Βουργαρέλι, 1943

Η οικία του ιατρού Αναγνώστου στο Βουργαρέλι όπου στεγαζόταν το αρχηγείο του Στρατηγού Ν. Ζέρβα και όπου η ελληνικη σημαία κυμάτιζε ελεύθερη. Στο μπαλκόνι η Κούλα Λαλάκου, αδελφή του Ν. Ζέρβα. (Πηγή : : 9 ΧΡΟΝΙΑ & 9 ΜΗΝΕΣ, Ι. Π. Γεωργακόπουλος, Αθήνα, 2025)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Στρατηγός Παναγιώτης Νάσης

Ο Παναγιώτης Νάσης γεννήθηκε το 1889 στη Φτέρη Άρτας, ένα χωριό που βρίσκεται στις όχθες του Άραχθου ποταμού. Τέλειωσε το δημοτικό σχολείο στο Τραπεζάκι Άρτας, πήγε στο Σχολαρχείο στα Άγναντα και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Άρτα.

Ο πατέρας του, Αθανάσιος Νάσης, ήθελε ο γιος του να γίνει γιατρός και γι’ αυτό τον έγραψε στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας. Ο νεαρός φοιτητής παρακολούθησε τα μαθήματα μερικούς μήνες και στη συνέχεια γράφτηκε στη Νομική, από την οποία αποφοίτησε, χωρίς όμως να ακολουθήσει τη δικηγορία. Ούτε η ιατρική, ούτε η δικηγορία, που μπορούσαν να του εξασφαλίσουν μια άνετη και πλούσια ζωή, τον συγκίνησαν.

Κληρωτός του 1910, κατατάσσεται στο στρατό ξηράς (Πεζικό), γίνεται έφεδρος αξιωματικός και μονιμοποιείται εξ εφέδρων. Την δεκαετία 1912-1922 βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των πεδίων των μαχών. Παίρνει μέρος σε πολλές μάχες κατά των Τούρκων και Βούλγαρων, όπως στη νικηφόρα μάχη του Κιλκίς – Λαχανά κατά των Βούλγαρων, τον Ιούνη του 1913, κατά τη διάρκεια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου.

Με το βαθμό του λοχαγού πήρε μέρος στη μικρασιατική εκστρατεία. Τον Αύγουστο του 1921 τραυματίζεται σοβαρά στο λαιμό στη μάχη κατά των Τούρκων στο Σαγγάριο ποταμό. Νοσηλεύεται για ένα διάστημα και στη συνέχεια επιστρέφει στο μέτωπο. Ανακλήθηκε το 1927 με το βαθμό του ταγματάρχη και σαν συνταγματάρχης υπηρέτησε σε μια σειρά συντάγματα Πεζικού. Στα διαστήματα ειρήνης φοίτησε στη Σχολή Εφαρμογής του Πεζικού. Μένει στρατιωτικός ως το 1938, οπότε αποστρατεύτηκε με το βαθμό του υποστρατήγου.

Ο Παναγιώτης Νάσης παντρεύτηκε την Αγγελικούλα (Αγγελική) Δημητρίου Παππά, από τη Χώσεψη Άρτας (σημερινή ονομασία Κυψέλη), τόπο όπου θα ζήσουν στη συνέχεια, μετά τον πόλεμο. …..

Η κήρυξη του πολέμου βρίσκει τον στρατηγό Νάση συνταξιούχο στη Χώσεψη. Η κόρη του διηγείται ότι στις 29 του Οκτώβρη 1940 ο στρατηγός φτάνει με τα πόδια στα Γιάννενα, παρουσιάζεται στον στρατηγό Κατσιμήτρο, διοικητή τότε της 8ης  Μεραρχίας και θέτει τις δυνάμεις, τις γνώσεις και τις ικανότητές του στην υπηρεσία της πατρίδας, με τη φράση «Είμαι παρών, αν θέλουν ας με χρησιμοποιήσουν». Το μεταξικό καθεστώς δεν τον δέχεται στο στράτευμα λόγω των δημοκρατικών του φρονημάτων και ο Νάσης επιστρέφει στη Χώσεψη.

