Παιδικές μορφές και μνήμες από την Άρτα του ’50

Άρτα, αρχές δεκαετίας 1950.
Μαθητές του Α΄ Δημοτικού Σχολείου Άρτης απαθανατίζονται σε αναμνηστική φωτογραφία μετά τη Χριστουγεννιάτικη σχολική εορτή, μπροστά στην είσοδο της Λέσχης Αξιωματικών. Στο πλαίσιο της γιορτής παρουσιάστηκε το θεατρικό σκετς «Οι Τέσσερις Εποχές», υπό την καθοδήγηση του δασκάλου Στράτου Παπακώστα, αποτυπώνοντας το παιδαγωγικό και πολιτιστικό πνεύμα της μετεμφυλιακής περιόδου.
Στη φωτογραφία διακρίνονται ο Μάξιμος Μπανταλούκας (πίσω), ο Δημήτρης Τσοβόλας σε ρόλο πιερότου, ο Ευάγγελος Τζαδήμας (στη μέση) και ο Λάμπρος Τσάπαλης (αριστερά, μετέπειτα καθηγητής), πρόσωπα που συνδέθηκαν με την κοινωνική και εκπαιδευτική ζωή της Άρτας. (Φωτο από αρχείο Μάξιμου Μπανταλούκα)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

Χριστουγεννιάτικη σχολική γιορτή το 1962

Άρτα, 1962.
Στιγμιότυπο από τη Χριστουγεννιάτικη γιορτή του Β΄ Δημοτικού Σχολείου Άρτης. Οι μαθητές συμμετέχουν σε θεατρικό δρώμενο, ενταγμένο στο εορταστικό πρόγραμμα του σχολείου, αποτυπώνοντας το πνεύμα της σχολικής αγωγής και της συλλογικής προσπάθειας της εποχής.
Στη φωτογραφία διακρίνονται, από αριστερά: Έφη Ζορμπά, Σταθούλα Καραμπίνη, Τάσσος Μεθόδιος, Δημήτρης Βάσσος, Συλβάνα Πιερουτσιόνη και Αμαλία Ευταξία. (Φωτο από αρχείο Δημήτρη Βάσσου)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

Η τραγωδία στο Τσίμοβο μέσα από ένα μοιρολόι…

Το παρακάτω δημοτικό τραγούδι γράφτηκε από τον Γιώργο Γεροδήμο και τραγουδιόταν σε ρυθμό τσάμικου.
Γεννήθηκε από τη συλλογική ανάγκη να ειπωθεί και να μείνει ζωντανή στη μνήμη η τραγωδία στο Τσίμοβο, το πρωί της 22ας Δεκεμβρίου 1958, όταν άνθρωποι που γύριζαν στα σπίτια τους για τα Χριστούγεννα, χάθηκαν άδικα.
Δεν είναι απλώς στίχοι· είναι μνήμη, πόνος και φόρος τιμής, όπως μόνο το δημοτικό τραγούδι ξέρει να κρατά….

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Μνήμη στο Τσίμοβο – 22 Δεκεμβρίου

Μετά το τραγικό δυστύχημα του λεωφορείου στα Τζουμέρκα, η μνήμη δεν έμεινε μόνο στα λόγια.
Κάθε χρόνο, στις 22 Δεκεμβρίου, συγγενείς των θυμάτων ανηφόριζαν στο σημείο της τραγωδίας, στο Τσίμοβο, για να τελέσουν μνημόσυνο για τους νεκρούς τους.

Σε έναν τόπο δύσβατο, μέσα στο χειμωνιάτικο τοπίο των Τζουμέρκων, άνθρωποι κάθε ηλικίας συγκεντρώνονταν σιωπηλά. Παπάδες, συγγενείς, χωριανοί. Άλλοι με κεριά, άλλοι με λίγα λουλούδια, όλοι με το ίδιο βάρος στη σκέψη.

Στις φωτογραφίες διακρίνεται το παλιό μνημείο που είχε στηθεί στο σημείο του δυστυχήματος. Ένα λιτό, πέτρινο μνημείο, με τα ονόματα των 29 θυμάτων χαραγμένα, στραμμένο προς τη χαράδρα του Άραχθου. Δίπλα του, ένα μικρό εικονοστάσι — σημάδι πίστης και ανάγκης να μείνει ζωντανή η μνήμη.

Τα μνημόσυνα αυτά δεν είχαν χαρακτήρα επίσημο. Ήταν πράξεις μνήμης βαθιά ανθρώπινες. Μια επιστροφή στον τόπο του χαμού, για να ειπωθούν τα ονόματα, να ακουστεί μια προσευχή, να μη σβήσει το γεγονός από τον χρόνο.

