για την περιοχή. Στις περισσότερες περιπτώσεις η αγροτική οικογένεια παρήγαγε ίσα – ίσα για να καταναλώσει και εμπορευόταν το πενιχρό αγροτικό της πλεόνασμα καθώς και τη ξυλεία στην πόλη. Η κακή διατροφή και περιοδικά κατά τόπους ο υποσιτισμός, έπλητταν ένα μέρος των κατοίκων των ορεινών και ημι-ορεινών κοινοτήτων.

Οι περιορισμένες ευκαιρίες κοινωνικής κινητικότητας των χρόνων του Μεσοπολέμου τερματίστηκαν με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο πόλεμος επέφερε ανυπολόγιστες καταστροφές στις υποδομές, τη στέγαση και την κτηνοτροφία, συμπεριλαμβανομένης της στρατολόγησης και του θανάτου χιλιάδων νέων από το 1940 έως το 1944. Τα αντίποινα και οι λεηλασίες του στρατού κατοχής γκρέμισαν τη ζωή του χωριού και κατά συνέπεια την αγροτική παραγωγή. Το κοινωνικό και παραγωγικό υπόβαθρο της περιοχής της Ηπείρου, ήδη φτωχό από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, πληγώθηκε ανεπανόρθωτα από τον πόλεμο και την κατοχή. Ήταν κι αυτές, οι σκληρές συνθήκες ζωής στη χώρα – συνθήκες μάχης για επιβίωση – που προετοίμασαν το έδαφος για μαζική ένταξη στην αντίσταση και αργότερα για τον ανεξέλεγκτο εμφύλιο πόλεμο. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η Ήπειρος, από την ένταξή της στο ελληνικό κράτος μέχρι το τέλος του μεσοπολέμου, είχε παραμείνει μια φτωχή αγροτική περιφέρεια των «Νέων Χωρών» και είχε μείνει στο περιθώριο των εκσυγχρονιστικών προσπαθειών του μεσοπολέμου, αν εξαιρέσουμε την αναδιανομή των μεγάλων εκμεταλλεύσεων γης (τσιφλίκια). Οι κάτοικοι, και ιδιαίτερα οι αγρότες, προσπαθούσαν να καλλιεργήσουν με παραδοσιακά μέσα για να επιβιώσουν και να θρέψουν τις οικογένειές τους.

Έτσι η φυγή από το χωριό για τον νεαρό αγροτικό πληθυσμό της Ηπείρου ήταν η μόνη διέξοδος καθώς μια αξιοπρεπής απασχόληση ήταν ένα αναπάντητο ερώτημα. Ο δρόμος της μετανάστευσης στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ είχε κλείσει ως επί το πλείστον μετά το 1929. Τα αστικά κέντρα της Ηπείρου ήταν μικρά χωρίς βιομηχανική παραγωγή. Μερικά μικρά εργαστήρια ήταν κυρίως οικοτεχνίες με οικογενειακή ή συγγενική δομή. Η στροφή προς τις μεγάλες πόλεις και κυρίως την πρωτεύουσα ήταν η μόνη λύση. Όσοι δεν ακολούθησαν σπουδές για να γίνουν γιατροί, δάσκαλοι, γεωπόνοι μηχανικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι, κατέφυγαν στην Αθήνα από πολύ μικροί προσπαθώντας να ζήσουν ξεκινώντας από χαμηλή βάση και κάποιοι από το μηδέν. Αρκετοί επίσης μετανάστευσαν σαν ανειδίκευτοι εργάτες στη Γερμανία. Ακόμα και στην Αθήνα όμως, η κατάσταση ήταν δυσάρεστη. Συχνά τους εκμεταλλεύονταν και έπρεπε να δουλέψουν πολύ σκληρά για να επιβιώσουν, καθώς οι περισσότεροι από αυτούς δεν είχαν βοήθεια από την οικογένειά τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι άνθρωποι αυτοί βίωσαν βαθιά τα αδιέξοδα του χωριού που τους οδήγησαν στην εσωτερική μετανάστευση αλλά και τις σκληρές συνθήκες ζωής και εργασίας στη μεγάλη πόλη….

Στη φωτογραφία “Μια οικογένεια στα ορεινά της Ηπείρου το 1944”. Μια φωτογραφία του Νεοζηλανδού Τομ Μπαρνς, συνδέσμου του ΕΔΕΣ, από τη Συλλογή του Μίμη Χριστοφιλάκη.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Μεταφορές με το κάρο!

1955 – Μεταφορές με το κάρο στην πλατεία Κρυστάλλη. (Φωτο από προσωπική συλλογή).

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μέσα Μεταφοράς | Σχολιάστε