Στις 29 Μαρτίου, αφού έλαβε μέρος σαν παρατηρητής στην Α’ Συνδιάσκεψη Ανταρτών, προσχώρησε στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Ο στρατηγός Νάσης θα αναλάβει διοικητής της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, από το καλοκαίρι του 1943 ως το Δεκέμβρη του 1943, πριν από τον στρατηγό Γεράσιμο Αυγερόπουλο. Τον Απρίλιο του 1944 αναλαμβάνει Διοικητής της Εθνικής Πολιτοφυλακής και παραμένει στη θέση αυτή μέχρι τον Φλεβάρη του 1945….(Πηγή : https://www.katiousa.gr/)

(Πηγή φωτογραφίας : ΜΝΗΜΕΣ ΑΙΩΝΩΝ, Βασίλης Σφαλτός, Άρτα, 1997)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Η Α’ Συνδιάσκεψη του ΕΛΑΣ στα Πιστιανά Παλαιάς Ελλάδος

Στις 29 Μαρτίου 1943 πραγματοποιήθηκε στα Πιστιανά Παλαιάς Ελλάδας η Α΄ Συνδιάσκεψη των ανταρτών της Ηπείρου, η πρώτη οργανωμένη σύσκεψη πολιτικών και στρατιωτικών στελεχών του ΕΛΑΣ στην περιοχή. Στόχος της ήταν ο συντονισμός της ένοπλης δράσης, η οργανωτική συγκρότηση του αντάρτικου και η χάραξη ενιαίας κατεύθυνσης για την ανάπτυξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στην Ήπειρο. Αν και συχνά χαρακτηρίζεται ως πανηπειρωτική, στην πράξη επρόκειτο για σύσκεψη καθοδήγησης με σαφή πολιτικοστρατιωτικό προσανατολισμό.

Ιδιαίτερη και καθοριστική σημασία είχε, όπως τονίζεται στη σελίδα 12, η παρουσία και η άμεση προσχώρηση του στρατηγού Παναγιώτη Νάση στον ΕΛΑΣ. Η συμμετοχή του, έστω και αρχικά με την ιδιότητα του παρατηρητή, και η δήλωσή του ότι προσχωρεί στο αντάρτικο και προσφέρει τις στρατιωτικές του γνώσεις, προσέδωσαν τεράστιο κύρος στη συνδιάσκεψη και στη δράση του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο. Ο Κουτσούκαλης επισημαίνει ότι η προσχώρηση αυτή έδωσε νέα διάσταση και ισχυρή νομιμοποιητική βάση όχι μόνο στον ΕΛΑΣ, αλλά συνολικά στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της περιοχής.

Παράλληλα, στη συνδιάσκεψη συμμετείχαν εκπρόσωποι από διάφορες περιοχές της Ηπείρου, γεγονός που ενίσχυσε την προσπάθεια ενοποίησης της αντάρτικης δράσης. Ωστόσο, ο συγγραφέας ασκεί έντονη κριτική στο πνεύμα με το οποίο διεξήχθη η διαδικασία. Η κυρίαρχη εισήγηση του τότε γραμματέα του γραφείου περιοχής Ηπείρου  Κώστα Γουλιμάνη (Νίκος Γεωργιάδης), στηρίχθηκε στη μεταφορά εμπειριών από άλλες περιοχές, χωρίς επαρκή προσαρμογή στις ιδιαίτερες συνθήκες της Ηπείρου. Ο λόγος της καθοδήγησης χαρακτηρίστηκε από δογματισμό, αυστηρότητα και έλλειψη ουσιαστικού διαλόγου.

Κατά τον Κουτσούκαλη, είναι εσφαλμένη η άποψη ότι η συνδιάσκεψη υπήρξε δημιουργική και ενωτική. Αντίθετα, θεωρεί ότι επέβαλε μια μονοδιάστατη πολιτική και στρατιωτική κατεύθυνση. Στελέχη με πιο ακραίες αντιλήψεις ενισχύθηκαν, ενώ όσοι διαφωνούσαν εξέφρασαν τις απόψεις τους διστακτικά ή σιώπησαν. Η υπερβολική κομματική πειθαρχία και η άκριτη υποταγή στην ανώτερη καθοδήγηση εκτιμάται ότι περιόρισαν την αυτονομία της τοπικής εμπειρίας και έβλαψαν τη συνολική ανάπτυξη του κινήματος.

Η συνδιάσκεψη κατέληξε στην ίδρυση του Στρατηγείου Ηπείρου του ΕΛΑΣ και στη συγκρότηση τοπικών αρχηγείων, που αποτέλεσαν τη βάση της μετέπειτα στρατιωτικής οργάνωσης. Παρά ταύτα, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι οι επιλογές προσώπων δεν έγιναν με αυστηρά αξιοκρατικά κριτήρια, αλλά επηρεάστηκαν από πολιτικούς συσχετισμούς και υποκειμενικές εκτιμήσεις.