Αργότερα, στο ίδιο σημείο, ανεγέρθηκε νέο μνημείο, έργο του γλύπτη Θόδωρου Παπαγιάννη, που αντικατέστησε το παλιό. Ένα μνημείο σύγχρονο, αλλά με τον ίδιο σκοπό: να θυμίζει ότι εδώ χάθηκαν ζωές, παραμονές Χριστουγέννων, και ότι η μνήμη τους παραμένει ζωντανή. Οι φωτογραφίες αυτές (από το αρχείο του κ. Σταύρου Μαστοράκη) αποτελούν πολύτιμα τεκμήρια όχι μόνο ενός γεγονότος, αλλά και του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι των Τζουμέρκων κράτησαν τη μνήμη ενεργή — χρόνο με τον χρόνο, στο ίδιο σημείο, την ίδια ημερομηνία.

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Τα μαύρα Χριστούγεννα του 1958 στα Τζουμέρκα!

Το δυστύχημα του λεωφορείου στο Τσίμοβο – 22 Δεκεμβρίου 1958

Ήταν Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 1958, προπαραμονές Χριστουγέννων.
Ένα μικρό λεωφορείο της γραμμής Ιωαννίνων – Βορείων Τζουμέρκων ξεκίνησε το καθιερωμένο δρομολόγιο προς τα χωριά. Το όχημα, 24 θέσεων, ήταν υπερφορτωμένο. Στο εσωτερικό του επέβαιναν 34 άνθρωποι, μαζί με τον οδηγό και τον εισπράκτορα. Άνθρωποι απλοί, της καθημερινότητας, που ανυπομονούσαν να βρεθούν στον τόπο τους για να περάσουν τις γιορτές των Χριστουγέννων.

Ανάμεσά τους βρισκόταν και η Όλγα Ράπτη – Μαστοράκη, 52 ετών, από τους Χουλιαράδες.
Εκείνη την ημέρα επρόκειτο να ταξιδέψει μαζί της και ο γιος της, Σταύρος Μαστοράκης, φαντάρος τότε στα Γιάννενα. Δεν κατάφερε όμως να πάρει άδεια και της το είπε με λύπη: δεν θα μπορούσε να την ακολουθήσει στο χωριό. Ήταν μια από εκείνες τις μικρές ανατροπές της καθημερινότητας που τότε μοιάζουν ασήμαντες και αργότερα βαραίνουν όσο τίποτε άλλο.

Η Όλγα κάθισε στην πρώτη θέση του λεωφορείου.
Δίπλα της κάθισε η Σταυρούλα Κωνσταντινίδη – Βράνου, επίσης από τους Χουλιαράδες, νεαρή κοπέλα τότε. Οι δύο γυναίκες δεν ήξεραν ότι θα τις ένωνε για πάντα εκείνη η διαδρομή.

Το λεωφορείο ακολουθούσε τον παλιό δρόμο προς τα Τζουμέρκα, στενό και χωμάτινο, χαραγμένο πάνω στις απότομες πλαγιές της χαράδρας του Άραχθου. Ο δρόμος δεν είχε προστατευτικά, με συνεχείς στροφές και απότομες κλίσεις, ενώ το ποτάμι κυλούσε βαθιά από κάτω. Το ανάγλυφο του τόπου, άγριο και απαιτητικό, δεν συγχωρούσε λάθη, ιδιαίτερα σε βαριά και υπερφορτωμένα οχήματα.

Λίγο πριν το Τσίμοβο, σε μια κλειστή και επικίνδυνη στροφή, το λεωφορείο, κατά τη μανούβρα, ανασηκώθηκε από τις πίσω ρόδες, βγήκε από τον δρόμο και κύλησε στον απότομο γκρεμό, μέσα σε βράχια και χαμηλή βλάστηση, προς την κοίτη του Άραχθου.

Η πτώση ήταν μοιραία.

Θάνατος και σωτηρία, στην ίδια θέση

Η Σταυρούλα Κωνσταντινίδη – Βράνου, που καθόταν δίπλα στην Όλγα, επέζησε.
Η μαρτυρία της, όπως διασώθηκε αργότερα, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια για όσα συνέβησαν εκείνη την ημέρα. Χαρακτηριστικά ανέφερε:

«Ένιωσα το λεωφορείο να σηκώνεται. Δεν κατάλαβα πώς βρέθηκα έξω. Θυμάμαι μόνο ότι κάθισα σε μια πέτρα και δεν ήξερα αν ζούσα ή αν ήμουν νεκρή».

Η ίδια σώθηκε.
Η Όλγα Ράπτη – Μαστοράκη, που καθόταν δίπλα της, δεν σώθηκε.

Συνολικά 29 άνθρωποι σκοτώθηκαν.
12 άνδρες και 17 γυναίκες.
Μόλις 5 επιβάτες επέζησαν.

Τα χωριά των Τζουμέρκων βυθίστηκαν στο πένθος. Στο Πετροβούνι, στο Μιχαλίτσι, στους Χουλιαράδες, στα Πράμαντα και στο Ματσούκι, οι νεκροί δεν μεταφέρθηκαν στα σπίτια τους. Ξενυχτήθηκαν ομαδικά στις εκκλησίες, μέσα σε κλίμα βαθιάς οδύνης.

Στο σημείο του δυστυχήματος ανεγέρθηκε αργότερα μνημείο.
Φυτεύτηκαν 29 κυπαρίσσια, ένα για κάθε ζωή που χάθηκε εκείνη την ημέρα.

Και ο λαός, όπως συχνά συμβαίνει, έκανε τον πόνο λόγο και τραγούδι:

«Μαύρα μαντάτα ήρθαν στα δόλια τα Τζουμέρκα…»

Στη φωτογραφία η Όλγα Ράπτη – Μαστοράκη ανάμεσα στον σύζυγό της Κωνσταντίνο Α. Μαστοράκη στα δεξιά και τον αδελφό της Ιωάννη Ράπτη στα αριστερά. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του κ. Σταύρου Μαστοράκη)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Χριστουγεννιάτικες ευχές από το Ξενία Άρτης!

Μια χριστουγεννιάτικη κάρτα από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν το ΞΕΝΙΑ Άρτας ήταν ακόμα ζωντανό, φωτεινό και γεμάτο κόσμο.
Οι ευχές του Διευθυντή και των εργαζομένων κουβαλούν την απλότητα και τη ζεστασιά μιας άλλης εποχής· τότε που οι γιορτές μοιράζονταν από κοντά και οι χώροι φιλοξενίας ήταν κομμάτι της καθημερινής ζωής της πόλης.
Σήμερα, η κάρτα αυτή μένει ως μια ήσυχη υπενθύμιση αναμνήσεων, ανθρώπων και στιγμών που άφησαν το αποτύπωμά τους στον χρόνο….(Επιχρωματισμένη κάρτα από εφημερίδα της εποχής)

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

Γιατί η Άρτα; Όταν μια εβραϊκή κοινότητα ριζώνει και ακμάζει τον 16ο αιώνα…

Γιατί, άραγε, επέλεξαν οι Εβραίοι του 16ου αιώνα, απ’ όλες τις πόλεις της Δυτικής Ελλάδας, την Άρτα; Το ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο τη δημογραφία ή τη γεωγραφία· αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο μικρές και μεσαίες πόλεις της οθωμανικής περιφέρειας μπορούσαν να μετατραπούν σε ζωντανά κέντρα κοινοτικής ζωής.

Η Άρτα δεν υπήρξε ποτέ κολοσσιαίο εβραϊκό κέντρο, όπως η Θεσσαλονίκη ή η Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η «ενδιάμεση» θέση της αποδείχθηκε καθοριστική. Η πόλη λειτουργούσε ως διοικητικό και εμπορικό κέντρο του καζά Narda, συνδεδεμένη τόσο με την ηπειρωτική ενδοχώρα όσο και με τα θαλάσσια δίκτυα της Αδριατικής. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι Εβραίοι μπορούσαν να ενταχθούν στην οικονομία της πόλης χωρίς να απορροφηθούν από έναν υπερδιογκωμένο αστικό μηχανισμό.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η κοινωνική κλίμακα της Άρτας. Η κοινότητα ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να διαθέτει πολλαπλές καχάλ, ραββινική ηγεσία, δικαστικούς θεσμούς και δίκτυα αλληλεγγύης, αλλά ταυτόχρονα αρκετά «μικρή» ώστε να επιτρέπει την προσωπική γνώση, τη διαπραγμάτευση και τη διατήρηση εσωτερικής συνοχής. Η συνύπαρξη ρωμανιωτών και νεοαφιχθέντων σεφαραδιτών δεν υπήρξε απλώς αποτέλεσμα μετακινήσεων· αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία μιας σύνθετης, πολυεπίπεδης κοινότητας.

Η Άρτα προσέφερε επίσης κάτι σπάνιο για τον ελλαδικό χώρο του 16ου αιώνα: σταθερότητα. Παρά τις κρίσεις, τις συγκρούσεις και τις εντάσεις που καταγράφονται στις πηγές, η εβραϊκή κοινότητα διατήρησε τον δημογραφικό της όγκο και τους θεσμούς της επί δεκαετίες. Αυτό υποδηλώνει ότι η πόλη παρείχε ένα πλαίσιο σχετικής ασφάλειας, διοικητικής προβλεψιμότητας και οικονομικής βιωσιμότητας.

Τελικά, η απάντηση στο «Γιατί η Άρτα;» δεν βρίσκεται σε έναν μόνο παράγοντα. Βρίσκεται στον συνδυασμό γεωγραφίας, διοικητικής λειτουργίας, κοινωνικής κλίμακας και ιστορικής συγκυρίας. Η Άρτα του 16ου αιώνα δεν ήταν απλώς ένας τόπος εγκατάστασης· ήταν ένας χώρος όπου μια εβραϊκή κοινότητα μπόρεσε να ριζώσει, να οργανωθεί και να αναπτύξει μια πλήρη κοινωνική και πνευματική ζωή.

Στη φωτογραφία “Τίτλος της πρώτης έκδοσης του Sefer Binyamin Ze’ev (Βενετία, Daniel Bomberg, 1538–1539), έργο του Ραββίνου Βενιαμίν Ζε’έβ από την Άρτα.
Τα responsa του έργου αυτού μελετήθηκαν συστηματικά από τη Leah Bornstein-Makovetsky και αποτέλεσαν βασική πηγή για την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Άρτας τον 16ο αιώνα.” Πηγή εικόνας: Συλλογή Arthur & Gitel Marx, Sotheby’s.

Δημοσιεύθηκε στη Η Εβραϊκή κοινότητα της Άρτας | Σχολιάστε

Οι Εβραίοι της Άρτας τον 16ο αιώνα!

“Η αφετηρία της παρούσας μελέτης βρίσκεται σε ένα κενό—ένα κενό που με προβλημάτισε ιδιαίτερα όταν εκπονούσα την εργασία μου πάνω στο οθωμανικό tahrir TD367 για τον καζά της Άρτας. Παρότι το κατάστιχο προσέφερε πλήθος πληροφοριών για τη διοικητική, οικονομική και κοινωνική οργάνωση της πόλης, εντυπωσιακή ήταν η σχεδόν πλήρης απουσία στοιχείων για την εβραϊκή κοινότητα. Η έλλειψη αυτή δεν ήταν μόνο μεθοδολογική· ήταν και ιστορική: πώς είναι δυνατόν μια πόλη που υπήρξε σημαντικό εμπορικό και διοικητικό κέντρο στη δυτική Ελλάδα να μην παρουσιάζει καμία εβραϊκή δραστηριότητα στην πρώιμη οθωμανική περίοδο;

Το ερώτημα αυτό στάθηκε η αφορμή να αναζητήσω συστηματικά τεκμήρια πέρα από τα κατάστιχα. Η έρευνα με οδήγησε στα responsa του 16ου αιώνα και στο έργο της Leah Bornstein-Makovetsky, τα οποία αποκάλυψαν μια εικόνα εντελώς διαφορετική από εκείνη που υποδήλωναν τα οθωμανικά αρχεία για το πρώτο μισό του 16ου αιώνα: μια ακμαία, πολυεθνική, θεσμικά οργανωμένη εβραϊκή κοινότητα, με δικούς της ραββίνους, καχάλ, σχολές, εμπορικά δίκτυα και εσωτερική κοινωνική ζωή—έναν κόσμο ολόκληρο, σχεδόν αθέατο μέχρι σήμερα.

Η παρούσα εργασία είναι η πρώτη προσπάθεια να παρουσιαστεί αυτός ο κόσμος με συνοχή και πληρότητα. Για πρώτη φορά συγκεντρώνονται και ερμηνεύονται συνδυαστικά οι διαθέσιμες πρωτογενείς πηγές—οθωμανικά tahrir, responsa, εγκυκλοπαιδικό και ιστοριογραφικό υλικό—ώστε να αναδειχθεί η πραγματική θέση της Άρτας μέσα στον εβραϊκό και οθωμανικό χάρτη του 16ου αιώνα. Το αποτέλεσμα καλύπτει ένα ουσιαστικό κενό στη βιβλιογραφία και επιτρέπει να ξαναδούμε την πόλη όχι μόνο ως γεωγραφικό σημείο, αλλά ως χώρο συνάντησης εμπορίου, πνευματικής ζωής και πολυπολιτισμικών παραδόσεων.

Για μένα προσωπικά, η έρευνα αυτή υπήρξε μια διαδρομή αποκάλυψης: πίσω από τα νούμερα των κατάστιχων και τις νομικές υποθέσεις των responsa αναδύθηκε μια Άρτα ζωντανή, εξωστρεφής και πολυφωνική—μια πόλη που αξίζει να θυμόμαστε και να κατανοούμε. Ελπίζω η εργασία αυτή να αποτελέσει αφετηρία για νέες μελέτες και να συμβάλει στη βαθύτερη γνώση της ιστορίας της περιοχής μας.”

Το πλήρες κείμενο της εργασίας είναι διαθέσιμο στους παρακάτω συνδέσμους : https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2025/12/Οι-Εβραίοι-της-Άρτας-τον-16ο-αιώνα.pdf

και https://independent.academia.edu/AnastasiaKarra4

Θα χαρώ ιδιαίτερα αν η ανάγνωση γεννήσει ερωτήματα, σκέψεις ή νέες προσεγγίσεις γύρω από την ιστορία της Άρτας και των ανθρώπων της”. Αναστασία Καρρά

Δημοσιεύθηκε στη Η Εβραϊκή κοινότητα της Άρτας | Σχολιάστε

Το Γεφύρι σε φωτογραφία του F. Boissonnas

Η φωτογραφία του περίφημου Γεφυριού της Άρτας αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά τεκμήρια του φακού του Fred Boissonnas για την Ήπειρο. Η λήψη χρονολογείται στο 1913, όπως προκύπτει από την καταλογογράφηση του πρωτογενούς υλικού (γυάλινο αρνητικό) στο αρχείο του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (MOMus).

Η εικόνα αυτή δεν έμεινε μόνο ως αρχειακό τεκμήριο, αλλά εντάχθηκε και στο μεγάλο εκδοτικό όραμα του Boissonnas. Δημοσιεύθηκε στο λεύκωμα της σειράς L’Image de la Grèce, στον τόμο L’Épire, berceau des Grecs (Éditions d’Art Boissonnas, Γενεύη, έκδοση 1920), με τη λιτή αλλά εύγλωττη λεζάντα «ARTA — Le grand pont». Μέσα από αυτή τη δημοσίευση, το γεφύρι της Άρτας παρουσιάζεται όχι απλώς ως τεχνικό έργο, αλλά ως σύμβολο ιστορικής συνέχειας και ανθρώπινης παρουσίας: οι μικρές φιγούρες επάνω στο τόξο του γεφυριού υπογραμμίζουν τη διαχρονική σχέση του μνημείου με την καθημερινή ζωή. (Πηγή : Ευώνυμος Οικολογική Βιβλιοθήκη)

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

Στην πλατεία Κιλκίς, όταν ο κινηματογράφος ήταν όνειρο…..

Μια φωτογραφία–μαρτυρία από την μεταπολεμική Άρτα, γεμάτη μνήμη και καθημερινότητα. Η πλατεία Κιλκίς ζωντανεύει ως σημείο συνάντησης, κοινωνικής ζωής και πολιτισμού. Στο πρώτο πλάνο, στο καφενείο της πλατείας, διακρίνονται δύο εμβληματικές μορφές του θεατρικού και κινηματογραφικού κόσμου της πόλης: ο Βασίλειος Τσωλιάς, ιδιοκτήτης του ιστορικού κινηματογράφου «Ορφέας», και ο Μάχος Ρίγγας, που αργότερα θα αφήσει το δικό του αποτύπωμα ως ιδιοκτήτης του κινηματογράφου «Ρεξ». Πρόσωπα που συνέδεσαν την Άρτα με τη μαγεία της μεγάλης οθόνης και την ψυχαγωγία μιας ολόκληρης εποχής.

Στο βάθος, στη δυτική πλευρά της πλατείας, ξεχωρίζει η είσοδος του κινηματογράφου «Ορφέας», με τις ταμπέλες των ταινιών να λειτουργούν σαν παράθυρο σε άλλους κόσμους. Μπροστά τους, ένα τσούρμο μαθητές στέκεται με περιέργεια και θαυμασμό, χαζεύοντας τις αφίσες και ονειρευόμενο τις ιστορίες που προβάλλονταν εκεί μέσα. Η εικόνα αποτυπώνει όχι μόνο έναν τόπο, αλλά και το πνεύμα της εποχής: τη δίψα για διασκέδαση, συλλογικότητα και πολιτισμό σε μια πόλη που προσπαθεί να ξαναβρεί τον ρυθμό της μετά τον πόλεμο. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της Πηνελόπης Ρίγγα)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε