Το Ιταλικό περιοδικό L’illustrazione Italiana που κυκλοφόρησε στις 2 Μαίου 1897. Στην τρίτη σελίδα σκίτσα από τα ελληνοτουρκικά σύνορα : 1. Η γέφυρα πάνω από τον Άραχθο, 2. Φρουροί πάνω από το ποτάμι και 3. Στα Ελληνοτουρκικά σύνορα στην Ήπειρο (Σκίτσο από τον Achille Beltrame από φωτογραφίες του ανταποκριτή μας). [Από προσωπική συλλογή]
“Ήταν ήδη Κυριακή του Πάσχα (25 Απριλίου), πριν αυτός ξεκινήσει για το ταξίδι του, και καθώς, με τις μικρές μας αποσκευές δεμένες πάνω στα ζώα, πήραμε για τα καλά το δρόμο μας προς το πραγματικό μέτωπο, οι κακοτράχαλοι δρόμοι της Άρτας ήταν φριχτοί, βαμμένοι με το αίμα από αρνιά του Πάσχα, και από όλες τις πλευρές οι στρατιώτες πυροβολούσαν στον αέρα από τη χαρά τους για την Ανάσταση. Ο πανικός της προηγούμενης μέρας είχε τελειώσει και κάτω από κάθε δέντρο πορτοκαλιάς είχαν εγκατασταθεί μικρές οικογένειες προσφύγων από την άλλη άκρη του ποταμού και ετοιμάζονταν να διακόψουν τη μεγάλη νηστεία όσο άνετα βέβαια το επέτρεπαν οι δύσκολες περιστάσεις. Αλλά τα βλέμματα όλων ήταν λυπημένα και ο ευγενικός χαιρετισμός του «Χριστός Ανέστη» σπάνια ακουγόνταν. Φτάσαμε στους Κουμζάδες χωρίς να συμβεί κάτι, και έχοντας το χωριό στα δεξιά μας, πλησιάσαμε το στενό και δύσκολο σημείο του περάσματος. Ο παλιός δρόμος εδώ γίνεται τρομερά τραχύς και απότομος. Μπαίνει σε μια άγρια περιοχή ενός πέτρινου βουνού, εντελώς γκρίζου εκτός από έναν σκονισμένο θάμνο με κίτρινα λουλούδια, που μοιάζει με μαργαρίτα, αλλά είναι έντονα αρωματικό.
Μικρά σώματα στρατού ήταν τοποθετημένα ανά διαστήματα κατά μήκος των λόφων σε επαφή μεταξύ τους – περίπου επτά χιλιάδες στρατιώτες συνολικά. Στην κορυφή του περάσματος, περίπου οκτώ με δέκα ώρες πορεία από την Άρτα, μας σταμάτησε ένας φρουρός που μας οδήγησε στον διοικητή. Μαζί του εκτός από μερικούς άλλους αξιωματικούς βρήκαμε δύο Άγγλους ανταποκριτές, που μόλις είχαν ανέβει από τους Κουμζάδες, και έστησαν μια βολική μικρή σκηνή σε μια όμορφη τοποθεσία για να κατοπτεύουν την ορεινή κοιλάδα κατά μήκος της οποίας ο δρόμος οδηγούσε προς τα Γιάννενα. Ένας Έλληνας αξιωματικός με οδήγησε σε μια πετρώδη κορυφή του βουνού και μου εξήγησε πως είχαν τα πράγματα. Από εκεί μπορούσαμε να δούμε πολλά πτώματα ανδρών διάσπαρτα στους λόφους και στις δύο πλευρές του περάσματος. Στο τέλος της κοιλάδας μπροστά βρισκόταν ένας παλιός μισογκρεμισμένος ξενώνας που νομίζω ότι οι Τούρκοι το ονομάζουν Καραβάν Σεράι. Πέρα από αυτό, μπορούσαμε να εντοπίσουμε τον ορεινό δρόμο που εισέρχονταν σε ένα άλλο στενό πέρασμα στο δρόμο του βόρεια προς τα Γιάννενα, και η σταδιακή προέλαση των Ευζώνων μας μέχρι εκείνο το κομμάτι του δρόμου καλύπτονταν από μια συστοιχία ορεινών όπλων σε ένα λόφο στα αριστερά από το Χάνι.
Δεξιά, προς έκπληξή μου, διέκρινα ξαφνικά ένα χωριό, που ο αξιωματικός μου είπε ότι ήταν ο Καρβαρσαράς. Για προστασία ήταν χτισμένο ψηλά στην πλαγιά του βουνού, στην κορυφή ενός είδους γκρεμού, και τα λιγοστά γκρίζα σπίτια του δύσκολα ξεχώριζαν από τους γκρίζους βράχους από τους οποίους είχαν χτιστεί. Αποφάσισα να αναζητήσω κατοικία εκεί μέχρι το επόμενο στάδιο της προέλασή μας στα Γιάννενα. Μετά από περίπου μία ώρα ανάβαση με τα άλογα, φτάσαμε στο μέρος, αλλά δεν βρήκαμε σχεδόν κανέναν από τους βοσκούς να έχει μείνει ακόμα εκεί. Οι περισσότεροι είχαν καταφύγει στην Άρτα ή κρύβονταν πιο ψηλά στα βουνά. Καταφέραμε να μπούμε με το ζόρι σε ένα έρημο σπίτι — ίσως το πιο σημαντικό στο χωριό, γιατί ήταν ισχυρά οχυρωμένο με έναν τοίχο είκοσι ποδιών χτισμένο γύρω από την αυλή του και έξυπνα επινοημένες πολεμίστρες για τουφέκια από το εσωτερικό κατόπτευαν προς όλες τις μεριές και προς την πόρτα και προς τα παράθυρα. Το εσωτερικό ήταν εντελώς άδειο, και με μια λεπτή αίσθηση κατοχής και μονιμότητας καταλάβαμε το γυμνό πάτωμα του επάνω δωματίου και ανάψαμε μια φωτιά από κορμούς και θάμνους στη σκοτεινή κουζίνα του κάτω ορόφου. Για τέσσερις μέρες αυτό το οχυρωμένο σπίτι ήταν το σπίτι μου, και ήταν οι τέσσερις πιο ευτυχισμένες μέρες της εκστρατείας, γιατί η νίκη φαινόταν ακόμα να είναι στα χέρια μας, και εμείς οι ίδιοι ήμασταν τώρα όσο πιο κοντά μπορούσαμε να φτάσουμε στο πιο απομακρυσμένο σημείο του μετώπου.
ΣΕ ΤΕΝΤΩΜΕΝΟ ΣΚΟΙΝΙ
Το μικρό οχυρωμένο παράθυρο του πάνω ορόφου έβλεπε βορειοδυτικά πάνω από την απότομη κατηφόρα, πέρα από το κομμάτι της επίπεδης κοιλάδας όπου βρισκόταν το παλιό χάνι του Καραβάν Σεράι με το πηγάδι του και μέχρι τον στρογγυλεμένο λόφο όπου βρισκόταν η πυροβολαρχία μας. Μπορούσαμε επίσης να δούμε ως κάποια απόσταση μέχρι το στόμιο του περάσματος από το οποίο τα στρατεύματα προχωρούσαν αργά προς τα Πέντε Πηγάδια. Πιο πέρα υψωνόταν ένα υπέροχο βουνό από γυμνό βράχο, χαραγμένο από βαθιά κανάλια και φαράγγια φτιαγμένα εξ αιτίας της δύναμης του παγετού, του χιονιού και της ζέστης. Δεν είμαι σίγουρος αν ήταν ο αρχαίος Τόμαρος ή όχι, αλλά σε κάθε περίπτωση οι βοσκοί μας είπαν ότι απ’ εκεί αντίκρυζες από ψηλά τα Γιάννινα και τη λίμνη τους. Λίγο πιο νότια από αυτό, ακριβώς κάτω από το ηλιοβασίλεμα, στέκονταν οι άγριες οροσειρές της Λάκκας, και κάπου ανάμεσα στις ψηλές κορφές τους ήταν το Σούλι, εκείνη η σκηνή του σχεδόν μυθικού ηρωισμού πριν από ογδόντα χρόνια περίπου, όταν οι γυναίκες του έδωσαν για τελευταία φορά τα χέρια στον εθνικό χορό, και μια – μια χόρευαν στην άκρη του γκρεμού και έπεφταν για να μην υπομείνουν την αγκαλιά του Τούρκου. Δεν θα μπορούσε δε κανείς να μην θυμηθεί ότι σε κάποια κοιλάδα στους πρόποδες αυτού του ρυτιδιασμένου βουνού πρωτοεμφανίστηκε η φυλή των Σπαρτιατών.
Υπήρχε μια παράξενη σιωπή σε όλη αυτή τη σκηνή, μια σιωπή βαθύτερη από τη μοναχική φωνή μιας βοσκοπούλας που κρατούσε τις κατσίκες της μαζί της ανάμεσα στους βράχους, ή το ζουζούνισμα μιας μέλισσας που αναζητούσε λουλούδια. Αλλά μέσα στη σιωπή πότε – πότε τα όπλα μας ηχούσαν καθώς από καιρό σε καιρό ένα σώμα Τούρκων εμφανιζόταν στο πέρασμα. Το απόγευμα κατέβηκα από το χωριό και ανέβηκα μέχρι την πυροβολαρχία. Ο αξιωματικός που διοικούσε το πυροβολικό μπορούσε να μιλήσει γαλλικά, και υπήρχαν και δύο Κερκυραίοι άτακτοι που είχαν πάει στο Λονδίνο και ήξεραν αρκετά καλά αγγλικά. Καθίσαμε για πολλή ώρα παρακολουθώντας ένα σώμα Ευζώνων που κρατούσε την ακραία θέση πάνω στο πέρασμα, περίπου μισό μίλι μακριά, και είχε κερδίσει περίπου εκατό γιάρδες εδάφους εκείνη τη μέρα. Δεν ξέρω τι περίεργο συναίσθημα με παρότρυνε να προχωρήσω και να ενταχθώ μαζί τους. Ο αξιωματικός με διέταξε να μην κάνω κάτι τέτοιο. «Γιατί να εκθέσετε σε κίνδυνο μια φιλελληνική ζωή;» είπε, “δεν υπάρχει κανείς για πέταμα στην Ευρώπη τώρα.” Αλλά αυτό το περίεργο μείγμα περιέργειας και κάτι άλλο που δελεάζει τους άντρες να θέσουν άσκοπα τη ζωή τους σε κίνδυνο, με οδήγησε προς τα κει.
Κατέβηκα, λοιπόν, από το λόφο της πυροβολαρχίας και ξεκίνησα την ανάβαση στο μονοπάτι προς τα πάνω το πέρασμα. Για περίπου διακόσια μέτρα όλα ήταν καλά, αλλά μετά από μια μικρή στροφή του δρόμου, εκτέθηκα σε όλες τις χαμένες σφαίρες καθώς οι Τούρκοι εξακολουθούσαν να πυροβολούν με βολίδες πάνω από την άκρη μπροστά. Ήταν η πρώτη φορά που δέχτηκα πραγματικά σοβαρά πυρά και αμέσως διαπίστωσα ότι ο «υποσυνείδητος εαυτός» μου, για τον οποίο είχε γράψει τόσο σιωπηλά ο Δρ Waldstein, διαμαρτυρήθηκε εξαγριωμένος. Καθώς οι σφαίρες βούιζαν τριγύρω μου σαν μέλισσες, προσπάθησα όσο μπορούσα να ξεπεράσω αυτόν τον κρυφό προδότη που κρύβεται μέσα μας, αλλά ήταν εντελώς αδύνατο να αποτρέψω το άγριο μου σε οποιοδήποτε θόρυβο δυνατότερο από τον συνηθισμένο. Η προσπάθεια ήταν μάλλον πιο δύσκολη γιατί ήμουν μόνος, άοπλος, και καθόλου ενθουσιασμένος. Θυμήθηκα ότι ο Γκαίτε κάτω από τα πυρά ήταν ατάραχος και απογοητεύτηκα που δεν βρήκα κάτι τέτοιο στην περίπτωσή μου. Εγώ δεν είχα κανένα έντονο συναίσθημα. Τα βουνά, ο ήλιος και τα λουλούδια έμοιαζαν ακριβώς όπως συνήθως, μόνο που με έπιασε μια ξαφνική και ακαταμάχητη στοργή για αυτά, σαν να μην άντεχα ποτέ να μην τα βλέπω πια. Θυμάμαι ότι σκέφτηκα ένα απόσπασμα στον Τζορτζ Μέρεντιθ όπου λέει ότι οι άντρες που υποθέτουν ότι έχουν κουραστεί από τη ζωή πρέπει να πάνε και να κρεμαστούν πάνω από τους γκρεμούς των Άλπεων για λίγο.
Ποτέ δεν είχα προσποιηθεί ότι ήμουν κουρασμένος από τη ζωή, αλλά εδώ ήμουν σε εξίσου ευνοϊκή κατάσταση για να ανακαλύψω την αξία της ζωής. Νομίζω ότι υπήρχαν μόνο δύο πράγματα που θα μπορούσαν να με κρατήσουν να περπατάω σταθερά προς τα εμπρός σε αυτόν τον δρόμο χωρίς κανένα εμφανές σημάδι δισταγμού, παρά τον τρόμο μου. Το ένα ήταν το συναίσθημα που είχαμε από γεννησιμιού μας εμείς οι Άγγλοι ότι κανένας μας δεν μπορούσε να δείξει φόβο όταν πολλοί ξένοι παρακολουθούσαν τη συμπεριφορά του. Το άλλο ήταν η γνώση ότι κάποιος σύντροφός μου στην πατρίδα θα είχε ανέβει σε αυτόν τον δρόμο όχι μόνο χωρίς να μαζευτεί από το φόβο του, αλλά γεμάτος χαρά για τον κίνδυνο. Ήταν αυτές οι δύο σκέψεις που συνέχιζαν να προσπαθούν να υποτάξουν τον «υποσυνείδητο εαυτό» μου και του έλεγαν να ησυχάσει. Αλλά κάθε φορά που μια σφαίρα περνούσε μπροστά μου ή έπεφτε σφυρίζοντας δίπλα μου δρόμο, το υποσυνείδητό μου διαμαρτύρονταν. Και ήταν μάταια που το καταχράστηκα, αποκαλώντας το ένα απλό ζωώδες πάθος για ύπαρξη με οποιοδήποτε τίμημα, μια «αιμοδιψή προσκόλληση στη ζωή», μια «περιφρονητική φάση της Θέλησης του Σοπενχάουερ». Δεν έβλεπα καμία κατάχρηση, αλλά το υποσυνείδητό μου συνέχισε τις κραυγές ώσπου επιτέλους έφτασα στην κορυφή του λόφου που υψώνονταν ομαλά και βρέθηκα ανάμεσα στους φιλόξενους Ευζώνους που ήταν ξαπλωμένοι εκεί κάτω από τα βράχια ως η πιο προχωρημένη γραμμή βολής μας…..” (Πηγή : SCENES IN THE THIRTY DAYS WAR BETWEEN GREECE & TURKEY – 1897, BY HENRY W. NEVINSON, London, J. M. DENT & CO. 29 and 30 BEDFORD STREET, W.C., 1898 – Μετάφραση Α. Καρρά)
Στη φωτογραφία παλιά Τουρκική κάρτα με τίτλο ” «Η επίθεση του Οθωμανικού πεζικού στον Ελληνο-Οθωμανικό Πόλεμο του 1313 (1897)». (Από προσωπική συλλογή)
Το Κουτσοκάμαρο σήμερα, ένα πέτρινο, παμπάλαιο γεφύρι, με ιστορία αιώνων, θάβεται κάτω απ’ τα μπάζα ασύδοτων τεχνικών εταιρειών. Η φωτογραφία και το σχετικό άρθρο στο λινκ που ακολουθεί είναι από το Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων του Σ. Μαντά – http://arhiogefirionipirotikon.blogspot.com/2012/02/blog-post_22.html
“……Από της 24 Ιουνίου 1881 ήρχισεν η απελευθέρωσις της περιφερείας Άρτης της Ανατολικώς του ποταμού Άραχθου. Το τμήμα Ραδοβυζίων διηρέθη εις δύο δήμους:
Τον Δήμον Ηρακλείας με πρωτεύουσαν την Σκουληκαριάν και τον Δήμον Τετραφυλίας με πρωτεύουσαν την Μπότσην..
Ο Σωτήριος Κοσσυβάκης εξακολουθεί να είναι επιβάλλουσα μορφή ανά την Χώραν εκείνην και εκλέγεται ανελλιπώς Δήμαρχος Τετραφυλίας από του 1881 έως του 1904 ότε απέθανεν. Είχε νυμφευθή θυγατέρα του Γρανίτσα εκ του χωρίου Γρανίτσα της Ευρυτανίας. Απέκτησε τέκνα τους: Γρηγόριον, Ιωάννην, Νικόλαον, Φωτεινήν, Μαριγώ, Καλλιόπην και Όλγαν.
Ο Σωτήριος Κοσσυβάκης Δήμαρχος Τετραφυλίας, έλαβε διά τας υπέρ της Δημοσίας ασφαλείας υπηρεσίας του τον Αργυρούν Σταυρόν των Ιπποτών του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος την 22 Ιανουαρίου 1889. Η οικογένεια αύτη και κατά τον πόλεμον του 1897 πρόθυμος πάντοτε προσέφερε τας υπηρεσίας προς την πατρίδα.” (Πηγή : Άρθρο του Κ. Διαμάντη στην ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τχ. 123, 1962)
Στη φωτογραφία “Το δίπλωμα του Αργυρού Σταυρού των Ιπποτών που απένειμε ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ στον Σωτήριο Κοσσυβάκη”. (Πηγή : ΟΙ ΚΟΣΣΥΒΑΚΗΔΕΣ, Χρ. Μποκογιάννης, Άρτα, 2013)
Στην φωτογραφία “Μέλη της Επιτροπής Εθνικού Αγώνος Πρεμετής, 1913. Καθισμένοι στο μέσον, αριστερά ο Ιωάννης Κοσσυβάκης (γενειοφόρος)και δεξιά ο Απόστολος Παπαγεωργίου – Φιλώτας. Όρθιοι οι οπλαρχηγοί Σολδάτος, Γρηγόριος Κοσσυβάκης κ.α.” (Πηγή : ΟΙ ΚΟΣΣΥΒΑΚΗΔΕΣ, Χρ. Μποκογιάννης, Άρτα, 2013)
“Κατά τας διηγήσεις των παλαιοτέρων το γενεαλογικόν δένδρον της οικογένειας Κοσσυβάκη έχει ως εξής: Ο Δημήτριος Ζαλοχρήστος, καταγόμενος από την περιοχήν Βάλτου, εγκατεστάθη εις το χωρίον Μπότση (σημ. Μεγαλόχαρη) του Άνω Ραδοβυζίου προτού το 1800. Απέκτησε δύο υιούς : Τον Γεώργιον και τον Παναγιώτην, οι οποίοι από μικράς ηλικίας έμειναν ορφανοί εκ πατρός και μητρός.
Το χωρίον Μπότση έκειτο άλλοτε εις την θέσιν Αγίαν Παρασκευήν, νυν Παλαιοχώρι. Κατά την ολοσχερή καταστροφήν αυτού, υπό των Τούρκων, τα δύο μικρά ορφανά είχον κρυβή εντός βάτου ως κοσσύφια και οι ειδόντες απέδωσαν εις αυτά το παρωνύμιον Κοσσυφάκη, το οποίον ακολούθως εξελίχθει φωνητικώς εις Κοσσυβάκης.
Οι παίδες ενηλικιωθέντες ανέπτυξαν πατριωτικήν δράσιν κατά των Τούρκων. Το 1803 εβοήθησαν τους υπό τους Μποτσαραίους Σουλιώτας οι οποίοι διωκόμενοι υπό των Τούρκων και Αλβανών κατέφυγον εις την Μονήν του Σέλτσου, ένθα έγινε επίθεσης υπό των εχθρών, η δε Μονή παρεδόθη διά προδοσίας…….. Έκτοτε η οικογένεια Κοσσυβάκη συνεδέθη στενώς με τους Μποτσαραίους. Τους διασωθέντας Σουλιώτας οι Κοσσυβάκηδες οδήγησαν εν μέρει εις το Σύντεκνον του Βάλτου, ένθα έτυχον περιθάλψεως από τον Καπετάν Σωτήρην. Ούτος βραδύτερον ενυμφεύθη αδελφήν των Μποτσαραίων, ο δε υιός του Γεωργίου Κοσσυβάκη, Ιωάννης, ενυμφεύθη θυγατέρα της ως άνω αδελφής των Μποτσαραίων.
Οι δύο ούτοι αδελφοί Γεώργιος και Παναγιώτης Κοσσυβάκης λόγω της πατριωτικής των δράσεως και της βοηθείας προς τους καταδιωκομένους Σουλιώτας, κατεδιώχθησαν υπό των Τούρκων και των εντοπίων φίλων των Τούρκων. Αι οικίαι των επυρπολήθησαν και η περιουσία των διηρπάγη. Ένεκα τούτου εγκατέλειψαν την γενέτειραν αυτών και κατέφυγον εις Λεβαδειάν προς το αρματολίκι του πατρός του Οδυσσέως Ανδρούτσου, ένθα έμειναν αρκετόν χρόνον. Εκεί εις το χωρίον Γκούρα ο Γεώργιος Κοσσυβάκης ενυμφεύθη θυγατέρα της οικογένειας των Ρουσιάδων, συγγενών του Ανδρούτσου. Επανελθόντες βραδύτερον ίνα εγκατασταθούν εις τα κτήματά των εύρον εκεί εγκατεστημένους κολλήγους, του υπό των Τούρκων διορισθέντος Στρατιωτικού Διοικητού Ραδοβυζίων, Ντούλα Γώγου εκ Σκουληκαριάς. Ετιμώρησαν τούτους και τους εξεδίωξαν. Εφόνευσαν δε και τον καλόγηρον της Μονής Μπότση όστις αναλαβών ίνα περιθάλψη την μικράν αδελφήν των, απεπλάνησε ταύτην. Εκ τούτου υπάρχει τοποθεσία μέχρι σήμερον ονόματι «Ο φόνος του Καλόγηρου». Διά τούτο μετέβησαν πάλιν εις το αρματολίκι του Ανδρούτσου. Ενισχυθέντες υπό αυτού με δύναμιν 100 ανδρών επέστρεψαν εις Μπότσην και εγκατεστάθησαν μονίμως. Ελθόντες δε εις σύγκρουσιν προς τον Διοικητήν των Τούρκων Ντούλα Γώγον, κατατρόπωσαν αυτόν και τον ηνάγκασαν να απαλλάξη το χωρίον των πάσης φορολογίας υπέρ αυτού και των Τούρκων και να ζητήση από τους Τούρκους να παύση η περαιτέρω καταδίωξις των Κοσσυβακαίων.
Εις τας συμπλοκάς ταύτας εφονεύθη ο Παναγιώτης Κοσσυβάκης, όστις δεν είχεν αποκτήσει τέκνα.
Ο Γεώργιος Κοσσυβάκης απέκτησεν υιούς τους: Χρήστον, Κων)τίνον, Ανδρέαν και Ιωάννην. Οι τέσσαρες ούτοι αδελφοί εδημιούργησαν μεγάλην περιουσίαν εκ ποιμνίων και ηγόρασαν το Τσιφλίκι από τον Χασάν Μάλλιο.
Ο Χρηστός Κοσσυβάκης, απέκτησεν υιούς τους : Νικόλαον, Γεώργιον, Λάμπρον, Ιωάννην, Δημήτριον και Ευάγγελον.
Ο Κων)νος Κοσσυβάκης απέκτησεν υιούς τους: Νικόλαον, Δημήτριον και Γεώργιον.
Ο Ανδρέας Κοσσυβάκης απέκτησεν υιούς τους: Γεώργιον, Νικόλαον και Σπυρίδωνα.
Ο Ιωάννης Κοσσυβάκης, ως είπομεν ανωτέρω ενυμφεύθη θυγατέρα της αδελφής των Μποτσαραίων. Ήτο ο ικανότερος εκ των αδελφών και φέρεται ως αρχηγός των επαναστάσεων του Ραδοβυζίου του 1854 και 1866. Απέκτησεν υιούς τους : Δημήτριον, Γρηγόριον καί Σωτήριον. Εκ τούτων ο Δημήτριος απέθανεν εις ηλικίαν 20 ετών. Ο Σωτήριος αναπτύσσει εξαιρετικήν δράσιν και ηγείται ολοκλήρου της οικογένειας. Κατά την επανάστασιν του 1878 διεδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλον. Κατά την ως άνω περίοδον οι Τούρκοι συνέλαβον τον θείον του Ανδρέαν Κοσσυβάκην και τον εθανάτωσαν διά θραύσεως των οστών εις Ιωάννινα…….”(συνεχίζεται) [Πηγή : Άρθρο του Κ. Διαμάντη στην ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τχ. 123, 1962]
Στη φωτογραφία η επιστολή που έστειλε ο Μαυροκορδάτος προς τον Γεώργιον Κοσσυβάκην από τον Ιούνιο του 1824, η οποία σώζεται σε φάκελο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Η επιστολή έχει ως εξής :
«Προς τον γενναίον Κοσιβάκην
Από τον καπετάν Κώσταν Οικονόμου πληροφορούμαι τον πατριωτισμόν σου και την προθυμίαν σου διά την σωτηρίαν της πατρίδος. Επειδή ο ρηθείς διωρίσθη αρχηγός των αρμάτων του Ραδοβυζίου, θέλεις αγωνισθεί μαζί του με τον συνήθη σου ζήλον προσφέρων τας στρατιωτικάς σου υπηρεσίας και να είσαι βέβαιος ότι η διοίκησις η οποία προσέχει και τας εκδουλεύσεις του καθ’ ενός, θέλει σε ανταμείψει κατ’ αξίαν των έργων σου και η πατρίς θέλει σε κηρύξει εν καιρώ τέκνον της γνήσιον.
Μεσολόγγιον 24 Ιουνίου 1824, Αλ. Μαυροκορδάτος». (Πηγή : Από το εξαιρετικό βιβλίο του Χρυσόστομου Μποκογιάννη με τίτλο ΟΙ ΚΟΣΣΥΒΑΚΗΔΕΣ, Άρτα, 2013, που μας το παραχώρησε δωρεάν και τον ευχαριστούμε θερμά)
“…..Τα εργαλεία της δουλειάς του ήταν : φαλτσέτα (μαχαίρι κοφτερό), σφυράκι (για κάρφωμα), τανάλια – κόφτης (για τις πρόκες), μασιάτι για τρόχισμα, αμόνι σιδερένιο (για κάρφωμα των τακουνιών και της σόλας), λιμάκι για τρόχισμα, πρόκες (τσαγκαροβελόνες), ξυλόπροκες, πεταλάκια, κόλλα (δερματόκολλα), τσιρίσι (κόλλα κατασκευασμένη από αλεύρι βρασμένο και στύψη), καραμπογιά, χοντρές κλώνες (παπουτσόκλωνες), γνήσιο κερί από μέλισσες για να κερώνουν τις κλωστές, παλιά δερμάτινη ποδιά, μαστέλο (ξύλινο δοχείο για νερό), καλαπόδια (διάφορων μεγεθών), φόλες (κομμάτια δέρματος για μπάλωμα), σουβλιά, κατόχι, καμινέτο.
Από τότε που τα παπούτσια άρχισαν να βγαίνουν μαζικά στην αγορά και η τιμή τους έγινε προσιτή για το πλατύ κοινό, μπήκε στο περιθώριο ο μπαλωματής. Ο δυνατός ήχος που έβγαινε από το σφυρί του τσαγκάρη, καθώς χτυπούσε τις σόλες πάνω στο αμόνι ή καθώς κάρφωνε τις πρόκες ή τα πεταλάκια, δεν ακούγεται πιά…..” (Πηγή : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004)
Στη φωτογραφία με την ποδιά ο Χρίστος Ρίγγας*, τσαγκάρης, πατέρας του Θόδωρου, Νικόλαου και Μάχου Ρίγγα και σύζυγος της θρυλικής αντιστασιακής Ρίγγενας, την δεκαετία του ’30. (Φωτο από αρχείο Πηνελόπης Τ. Ρίγγα που για μια ακόμη φορά την ευχαριστούμε που μας παραχώρησε το αρχείο της με πολύτιμες φωτογραφίες….
*Για την οικογένεια Ρίγγα υπάρχουν αρκετές αναρτήσεις που μπορείτε να αναζητήσετε….
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.