Τέλος, σημειώνεται ότι την ίδια περίοδο ιδρύθηκε και το αρχηγείο του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο, γεγονός που καταδεικνύει τη διαμόρφωση παράλληλων αντιστασιακών κέντρων. Η συνύπαρξη αυτή προϊδεάζει για τις πολιτικοστρατιωτικές εντάσεις που θα ακολουθήσουν και θα επηρεάσουν καθοριστικά την πορεία της Αντίστασης στην περιοχή. (Περίληψη απο το βιβλίο του Αλέκου Κουτσούκαλη,«Η Εθνική Αντίσταση του Νομού Άρτας (1940–1945)», Τόμος Β΄, Εκδ. ΙΩΛΚΟΣ, σελ 11 – 14)

Στη φωτογραφία : 9 Μαρτίου 1943 – Οι πρώτοι αντάρτες του Αρχηγείου του ΕΛΑΣ στα Υψώματα Τετρακώμου. Διακρίνονται τέταρτος από τα αριστερά ο Γιάννης Αράπης (Καπετάν Αραχθυνός) με υψωμένο το χέρι και όγδοος ο Γ. Αναγνωστάκης. Οι υπόλοιποι δυστυχώς άγνωστοι. (Φωτο & σχόλιο : 40 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΕΛΑΣ, Γ. Αναγνωστάκης, Αθήνα, 1980)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Τι ήταν τελικά το οθωμανικό Tapu;

Όποιος έχει ασχοληθεί έστω και λίγο με την οθωμανική περίοδο, το έχει συναντήσει.
Σε παλιά έγγραφα, σε αφηγήσεις παππούδων, σε αρχεία και συμβόλαια, εμφανίζεται ξανά και ξανά η λέξη tapu. Συνήθως τη μεταφράζουμε εύκολα: «τίτλος ιδιοκτησίας». Όμως η αλήθεια είναι πιο σύνθετη – και πιο ενδιαφέρουσα.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η γη δεν αντιμετωπιζόταν όπως σήμερα. Το κράτος θεωρούσε ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανήκε σε αυτό. Οι άνθρωποι μπορούσαν να τη δουλεύουν, να τη μεταβιβάζουν στα παιδιά τους, να την εκμεταλλεύονται, αλλά όχι πάντα να τη θεωρούν δική τους με την απόλυτη έννοια. Το tapu γεννήθηκε ακριβώς μέσα σε αυτή τη λογική: ως έγγραφο που πιστοποιούσε ότι το κράτος αναγνώριζε σε κάποιον ένα συγκεκριμένο δικαίωμα πάνω σε μια συγκεκριμένη γη.

Και εδώ βρίσκεται η παρεξήγηση. Το tapu δεν σήμαινε πάντα ιδιοκτησία, όπως την καταλαβαίνουμε σήμερα. Πολύ συχνά σήμαινε κάτι διαφορετικό: ότι κάποιος είχε το δικαίωμα να καλλιεργεί ή να χρησιμοποιεί τη γη, να τη μεταβιβάσει στα παιδιά του, αλλά με την προϋπόθεση ότι η γη παρέμενε – τυπικά – κρατική. Αυτό ήταν το συνηθέστερο καθεστώς στην ύπαιθρο.

Υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις πραγματικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας, κυρίως μέσα στις πόλεις: σπίτια, καταστήματα, μικρά οικόπεδα. Εκεί το tapu πλησίαζε πολύ περισσότερο τον σύγχρονο τίτλο ιδιοκτησίας. Όμως αυτές οι περιπτώσεις δεν ήταν ο κανόνας.

Το ερώτημα που τίθεται συχνά είναι αν μπορούσαν οι Έλληνες – οι χριστιανοί υπήκοοι της αυτοκρατορίας – να έχουν τέτοια έγγραφα. Η απάντηση είναι ναι. Ήδη πριν από τον 19ο αιώνα μπορούσαν να κατέχουν tapu, αλλά κατά τη διάρκεια των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ η διαδικασία έγινε πιο συστηματική και πιο «επίσημη». Με τον Νόμο Γαιών του 1858, το κράτος προσπάθησε να καταγράψει τη γη, τους κατόχους της και τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Από εκείνη την περίοδο και μετά, τα tapu πολλαπλασιάζονται στα αρχεία.

Κι όμως, παρά το δικαίωμα, πολλοί άνθρωποι δίσταζαν να δηλώσουν τη γη τους. Ένα επίσημο χαρτί σήμαινε και επίσημες υποχρεώσεις: φόρους, έλεγχο, ενδεχομένως στρατολόγηση. Σε αρκετές περιοχές, γι’ αυτόν τον λόγο, η γη δηλωνόταν στο όνομα ισχυρών τοπικών παραγόντων ή δεν δηλωνόταν καθόλου. Έτσι δημιουργήθηκε ένα χάσμα ανάμεσα στην πραγματική κατοχή και στη γραπτή καταγραφή.

Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, το tapu απέκτησε τεράστια βαρύτητα στη μνήμη των ανθρώπων. Ήταν το χαρτί που αποδείκνυε ότι «αυτό το χωράφι είναι δικό μας», ότι περνούσε από γενιά σε γενιά. Και έτσι, στη συλλογική συνείδηση, το tapu ταυτίστηκε με την ιδιοκτησία, ακόμη κι όταν ιστορικά το δικαίωμα ήταν πιο περιορισμένο.

Γι’ αυτό, όταν σήμερα συναντάμε τη λέξη tapu σε ένα έγγραφο ή σε μια αφήγηση, χρειάζεται προσοχή. Δεν πρόκειται πάντα για πλήρη ιδιοκτησία, ούτε απλώς για παραχώρηση. Πρόκειται για έναν θεσμό που δείχνει πώς το οθωμανικό κράτος αντιλαμβανόταν τη γη, την εξουσία και τους υπηκόους του.

Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που το tapu επιβιώνει τόσο έντονα στη μνήμη: όχι επειδή ήταν ένα απλό χαρτί, αλλά επειδή βρισκόταν ακριβώς στο σημείο όπου συναντιούνται η γη, το κράτος και η ζωή των ανθρώπων.

Στη φωτογραφία “Οθωμανικό tapu από το χωριό Ράμια (Άρτα), 1873.
Κρατικός τίτλος αναγνώρισης δικαιώματος κατοχής και εκμετάλλευσης γης (miri), εκδομένος από την οθωμανική διοίκηση. Το έγγραφο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ρυθμιζόταν η σχέση γης και εξουσίας στον 19ο αιώνα”. Μπορειτε να διαβάσετε σχετικά στο λινκ https://doxesdespotatou.com/titlos-idioktisias-tapoy-toy-chorioy-r/

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Οι οθωμανικές κρατικές υπηρεσίες στην Άρτα (Νάρντα / Arta)

μέσα από τα σαλναμέ του 1871 και του 1875

Από την παλαιά στην ύστερη οθωμανική διοίκηση

Στους παλαιότερους αιώνες, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βασιζόταν σε ένα σχετικά χαλαρό και προσωποκεντρικό σύστημα διοίκησης. Η εξουσία ασκούνταν συχνά μέσω τοπικών ισχυρών – φορομισθωτών, αγάδων, μπέηδων ή προκρίτων – ενώ το κράτος ενδιαφερόταν κυρίως για τη ροή των φόρων, τη στρατιωτική υποστήριξη και τη διατήρηση της γενικής τάξης.

Από τα μέσα όμως του 19ου αιώνα, και ιδίως μετά τον Νόμο των Βιλαετίων (1864), το οθωμανικό κράτος επιχειρεί μια ριζική αναδιοργάνωση της διοίκησής του. Καθιερώνει σαφή διοικητική ιεραρχία (βιλαέτιο – σαντζάκι – καζάς), δημιουργεί σταθερές υπηρεσίες και εισάγει συμβούλια και γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Η αναδιοργάνωση αυτή επιχειρεί να απαντήσει σε ένα σύνολο πιέσεων:

  1. Διοικητική και δημοσιονομική ανάγκη: συστηματικότερη είσπραξη φόρων, περιορισμός της αυθαιρεσίας και των τοπικών ισχύων, δημιουργία πιο «προβλέψιμου» μηχανισμού εξουσίας.
  2. Στρατιωτική και διπλωματική πίεση: προσαρμογή στα ευρωπαϊκά πρότυπα διοίκησης και δικαίου, ώστε να ενισχυθεί η κρατική κυριαρχία και να περιοριστεί η ευρωπαϊκή παρέμβαση.
  3. Κοινωνικοπολιτική πίεση: διαχείριση της θρησκευτικής και εθνοτικής ποικιλίας και των αναδυόμενων εθνικισμών, με αρχές ισονομίας και συμμετοχής.

Η Άρτα των ετών 1871–1875 εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη νέα φάση της οθωμανικής διοικητικής ιστορίας.


Η Άρτα στα σαλναμέ του Βιλαετίου Ιωαννίνων

Στα οθωμανικά ετήσια διοικητικά εγχειρίδια (salnâme) του Βιλαετίου Ιωαννίνων των ετών 1871 και 1875, η Άρτα εμφανίζεται είτε ως Νάρντα (Narda / نارده) είτε ως Άρτα (Arta / آرتا) και καταγράφεται ως έδρα καζά.

Οι σχετικές σελίδες δεν προσφέρουν περιγραφές της πόλης με ιστορικά ή δημογραφικά στοιχεία. Αντίθετα, λειτουργούν ως ένα είδος «μητρώου διοίκησης», όπου απαριθμούνται οι κρατικές υπηρεσίες που λειτουργούσαν στην Άρτα και η θεσμική τους διάρθρωση.


1. Καϊμακαμηλίκι (Kaymakamlık)

Η κεντρική διοίκηση του καζά

Βασικός πυλώνας της οθωμανικής διοίκησης στην Άρτα ήταν το Kaymakamlık, δηλαδή η αρχή του καϊμακάμη. Ο καϊμακάμης αποτελούσε τον κύριο διοικητικό εκπρόσωπο του κράτους σε επίπεδο καζά: συντόνιζε τις υπηρεσίες, επέβλεπε την εφαρμογή των αποφάσεων και λειτουργούσε ως κόμβος ανάμεσα στη διοίκηση του σαντζακιού και την τοπική κοινωνία.

Η παρουσία του καϊμακαμηλικίου στα σαλναμέ δείχνει την Άρτα ως οργανωμένο διοικητικό κέντρο, με γραμματειακή και υπαλληλική υποστήριξη.


2. Διοικητικό Συμβούλιο (Meclis-i İdare)

Συλλογική διοίκηση και εποπτεία

Το Meclis-i İdare καταγράφεται ως θεσμός που πλαισίωνε την εκτελεστική διοίκηση του καζά. Είχε συμβουλευτικό και εποπτικό ρόλο, συζητώντας και εγκρίνοντας διοικητικά ζητήματα, ελέγχοντας πτυχές της τοπικής διοίκησης και συμμετέχοντας στη λήψη αποφάσεων.


3. Συμβούλιο Υποθέσεων (Meclis-i Deavî)

Διαχείριση διαφορών και δικαιοδοσιών

Στα ίδια σαλναμέ εμφανίζεται και το Meclis-i Deavî, θεσμός που σχετιζόταν με την εκδίκαση και τη διευθέτηση διαφορών. Η καταγραφή του μαρτυρεί την ύπαρξη οργανωμένης δομής για τη διαχείριση νομικών και δικαιικών υποθέσεων σε τοπικό επίπεδο.


4. Δημοτική Υπηρεσία (Daire-i Belediye)

Αστική διαχείριση και καθημερινότητα

Η Daire-i Belediye εμφανίζεται και στους δύο τόμους ως ξεχωριστή υπηρεσία. Η παρουσία της υποδηλώνει αστική λειτουργία: η δημοτική επιτροπή αναλάμβανε ζητήματα καθημερινής διαχείρισης, όπως έργα, ρυθμίσεις δημόσιας τάξης, καθαριότητα και οργάνωση του αστικού χώρου, στο μέτρο που το επέτρεπε το οθωμανικό θεσμικό πλαίσιο.


5. Εμποροδικείο (Mahkeme-i Ticaret) – 1875

Στον τόμο του 1875 καταγράφεται ρητά το Mahkeme-i Ticaret, δικαστήριο αρμόδιο για εμπορικές διαφορές και συναλλαγές. Η παρουσία του δείχνει ότι η Άρτα αντιμετωπιζόταν ως οικονομικός κόμβος με αγοραία δραστηριότητα που απαιτούσε ειδική δικαστική πρόβλεψη.


6. Ζαπτιέ – Χωροφυλακή (Zabtiye) – 1875

Στον ίδιο τόμο εμφανίζεται και η Zabtiye, ο μηχανισμός αστυνόμευσης και διατήρησης της δημόσιας τάξης. Ο ρόλος της ήταν καθοριστικός για την επιβολή των διοικητικών αποφάσεων και τη φυσική παρουσία του κράτους στην καθημερινότητα της πόλης και της περιφέρειας.


7. Γραφείο εγγράφων (Tahrirat) – 1875

Η γραφειοκρατική καρδιά

Το Tahrirat αντιπροσωπεύει τη γραφειοκρατική διάσταση της διοίκησης: πρωτόκολλα, αλληλογραφία, αναφορές και επικοινωνία με ανώτερες αρχές. Εδώ «παραγόταν» ο διοικητικός λόγος του κράτους.


8. Ταπού (Tapu) – 1875

Γη, ιδιοκτησία και καταγραφή

Το Tapu καταγράφεται ως ξεχωριστή υπηρεσία αρμόδια για τίτλους γης και ιδιοκτησίας. Η λειτουργία του συνδέεται άμεσα με τη συστηματική καταγραφή και ρύθμιση της ακίνητης περιουσίας.


Πώς διοικούνταν τα χωριά της Άρτας

Παρά τη συγκέντρωση υπηρεσιών στην Άρτα, τα χωριά του καζά δεν διέθεταν μόνιμους κρατικούς υπαλλήλους. Η διοίκηση λειτουργούσε έμμεσα, μέσω του μουχτάρη, των δημογερόντων και των θρησκευτικών αρχών. Οι εντολές έφθαναν από την έδρα του καζά, ενώ άμεση κρατική παρέμβαση υπήρχε μόνο σε περιπτώσεις σοβαρών προβλημάτων.


Από την προσωποπαγή στη θεσμική εξουσία

Η εικόνα αυτή διαφέρει αισθητά από την παλαιότερη οθωμανική πραγματικότητα, όπου τίτλοι όπως πασάς, αγάς ή μπέης συνδέονταν άμεσα με την τοπική εξουσία. Κατά τον 19ο αιώνα, οι τίτλοι αυτοί επιβιώνουν κυρίως ως στρατιωτικοί ή τιμητικοί, ενώ η διοίκηση στηρίζεται πλέον σε θεσμικούς ρόλους και συλλογικά όργανα.

Η μετάβαση που αποτυπώνουν τα σαλναμέ της Άρτας δεν είναι απλώς διοικητική, αλλά βαθιά ιστορική. Η εξουσία παύει να προσωποποιείται και μετατρέπεται σε μηχανισμό. Γι’ αυτό και στις περιόδους ειρηνικής διοίκησης δεν συναντούμε «πασάδες», ενώ σε πολεμικές συγκυρίες – όπως το 1897 και το 1912–1913 – ο όρος επανέρχεται, αυτή τη φορά ως στρατιωτικός τίτλος. Τον 19ο αιώνα, όμως, ο πασάς είναι περισσότερο σύμβολο παρά διοικητική πραγματικότητα.


Πηγές

Salnâme-i Vilâyet-i Yanya, έτη 1871 και 1875

Στη φωτογραφία το εξώφυλλο του «Salnâme-i Vilâyet-i Yanya» (Ετήσιο διοικητικό εγχειρίδιο του Βιλαετίου Ιωαννίνων), οθωμανική έκδοση, 1871.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Κατάστημα Λογοθέτη!

Το κατάστημα του Λογοθέτη στην οδό Σκουφά, λίγο πιο πάνω από τον Άγιο Δημήτριο, στα δεξιά όπως ανεβαίνουμε….που παλιά πουλούσε βαφές και βαφτικά……

Στο ισόγειο η μεγάλη σκούρα καφέ ξύλινη πόρτα οδηγούσε μέσα στο μικρό κατάστημα…….Ο επάνω όροφος θυμίζει τα παλιά σπίτια της Άρτας, με ασβεστωμένους τοίχους, ξύλινα πατζούρια και κεραμοσκεπή. (Φωτο από ιδιωτικη συλλογή).

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Στου Κρυστάλλη….

1956 – Μια παρέα διακεκριμένων νομικών της Άρτας, στου Κρυστάλλη, με φόντο το ποτάμι. Από αριστερά : Μιχ. Ράπτης, Αχιλ. Οικονόμου, Δημ. Ζαρκαλής, Νίκος Τούμπουρος, Δημ. Καρατζένης (Βουλευτής Ελληνικού Συναγερμού – Ε.Ρ.Ε.). [Φωτο από αρχείο Μικαέλας Ράπτη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς]

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Στα περιβόλια της Άρτας!

Άνοιξη του 1945. Μια παρέα Αρτινών σε περιβόλι της Άρτας. (Πηγή : Λεύκωμα ΠΡΟΤΑΣΗ, Άρτα, 1999).

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Γιατί ο Μιχαήλ Α΄Κομνηνός Δούκας επέλεξε την Άρτα;

Δύο παλιές εκδοχές για μια κρίσιμη επιλογή…..

Όταν μιλάμε για την Άρτα ως πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, συχνά θεωρούμε την επιλογή αυτονόητη. Κι όμως, δεν ήταν. Στις αρχές του 13ου αιώνα, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204), τίποτα δεν ήταν δεδομένο — ούτε τα σύνορα, ούτε οι πόλεις, ούτε οι άνθρωποι που θα κρατούσαν την εξουσία.

Ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, ιδρυτής του νέου κράτους της Ηπείρου, θα μπορούσε να επιλέξει διαφορετική βάση. Κι όμως, κατέληξε στην Άρτα. Γιατί;

Ο Ιωάννης Α. Ρωμανός, στο έργο του Περί του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1895), παραθέτει δύο εκδοχές για το πώς και γιατί ο Μιχαήλ εγκαταστάθηκε στην Άρτα. Και οι δύο έχουν ενδιαφέρον — όχι μόνο ιστορικό, αλλά και ανθρώπινο.


Η πρώτη εκδοχή: η Άρτα μέσω γάμου και τοπικής συναίνεσης

Σύμφωνα με την πρώτη αφήγηση, ο Μιχαήλ, αφού διαψεύστηκαν οι ελπίδες του αλλού, κατέβηκε κρυφά στην Άρτα. Εκεί συνδέθηκε με την πόλη μέσω γάμου: παντρεύτηκε τη θυγατέρα ενός πλούσιου και επιφανούς Έλληνα, ο οποίος φαίνεται ότι είχε ρόλο στη διοίκηση της περιοχής. Με αυτή τη συμμαχία —και με τη συναίνεση των ντόπιων— ο Μιχαήλ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας. Η Άρτα παρουσιάζεται εδώ ως πόλη που δέχθηκε τον νέο άρχοντα και τον στήριξε. Η εκδοχή αυτή τονίζει τον ρόλο των τοπικών δικτύων, των οικογενειακών δεσμών και της κοινωνικής αποδοχής σε μια εποχή γενικευμένης αβεβαιότητας.


Η δεύτερη εκδοχή: η Άρτα ως αποτέλεσμα κατάληψης και νομιμοποίησης (την οποία ο Ρωμανός θεωρεί πιθανότερη)

Αμέσως μετά, ο Ρωμανός παραθέτει μια άλλη παράδοση, την οποία χαρακτηρίζει πιθανωτέρα. Σύμφωνα με αυτήν, το Θέμα Νικοπόλεως διοικούνταν από τον στρατηγό Σεναχηρείμ. Οι κάτοικοι στασίασαν εναντίον του και εκείνος δολοφονήθηκε. Τότε, οι ίδιες οι τοπικές δυνάμεις κάλεσαν τον Μιχαήλ για να αποκαταστήσει την τάξη. Ο Μιχαήλ κατέφθασε, τιμώρησε τους υπεύθυνους της στάσης και, εδραιώνοντας την εξουσία του, παντρεύτηκε τη χήρα του Σεναχηρείμ, αποκτώντας μαζί της όχι μόνο περιουσία, αλλά και τα θεσμικά ερείσματα της διοίκησης.

Στην εκδοχή αυτή, η Άρτα δεν είναι απλώς τόπος υποδοχής, αλλά κέντρο εξουσίας που κατακτάται και οργανώνεται. Αξίζει να σημειωθεί ότι η παράδοση και η ιστοριογραφία αποδίδουν στον Μιχαήλ Α΄ περισσότερους από έναν γάμους. Εκτός από την ένωση με τη χήρα του Σεναχηρείμ, που συνδέεται άμεσα με τη δεύτερη εκδοχή της εγκατάστασής του στην Άρτα, οι πηγές αναφέρουν και προγενέστερο γάμο του με γυναίκα αριστοκρατικής καταγωγής, πιθανότατα από την οικογένεια των Μελισσηνών. Τα ονόματα και οι λεπτομέρειες αυτών των γάμων δεν διασώζονται με σαφήνεια· ωστόσο, η ίδια η ύπαρξή τους υπογραμμίζει τον ρόλο των οικογενειακών δεσμών ως εργαλείων πολιτικής εδραίωσης στον ταραγμένο κόσμο των αρχών του 13ου αιώνα.

Η Άρτα και η «νομιμοποίηση» της νέας εξουσίας: το επεισόδιο του Αλεξίου Γ΄

Ένα επιπλέον επεισόδιο, που συμπληρώνει το πλαίσιο των πρώτων χρόνων της ηπειρωτικής εξουσίας, αφορά τον πρώην αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ Άγγελο. Ο Ιωάννης Α. Ρωμανός αναφέρει ότι περί τα τέλη του 1205 ο Αλέξιος, κυνηγημένος και περιπλανώμενος μετά τα γεγονότα του 1204, κατευθυνόταν προς την Ήπειρο για να συναντήσει τον συγγενή του Μιχαήλ. Κατά τη θαλάσσια διαδρομή του συνελήφθη από Λομβαρδούς, και όταν το πλοίο έπιασε στον λιμένα της Σαλαγόρας (Σαλαώρας), ο Μιχαήλ ειδοποιήθηκε και έσπευσε να τον εξαγοράσει με λύτρα.

Η σημασία του επεισοδίου δεν είναι απλώς δραματική· είναι πολιτική: ο Αλέξιος Γ΄, ως πρώην αυτοκράτορας, φέρεται να αναγνώρισε έτσι την ηπειρωτική κυριαρχία του Μιχαήλ ως «νόμιμη» συνέχεια της ρωμαϊκής (βυζαντινής) εξουσίας. Με άλλα λόγια, η Άρτα —ως κέντρο γύρω από το οποίο συγκροτείται η νέα αρχή— δεν επιλέγεται μόνο για πρακτικούς λόγους· αποκτά και συμβολικό βάρος, γιατί η εξουσία που θεμελιώνεται εκεί επιχειρεί να σταθεί ως συνέχεια του παλαιού κόσμου.

Η ίδια αφήγηση συνδέεται ακόμη περισσότερο με τον τόπο, αφού ο Ρωμανός σημειώνει ότι η σύζυγος του Αλεξίου Γ΄, η Ευφροσύνη, παρέμεινε στην Ήπειρο και πέθανε στην Άρτα λίγα χρόνια αργότερα. Έτσι, η πόλη εμφανίζεται όχι μόνο ως “πρώτη βάση” της ηπειρωτικής εξουσίας, αλλά και ως χώρος όπου η μνήμη της βυζαντινής νομιμότητας άφησε ένα απτό ίχνος.

Στη φωτογραφία μια φανταστική αναπαράσταση του γεγονότος στις αρχές του 13ου αιώνα: σε έναν απλό λιμένα του Αμβρακικού, ο εκθρονισμένος αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ Άγγελος εξαγοράζεται από τον Μιχαήλ Α΄ Κομνηνό Δούκα. Το επεισόδιο αυτό συνδέεται με τη συμβολική νομιμοποίηση της νέας εξουσίας που εδραιώνεται στην Άρτα.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Από τον θρύλο στην ιστορία: ο Βρυώνης του 14ου αιώνα….

Στην προηγούμενη ανάρτηση, αφετηρία στάθηκε ένας τόπος: η Παναγιά του Μπρυώνη, έξω από την Άρτα. Ένας μικρός βυζαντινός ναός, ένα κυπαρίσσι, ένας θρύλος που επιβιώνει μέσα στον χρόνο. Όμως πίσω από τον θρύλο, συχνά κρύβεται η ιστορία — όχι πάντα καθαρή, αλλά υπαρκτή. Το όνομα Βρυώνης δεν είναι μόνο λαϊκή ανάμνηση. Απαντά και σε γραπτές πηγές του ύστερου Μεσαίωνα, πολύ πριν από την Τουρκοκρατία.

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Α. Ρωμανό (Περί του Δεσποτάτου της Ηπείρου, Κέρκυρα 1895, σ. 163), στα τέλη του 14ου αιώνα εμφανίζεται στον ηπειρωτικό χώρο ο Παλαιολόγος Βρυώνης, βυζαντινός αξιωματούχος, ο οποίος μετέφερε από την Κωνσταντινούπολη στα Ιωάννινα τα διακριτικά σημεία του δεσποτικού αξιώματος. Με αυτά πραγματοποιήθηκε η επίσημη επένδυση του Ησαύ ντε Μπουοντελμόντι ως δεσπότη της Ηπείρου, σύμφωνα με τα τυπικά της Ανατολικής Εκκλησίας.

Η πράξη αυτή δεν ήταν τυπική λεπτομέρεια. Τα διακριτικά —ενδύματα, διάδημα και αυτοκρατορικά έγγραφα— αποτελούσαν τη χειροπιαστή απόδειξη της βυζαντινής νομιμότητας. Ο Βρυώνης δεν έφερε απλώς μήνυμα· έφερε την ίδια την εξουσία, όπως αυτή μπορούσε ακόμη να απονεμηθεί από την Κωνσταντινούπολη στον ύστερο 14ο αιώνα.

Το γεγονός ότι το όνομα Βρυώνης συνδέεται με μια τέτοια αποστολή δείχνει πως δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για οθωμανικό ή μεταγενέστερο προσωνύμιο, αλλά για όνομα που εντάσσεται στο βυζαντινό διοικητικό και πολιτικό πλαίσιο. Η μεταγενέστερη παράδοση που μιλά για «Τούρκο Μπρυώνη» φαίνεται έτσι να αποτελεί μια ύστερη, λαϊκή ερμηνεία ενός παλαιότερου ονόματος, του οποίου το αρχικό ιστορικό νόημα είχε πλέον ξεθωριάσει.

Και εδώ γεννιέται ένα ερώτημα: γιατί η μνήμη αυτού του ονόματος επιβιώνει γύρω από την Άρτα;

Τον καιρό του Παλαιολόγου Βρυώνη, η τελετή της επένδυσης δεν έγινε στην Άρτα, αλλά στα Ιωάννινα, που είχαν πλέον καταστεί το κύριο διοικητικό κέντρο της Ηπείρου. Η Άρτα, ωστόσο, δεν είχε πάψει να είναι τόπος μνήμης. Έναν αιώνα νωρίτερα, είχε υπάρξει η καρδιά της εξουσίας.

Ήδη από τις αρχές του 13ου αιώνα, ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας είχε επιλέξει την Άρτα ως βάση του νέου κράτους που σχηματίστηκε μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία — και μάλιστα οι πηγές διασώζουν περισσότερες από μία εκδοχές για το πώς και γιατί κατέληξε στην πόλη αυτή.

Η Άρτα, λοιπόν, μπορεί να μην ήταν πια πρωτεύουσα στα τέλη του 14ου αιώνα. Παρέμενε όμως τόπος όπου η εξουσία είχε κάποτε ριζώσει. Και τέτοιοι τόποι έχουν τη δύναμη να διατηρούν ονόματα, μνήμες και θρύλους, ακόμη κι όταν το ιστορικό τους πλαίσιο έχει χαθεί. Πριν γίνει όνομα σε θρύλο, ο Βρυώνης ανήκε στον κόσμο της γραπτής εξουσίας, των εγγράφων και της βυζαντινής νομιμοποίησης.

Η εικόνα είναι ενδεικτική βυζαντινής τελετουργίας και δεν απεικονίζει συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο. (Πηγή : https://commons.wikimedia.org/)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε