Μια βόλτα στην Άρτα στις αρχές της δεκαετίας του ‘30 (α’ μέρος)

“Κυριακή βράδυ στην Άρτα μοιάζει σαν να είσαι σε καμμιά απόμακρη αθηναϊκή συνοικία που βλέπεις τους κατοίκους να φορούν τα γιορτινά τους και κατά οικογένειες ή μικρές παρέες να κάνουν βόλτες στον κεντρικό δρόμο ή να κάθονται σε κανένα κέντρο να πιούν κάτι για δρόσισμα, ενώ οι μικροί γαβριάδες, άλλος με στεφάνι, άλλος με τόπι και καθένας τους με το παιγνίδι του, να τρέχουν εδώ κι εκεί παίζοντας. Όμοια κι απαράλλαχτα και στην Άρτα.

Στο κέντρο πούναι στην πλατεία Σκουφά συγκεντρώνεται ο πιο καλός κόσμος κάθε βράδυ μετά τις οχτώ για να ακούσει λίγο τραγούδι και να σκοτώσει την ώρα του πίνοντας κι από κανένα ούζο. Η μικρή πλατεία είναι γεμάτη βότσαλα και μικρές πετρίτσες και σ’ αυτήν κάνουν βόλτα όσοι κουράστηκαν να κάθονται.

Στην ανατολική είσοδο της πόλης είναι ένα άλλο εξοχικό κέντρο, ο καφενές του Διαμάντη. Εκεί τα βράδυα μαζεύεται ο δευτερότερος κόσμος, οι εργατικοί, τίποτε βλάχοι και χωριάτες. Ο επιχειρηματίας έχει φέρει τώρα τελευταία τρία χαριτωμένα κορίτσια, ντυμένα με άσπρες μπλούζες και μπλε φούστες. Παίζουν όλες μαντολίνο και τραγουδούν καλά με συνοδεία πιάνου διάφορα ελληνικά τραγούδια και κομμάτια από τις τελευταίες επιθεωρήσεις.

Την άλλη μέρα ξημερώνει Δευτέρα και όλοι ετοιμάζονται για τις δουλειές τους. Ο μπακάλης ετοιμάζει το μαγαζί του και ο χαντζής το χάνι του γιατί η κίνηση αρχίζει στην πόλη μόλις γλυκοχαράζει και πριν ο ήλιος χρυσίσει με τις πρωινές ακτίνες του τις πανύψηλες κορυφές των Τζουμέρκων που μεγαλόπρεπες στέκονται προς τα βορειοανατολικά μας. Μαζί τους φέρνουν λογής – λογής προϊόντα : κότες, αυγά, καρπούζια, πεπόνια, ροδάκινα, σταφύλια και που και που κανένα φόρτωμα ξύλα. Μόλις ξεπουλήσουν, αγοράζουν ό,τι τους είναι αναγκαίο, δένουν τα υπόλοιπα στο μαντήλι και δρόμο πάλι για το χωριό.

Η κίνησις της αγοράς μόνον τη Δευτέρα και την Πέμπτη ζωηρεύει λιγάκι. Τις άλλες μέρες μια μεγάλη νέκρα απλώνεται σ’ όλα τα μαγαζιά της πόλεως. Και σ’ αυτήν την κεντρική οδό, η Άρτα παρουσιάζει όψιν Τουρκοπόλεως. Τα σπίτια της είναι παλαιά και μικρά, με μικρές πόρτες, μικρά παράθυρα, διατηρούν ακόμα τα παμπάλαια χαγιάτια και τους ιστορικούς οντάδες. Διασχίζεται από ακανόνιστα σοκάκια που μέσα σ’ αυτά εύκολα μπορεί να χαθεί κανείς. Είναι ζήτημα αν υπάρχουν λίγα καλοφκιασμένα και καινούργια σπίτια…..” [Άρθρο του Κ. Β. Σταμάτη την 1 Νοεμβρίου 1934, σε εφημερίδα της εποχής] (Συνεχίζεται)

Στη φωτογραφία “Μερική άποψη της Άρτας το 1930” (Πηγή : Λεύκωμα ΠΡΟΤΑΣΗ, Άρτα, 1999)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Ιωάννινα 1956

8η Μεραρχία – 1956. Δεξιά ο Άσσος του ΑΤΡΟΜΗΤΟΥ & Π.Α.Σ. Κώστας Παπακοσμάς (1ος στα 100- Μήκος – 4χ100). Δεύτερος ο Δημήτρης Μπέκας (ΑΕΤΟΣ & ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ) [Φωτο από αρχείο Δ. Μπέκα – Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Αετού | Σχολιάστε

Ο Κάμπος της Άρτας

Μια πολύ όμορφη φωτογραφία του κάμπου της Άρτας, σαν πίνακας ζωγραφικής (άνευ ημερομηνίας), που εντοπίσαμε στη συλλογή Virginia Tech – Ancient Greece. (Πηγή : https://library.artstor.org/

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά στον Κάμπο της Άρτας | Σχολιάστε

Ηρώον Καλπακίου Ηπείρου

«Τη φωτογραφία αυτή τη βάζω, διότι αυτού ακριβώς επολέμησε το 40 Σύνταγμα Ευζώνων εις το οποίον υπηρετούσαν οι χωριανοί. Και εις το Καλπάκι, πριν η συμπληρωθή η επιστράτευσις του 1940, ο φασιστικός στρατός της Ιταλίας ενικήθη εκεί μόνο από την VIII Μεραρχίαν». Η φωτογραφία και το σχόλιο είναι από το “ΠΑΝΘΕΟΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΟΙ, 1952”, που βρίσκεται στο Μουσείο των Μελισσουργών, όπως δημοσιεύτηκε στο “ΧΡΟΝΙΚΟΝ του χωριού Μελισσουργοί”, Επιμέλεια Τ.Δ. Μπανιάς & Α.Σ. Ρίζος, Αθήνα, 2023.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Δημήτριος Β. Γκίζας – Αεροπόρος

«Υπηρέτησεν εις την Ελληνικήν και Συμμαχικήν Αεροπορίαν εν Μέση Ανατολή. Απωλέσθη πνιγείς με το αεροπλάνο του εις την Μεσόγειον κατά τας επιχειρήσεις του έτους 1943. Αιωνία η μνήμη». Η φωτογραφία και το σχόλιο είναι από το “ΠΑΝΘΕΟΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΟΙ, 1952”, που βρίσκεται στο Μουσείο των Μελισσουργών, όπως δημοσιεύτηκε στο “ΧΡΟΝΙΚΟΝ του χωριού Μελισσουργοί”, Επιμέλεια Τ.Δ. Μπανιάς & Α.Σ. Ρίζος, Αθήνα, 2023.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Κώστας Χ. Βάσσης – Πυγμάχος

«Πρωτοπυγμάχος Μέσων Βαρών, αγωνισθείς στην Ευρώπη, Αμερική, Αίγυπτο και Νότιο Αφρική με ξένους διεθνείς πυγμάχους, τιμήσας τα Ελληνικά χρώματα.

Γεννήθηκε στους Μελισσουργούς το 1910, από μάννα και πατέρα Μελισσουργιώτες. Η μητέρα του ήταν η Θεοδώρα Χ. Μπανιά». Η φωτογραφία και το σχόλιο είναι από το “ΠΑΝΘΕΟΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΟΙ, 1952”, που βρίσκεται στο Μουσείο των Μελισσουργών, όπως δημοσιεύτηκε στο “ΧΡΟΝΙΚΟΝ του χωριού Μελισσουργοί”, Επιμέλεια Τ.Δ. Μπανιάς & Α.Σ. Ρίζος, Αθήνα, 2023.

Μπορείτε να διαβάσετε σχετικά και στο λινκ https://doxesdespotatou.com/antonis-christoforidis/

Δημοσιεύθηκε στη Αθλητικές Εκδηλώσεις | Σχολιάστε

Το Γυμνάσιο Άρτης

Tο Γυμνάσιο Άρτης σε μια από τις ελάχιστες φωτογραφίες από τη δεκαετία του 1930. Η φωτογραφία είναι του Μητσιάνη από το Αρχείο Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών. (Πηγή : ΓΑΚ, Κ.Υ.)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

Ημιγυμνάσιο Αγνάντων, 1938

02 – 06 – 1938 : Όλοι οι μαθητές του Ημιγυμνασίου Αγνάντων με τους καθηγητές τους Πριόβολο και Φαρδέλλα. (Φωτο από αρχείο Γ.Β. Παπαγεωργίου όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΓΝΑΝΤΩΝ, Χ. Α. Τούμπουρος, Αθήνα. 2009)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

Γυμνάσιο Άρτης 1930 – 33

Ελισάβετ Ριγανέλλα, Άσπα Σέρρη, Ναυσικά Μαρκαμπέλα, Τζένη Διαμαντή, Ελευθερία Πάνου (δασκάλα), Μερόπη Πρίντζου, Σοφία Σιμιτζή, Αυγή Καλυβιώτη, Αδελφές Αγγελική (Κική) & Αγνή Κομπορόζου, Αρετή Νικολοπούλου, Μιχάλης Παπαδόπουλος (ο Περάνθης), Κων/νος Γεωργούλας, Γρηγόρης Νάκος (φιλόλογος).

Μαθηματικοί : Αιμίλιος Ψαθάς, Νίκος Θάνος, Σπυρίδων Μάγγος

Φυσικοί : Χαράλαμπος Σαλούρος , Γεώργιος Τζώρτζης (Γεωπόνος)

Νομικοί : Παναγιώτης Στρεβίνας (Π.Α.Ο.Α.), Αλέξανδρος Νικολός

Δάσκαλοι : Γεώργιος Καζατζόγλου (Π.Α.Ο.Α.), Κων/νος Γιαννακός (Π.Α.Ο.Α.), Λάμπρος Καράμπαλης, Δημήτριος Ζορμπάς, Ευθύμιος Καλαμπόκης, Γεώργιος Καραβασίλης

Γιατροί : Δημήτριος Λέκος (παθολόγος), Γεώργιος Τσαμπούλας (παιδίατρος), Δημήτριος Βάρδιας (παθολόγος), Χρήστος (Τάκης) Ζαχαρής (οδοντίατρος)

Αξιωματικοί : Δημήτριος Β. Γκίζας  (σμηναγός, έπεσε στις 2-2-41), Γεώργιος Πίτσιλης (ταξίαρχος Π/Ζ), Κων/νος Σαλούρος (ταξίαρχος)

Επίσης οι :  Αλέκος Καρατζένης  (ιατρός), Δημήτριος Παπαμήτσος (Π.Α.Ο.Α.), Τάκης Παπακίτσος, Σπύρίδων Κοτσαρίδας,  Γεώργιος Ντέτσικας, Χρήστος Κουτσούμπας, Γεράσιμος Τρομπούκης (Διευθυντής Ο.Τ.Ε.), Γρηγόρης Βαφιάς & Ντίνος Χ. Δημόπουλος (Θεατράνθρωποι), Δημήτριος Καραϊσκάκης (Νομικός, Υφυπ. Βιομηχ. 1975 – 1981), Παναγιώτης Γεωργόπουλος (Α.Σ.Ο.Ε.Ε.) [Φωτο &Παρουσίαση Κ. Μπανιάς]

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

O πρώτος δάσκαλος…..

“…….Όταν σε κάμποσο διάστημα ήρθε η εποχή να με στείλουν στο δάσκαλο, δεν ήθελα να πάω στην αρχή. Δάσκαλό μου θα είχα τον ίδιο τον Καράμπαλη, γιατί από έλλειψη δικού μας θα πήγαινα στο διπλανό χωριό, που το σκολειό του δεν ήταν και τόσο μακριά απ’ το σπίτι μου. Με χίλια βάσανα με κατάφεραν να πάω, γιατί φοβόμουν το δάσκαλο, φοβόμουν τα σκυλιά στο δρόμο, φοβόμουν και το λόγγο που θα περνούσα. Κι αν δέχτηκα, ήταν γιατί θα ’χα συντροφιά τη Λάμπρω της Ζωίτσας, πρώτη μου ξαδέρφη που θα έμενε στο σπίτι μας, επειδή το δικό της βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση για να πηγαινοέρχεται. Κι ήταν τότε η πρώτη κοπέλα που αποφάσιζε να πάει σε σκολειό και μάλιστα σε ξένο χωριό. Η παρακίνηση ίσως να προερχόταν απ’ τον πατέρα μου, γιατί ο δικός της έλειπε τότε στα ξένα.
Η Λάμπρω, μεγαλύτερή μου στα χρόνια, ήταν και πιο προχωρημένη στα γράμματα. Εγώ, με όλη την προπαίδεια του πατέρα μου (που ταξιδεύονταν κι αυτός κατά διαλείμματα) θ’ ακολουθούσα τη μικρότερη τάξη: την πρώτη κατωτέρα.
Από τότε λοιπόν ξυπνάγαμε μπονόρα, παίρναμε το μεσημεριανό μαζί μας, τρώγοντας και κατιτί, για να μη «μας έρθει νέκρα» ως τότε, και ξεκινάγαμε μαζί με τη Λάμπρω περνώντας ρούγες και κουλούρια και δασότοπο, ώσπου να φτάσουμε πέρα στο σχολειό.
Το σκολειό δεν ήταν άλλο από ένα χαγιάτι εκκλησιάς. Δε θυμάμαι πια αν είχαν καθόλου θρανία, μα εμείς οι μικροί καθόμασταν απόξω στα πεζούλια και χαζεύαμε. Κανένας δεν ασχολούνταν μ’ εμάς, ο δάσκαλος δε μας έδινε καμιά σημασία. Ούτε μας διάβαζε, ούτε μας έβγαζε μάθημα. Θαρρώ μάλιστα που ούτε μας είχε καθόλου στο λογαριασμό του, δηλαδή περασμένους στον κατάλογο, που δεν εκφωνούνταν ποτέ. Καμιά φορά περνούσε από κοντά μας κανένας μεγάλος (και σ’ εκείνη την ηλικία η διαφορά των ετών δείχνει τεράστια) για να μας πετάξει κάνα πείραγμα απ’ το ύψος του αναστήματός του:
― Τι κάνετ’ αυτού, μωρέ κουκουτσέλια;
Και ήμασταν αλήθεια σαν αλάλητα κοτόπουλα, προορισμένοι να θαυμάζουμε τα παιγνίδια των μεγάλων, τα τρεξίματα και τα κυνηγητά τους, που αυτοί σαν αληθινοί κοκόροι με γενναίο λειρί έδιναν μάχες μεταξύ τους και παράβγαιναν ο ένας με τον άλλον σε θαρραλέους αγώνες. Εμείς ζαρώναμε στην άκρη μας και τους κοιτάζαμε μ’ ανοιχτό το στόμα.
Κοιτάζαμε το Σταύρο του Λαμπράκη Χήρα, πρατάρη απάνω στο βουνό, που του φώναζαν οι συνομήλικοί του «τσαπ! τσαπ!», σα να ’ταν τσάπος, τράγος μαθές κι όχι μαθητής, πώς ανέβαινε τα σκαλοπάτια στην άκρη των ποδιών του, κρυφοτήραγε από τα σπασμένα τζάμια στον οντά, να ιδεί αν ξύπνησε ο δάσκαλος απ’ το μεσημεριανό ύπνο και του έριχνε πετραδάκια κρυμμένος, να τον ξαφνιάσει στον ύπνο του, ενώ κι ο ίδιος κι όλοι οι άλλοι από κάτω, ηθικοί συνένοχοί του, ήταν έτοιμοι να το βάλουν στα ποδάρια με αλαλαγμούς.
Έτσι περνούσαν οι μέρες μας, με χωρατά πιο πολύ, παρά με μαθήματα.
Θυμάμαι κάποτε που ήμασταν απόξω στη λάκκα, κοντά στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, εκεί που γινόταν ο χορός και το πανηγύρι κάθε Αηλιός, αφού ψελνόταν την πρώτη μέρα η λειτουργία απάνω στο βουνό. Είχε γίνει κάποια φασαρία κι ο δάσκαλος βγήκε να μαλώσει, να «μπατσαλιάσει» το πολύ, το Γληγόρη Κωσταγιώργο, παλικαρόπουλο απ’ το μαχαλά μας, που είχε δείρει έναν άλλον. Μα καθώς έτρεξε ο Καράμπαλης να πιάσει τον ένοχο, κάπως έκαν’ εκεί στο χλοϊσμένο γλιστερό χώμα και γλιστράει άξαφνα και πέφτει καταγής. Βάνουν τα γέλια τα παιδιά, ο δάσκαλος σκυλιάζει απ’ το κακό του.
― Πού θα μου πας, έλα δω! φοβερίζει το Γληγόρη, καθώς πολεμάει να σηκωθεί λασπωμένος.
Μα εκείνος δεν είναι κουτός να κάτσει να πιαστεί, για να τον κλείσει ο Καράμπαλης στη φυλακή του.
Με τις αλαφρές σεγκουνούλες του (γιατί ντυνόταν από τώρα σα βλαχάκι), με τις σβέλτες πατούσες του που δεν τις βάραινε από κάτω ποδεσιά, ρίχνοντας πίσω μια ύστερη ματιά και βλέποντας πώς είχε καταντήσει το δάσκαλο άθελά του, περήφανος εξάλλου για να δεχτεί μετάνοια και τιμωρία, έβαλε όλη του τη φόρα, γίνηκε άνεμος, έβγαλε φτερά και στάθηκε μόνο πέρα στο κονάκι του, ίσως κιόλας ούτ’ εκεί, παρά ψηλά στην Τζούμα, να πιάσει από τα τώρα το κλαρί, να κάμει γιατάκι το γράβο, εκεί που ηχούσαν πρόσχαρα τα κυπροκούδουνα απ’ τα γιδοπρόβατά του.
― Έχετε γεια, γράμματα, ψηφιά του διατάνου! Δε θα σκάσουμ΄εμείς τη χολή μας, δε θα το πάρουμε κρυφό μαράζι.
Τσοπανάκος ήμουνα, φλογερίτσα λάλαγα…” (Πηγή : ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Γ. Κοτζιούλας, https://www.sarantakos.com/)

Στη φωτογραφία ” Μαθητές Β’ τάξης του Σχολαρχείου Άρτης, 1904 – 1905. Ο δεύτερος αριστερά από τους καθιστούς έιναι ο Κων/νος Ι. Ράμμος από την Άνω Πέτρα (Πηγή : Η ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΑΝΩ ΠΕΤΡΑ ΑΡΤΗΣ, Β. Παπαποστόλου, Αθήνα, 2008)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε