“Ξεκίνησε 16 χρονών έξω αριστερά στον ΑΕΤΟ το 1954 και μετά μετετέθη αμυντικό χαφ και σέντερ μπακ στην ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, μεγαλούργησε όμως και στην ΠΑΝΑΧΑΙΚΗ (Β’ Εθνική), που ήταν αρχηγός και το αγαπημένο της παιδί. Τρομερός και ασύλληπτος στα χτυπήματα φάουλ”……Στη φωτογραφία ο Κώστας Αμβράζης με πλανόδιο φωτογράφο στην Έδεσσα. (Φωτο από αρχείο Δωρίτας Σκορδή – Αμβράζη)
Δεκαετία ’70 – Άποψη του συνοικισμού ΚΑΛΛΟΝΗ (παλιότερα Μπουλιάνα) του χωριού Κυψέλη που φαίνεται στο βάθος, στους πρόποδες των Τζουμέρκων. (Πηγή : Συλλογή λαογραφικού υλικού απ’το χωριό Κυψέλη, του νομού Άρτας, Ευανθία Νταβαντζή του Κων/νου, 1979, https://pergamos.lib.uoa.gr/)
Πράμαντα 1949 : Πιθανόν Εορτή Αγίας Παρασκευής. Ο τότε μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ μετά ιερέων και συγχωριανών. Τα ονόματα μερικών : Λάμπρος Παππάς , Χρήστος Ντεκουμές, Σωτήριος Ι. Τσιλιγιάννης, Ευθύμιος Σιαπλαούρας, Λάμπρος Σιαπλαούρας, Λάμπρος Γ. Τσιλιγιάννης, Τάτσης Γεώργιος , Νικόλαος Κ. Μπέκας (Με το άσπρο κουστούμι (ο πατέρας του έχτισε την Γέφυρα Πλάκας) και δίπλα ο Ιερέας Γεώργιος Νικολός από Άγναντα…….(Φωτο από αρχείο Νίκου Τάτση)
“Ένας και μοναδικός ο «Ορφεύς» του μακαρίτη μπάρμπα – Βασίλη Τσολιά, εκεί στην πλατεία Κιλκίς. Παλιό αρχοντικό καφενείο, με μεγάλους καθρέφτες, μαρμάρινα τραπέζια και δυο-τρία μπιλιάρδα, μετατράπηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’30 σε κινηματογράφο. Λειτούργησε κάπου σαράντα χρόνια.
Αυτός λοιπόν ο κινηματογράφος λειτουργούσε κι εκείνον τον φοβερό χειμώνα του 41 – 42. Άρχιζε την προβολή των ταινιών δυόμιση ώρες πριν από την ώρα που σταματούσε υποχρεωτικά η κυκλοφορία των πολιτών, έτσι ώστε οι θεατές να προλάβουν να φτάσουν στα σπίτια τους πριν από την ώρα της απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Ηλεκτρικό ρεύμα έπαιρνε ο κινηματογράφος απ’ το δίκτυο της πόλης, το οποίο τροφοδοτούσε με τα μηχανήματα η εταιρεία Γκινάκα, που αρχικά, από το 1925, είχε τις εγκαταστάσεις της στην πλατεία Ωρολογίου (μέχρι το 32-33) κι αργότερα στη συνοικία Μουχούστι, εκεί που τελειώνει η οδός Ορλάνδου κι αρχίζει η οδός Κομμένου. Βέβαια, κάποτε – κάποτε τα μηχανήματα της εταιρίας πάθαιναν κάποια βλάβη και η πόλη βυθιζόταν στο σκοτάδι. Και φυσικά, τότε σταματούσε και η προβολή του έργου στον Ορφέα.
Γενάρη – Φλεβάρη του ’41, η ιταλική διοίκηση της πόλης πήρε την απόφαση πως κάθε βράδυ πρέπει να διαβάζεται στον κινηματογράφο, στη διάρκεια του διαλείμματος, το ιταλικό πολεμικό ανακοινωθέν. Πήγε λοιπόν κάποιος διερμηνέας του φρουραρχείου και συνάντησε τον μπάρμπα – Βασίλη Τσολιά.
-Κυρ – Βασίλη, του είπε, σε ζητάνε στο Comando Piazza (φρουραρχείο). Ο μπάρμπα – Βασίλης κιτρίνισε. Σκέφτηκε χίλια δυο!. Τί τάχα να είπε, τί τάχα νάκανε και τον ζητάνε στο φρουραρχείο; Ποιος ρουφιάνος τον κάρφωσε; Τέλος πάντων, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, ακολούθησε τον διερμηνέα. Κι εκεί, στο φρουραρχείο, έμαθε τον λόγο για τον οποίο τον κάλεσαν. Του μιλούσε ένας Ιταλός αξιωματικός, αλλά ο μπάρμπα – Βασίλης δεν καταλάβαινε τίποτα. Απευθύνθηκε στον διερμηνέα : – Βρε παιδί μου, τι τσαμπουνάει αυτός, δεν καταλαβαίνω τίποτε.
-Θα στα εξηγήσω εγώ, του απάντησε ο διερμηνέας. Και συνέχισε : Η διοίκηση επιθυμεί να διαβάζεται κάθε βράδυ , στην ώρα του διαλείμματος της προβολής του έργου, το ιταλικό στρατιωτικό ανακοινωθέν της ημέρας, για να ενημερώνεται σωστά το κοινό για τις στρατιωτικές εξελίξεις.
-Τί είναι αυτό, επιθυμία ή διαταγή; ρώτησε ο κυρ-Βασίλης. Ο διερμηνέας στράφηκε στον αξιωματικό και διαβίβασε την ερώτηση. Κι ο αξιωματικός γύρισε, κοίταξε άγρια τον κυρ -Βασίλη και απάντησε : – E un ordine (είναι διαταγή).
-Και ποιος θα το διαβάζει το ανακοινωθέν και σε ποια γλώσσα, αφού το κοινό δεν μιλάει ιταλικά, ξαναρώτησε ο μπάρμπα-Βασίλης.
Ακολούθησε μια συζήτηση μερικών λεπτών και μετά ο διερμηνέας στράφηκε προς τον κυρ -Βασίλη.
-Άκου κυρ -Βασίλη. Στο διάλειμμα θ’ ανεβαίνετε στη σκηνή εσύ κι ένας Ιταλός υπαξιωματικός. Πρώτα θα διαβάζει στα ιταλικά το ανακοινωθέν ο Ιταλός , κι όταν τελειώνει αυτός, θα το διαβάζεις εσύ ελληνικά, από τη μετάφραση που θάχω κάνει εγώ.
-Πάει καλά, είπε στραβομουτσουνιασμένος ο κυρ-Βασίλης, χαιρέτησε κι έφυγε.
Γυρίζοντας στον κινηματογράφο του, φύσαγε και ξεφύσαγε. Τον περίμεναν οι συνεργάτες του και πολλοί γείτονες για να μάθουν τι τον ήθελε το φρουραρχείο.
-Ε, κυρ – Βασίλη, τί σε ήθελαν οι φρατέλοι;
-Τί με ήθελαν, απάντησε, να, ως τώρα ήμουν κινηματογραφιστής, τώρα γίνομαι και σπήκερ, να μεταδίδω ειδήσεις και μάλιστα κατά διαταγήν. His master voice παιδιά.
Αλλά παπάς δεμένος γράφει και ξεγράφει!
Έτσι από ‘κείνη τη μέρα, κάθε βράδυ, στο διάλειμμα της προβολής, ανέβαιναν στη σκηνή που υπήρχε μπροστά από την οθόνη, ο κυρ-Βασίλης αριστερά κι ο Ιταλός δεξιά. Πρώτος διάβαζε ο Ιταλός : «Bolletino militare No……Nostre truppe gloriose…..κ.λ.π., κ.λ.π.». Τέλειωνε ο Ιταλός, άρχιζε ο κυρ – Βασίλης: «Στρατιωτικό ανακοινωθέν, Νο……Οι ένδοξες δυνάμεις μας κ.λ.π., κ.λ.π.». Για αρκετές μέρες όλα κύλαγαν ομαλά. Διάβαζε ο Ιταλός, διάβαζε ο κυρ-Βασίλης και το κοινό άκουγε σιωπηλό το ανακοινωθέν ιταλιστί και ελληνιστί.
Μια βραδιά όμως, λίγο πριν απ’ το διάλειμμα, κόπηκε το ρεύμα, η προβολή σταμάτησε. Ανήσυχος ο κυρ-Βασίλης έστειλε έναν βοηθό του στην ηλεκτρική εταιρία να ρωτήσει πότε θα ξανάρθει το ρεύμα. Του απάντησαν πως θαργήσει πάνω από ώρα. Απογοητευμένος ο κυρ-Βασίλης αποφάσισε να διώξει τους θεατές. Μόλις όμως αντιλήφθηκε την πρόθεσή του ο Ιταλός υπαξιωματικός αντέδρασε και είπε πως «δεν θα φύγουν οι θεατές, αν δεν διαβαστεί πρώτα το ανακοινωθέν». Εύλογα τον ρώτησε ο κυρ -Βασίλης «πώς θα διαβαστεί, αφού δεν υπάρχει φωτισμός» και έλαβε την απάντηση: – Con un lampa (με μια λάμπα).
Έτσι κι έγινε. Ανέβηκαν στη σκηνή ο υπαξιωματικός, ο κυρ-Βασίλης κι ένας βοηθός του κρατώντας αναμμένη μια λάμπα πετρελαίου. Κάτω στην πλατεία, οι θεατές ήταν μέσα στο σκοτάδι. Αρχικά ο βοηθός με τη λάμπα πήγε δίπλα στον Ιταλό που διάβαζε το ανακοινωθέν. Όταν τέλειωσε ο Ιταλός, η λάμπα πήγε δίπλα στον κυρ-Βασίλη που άρχισε να διαβάζει : «Πολεμικό ανακοινωθέν του ιταλικού στρατηγείου Νο……Οι ένδοξες στρατιωτικές δυνάμεις μας εισήλθον μετά των Γερμανών εις Βεγγάζην και προχωρούν νικηφόρες προς τη Ντέρνα. Τα αεροπλάνα μας……». Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο, από το βάθος της αίθουσας μέσα από το σκοτάδι, ακούστηκε μια δυνατή φωνή: -Πού τα βρήκες τ’ αεροπλάνα κυρ-Βασίλη;
Γέλασε δυνατά όλη η πλατεία, αλλά ψύχραιμος και απτόητος ο μπάρμπα -Βασίλης συνέχισε σα να μη συμβαίνει τίποτε :- Σκάσε γαμώ τη μάνα σ’, θα μας χώσουν ολνούς μέσα, εβομβάρδισαν το Τομπρούκ. Ο Ιταλός δεν αντιλήφθηκε τίποτε για την έξυπνη και ευρηματική παρεμβολή της φράσης του κυρ-Βασίλη. Ρώτησε όμως γιατί γέλασε το κοινό σ’ ένα σημείο του ανακοινωθέντος.
Κι ο κυρ -Βασίλης, πάντα εύστροφος, εξήγησε με τη βοήθεια κάποιου ιταλομαθούς : – Είχα ξεχάσει ξεκούμπωτο το πανταλόνι, το κατάλαβα την ώρα που διάβαζα το ανακοινωθέν κι άρχισα να το κουμπώνω, γι’ αυτό γέλασαν». Γέλασε κι ο Ιταλός, κι όλα έληξαν. Ο κυρ- Βασίλης όμως για αρκετές μέρες είχε την αγωνία μήπως βρεθεί κανένας «ρουφιάνος» και σφυρίξει στους Ιταλούς το τί ακριβώς συνέβη και βρει το μπελά του. Ύστερα από μέρες, αφού δεν τον ενόχλησε κανένας, ηρέμησε. Κι έψαχνε να μάθει ποιός ήταν αυτός ο «μπαγάσας» που φώναξε για τα αεροπλάνα. Αλλά δεν τόμαθε ποτέ….”(Πηγή : Άρθρο του Γιάννη Τσούτσινου στην ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΗΝΗ, τχ.97, 1995)
Στη φωτογραφία ο Βασίλης Τσολιάς με έναν φίλο του στη βόλτα. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του εγγονού του, Βασίλη Τσολιά)
“……..Βγαίνοντας όξω στα Γιάννενα κατά τις 9 είδα όλη την εικόνα της ατίμωσης, του κουρελιάσματος και του αφανισμού της Πατρίδας: όπλα πεταμένα δω και κει στα χαντάκια, φαντάρους ξεσκισμένους, κουρελιάρηδες, ξυπόλητους, αγριωπούς και αναμαλλιασμένους ύστερα από τόσο σκληρή ζωή στο Μέτωπο να σέρνουνται πεινασμένοι και να πουλάνε ό, τι είδη είχαν σε ξεφτιλιστικές τιμές για να πάρουν κάτι να φάνε!
Στο φρουραρχείο, κέντρο γενικού αφοπλισμού, παράτησα το όπλο μου και το ξίφος μου κατασυντριμμένος. Εκεί κάθε λογής φαντάρος ζητούσε πληροφορίες πού θα πάη και πώς θα πάη και έπαιρνε γι΄απόκριση το μάζεμα των ώμων.
Οι εφωδιασμοί αρπάχτηκαν από τον κόσμο σπάζοντάς τους τις πόρτες. Πήρα λυπημένος τον κατήφορο κι έψαξα για να βρω τον αδελφό μου. Αδύνατο σε κείνη την κοσμοπλημμύρα. Κι έτσι απελπισμένος χωρίς καμμιά άλλη ελπίδα αφού πια το όπλο μου τόσο άδοξα το ΄χα ξεφορτωθεί πήρα το δρόμο για την Άρτα…
Έφευγα αρχίζοντας την πορεία πια του φυγάδα του αφωπλισμένου και ατιμασμένου στρατιώτη. Έφευγα και ΄γώ όπως χιλιάδες κόσμος που έρρεψε μεγαλουργώντας πάνω στης Αλβανίας τ΄απρόσιτα βουνά. Πήρα τον κατήφορο για το σπίτι μου μ΄ένα σακκίδιο με αρκετές γαλέτες και λίγο κασέρι. Στο δρόμο ολοζώντανη η εικόνα της καταστροφής. Κανόνια γκρεμισμένα στους γκρεμούς του δρόμου, τρακτέρ πεταμένα ανάσκελα μέσα σε χαντάκια, βλητοφόρα τσακισμένα, όπλα, οπλοπολυβόλα σκόρπια και πεταμένα δεξιά κι αριστερά, αρχεία Μονάδων ξεσκισμένα και μια ορδή όλων των στρατιωτών να φεύγει σιωπηλή και βιαστική για τα σπίτια τους ανακατωμένη με άλογα ή μουλάρια που χλιμίντριζαν παραπονιάρικα απ΄την πείνα..
Μ΄έπιασε ένα παράπονο ένα παράπονο παρατεταμένο και ασυγκράτητο. Άφησα τον πόνο μου να ξεσπάση σε δάκρυα και δάκρυσα κλαίγοντας το κατάντημα της φτωχής μας Ελλάδας… Έκλαψα για την ατίμωσή της την καταστροφή της, τον αφανισμό της… Έκλαψα την φτωχή Πατρίδα που άδικα πλήρωνε και τόσο σκληρά για συμφέροντα και εγωπάθειες. Πλήρωνε έτσι με αίμα και τέλειο ξεκουρέλιασμα γιατί πίστεψε στις υποσχέσεις και στα παχιά τα λόγια εκείνων που και άλλοτε την είχαν ξεφτιλίσει και εγκαταλείψει την τελευταία στιγμή στων οχτρών της τα χέρια. Έκλαψα για το αίμα που χύθηκε, για τις θυσίες που έγιναν μα πιο πολύ έκλαψα για κείνους που ενώ θυσίασαν τη ζωή τους για ένα σκοπό και άφησαν τα κουφάρια τους κει στα άγρια φαράγγια, λεία και τροφή στα πεινασμένα αγρίμια, ρίχνοντας στην ορφάνια τα παιδιά τους, στην εκμετάλεψη τις απροστάτευτες γυναίκες τους ή αδερφές τους, αυτή τους η θυσία δεν ωφέλησε σε τίποτα. Φτωχή Ελλάδα πάντα φτωχή, πάντα ξευτιλισμένη γιατί έτσι το θέλουν οι πολιτικοί του ρηχού νερού, της τσαπατσουλιάς, της συμφεροντολογίας και του ολέθρου…
Έφυγα και διανυχτερεύοντας σ΄ένα στα τόσα εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα και ξαναπαίρνοντας δρόμο πριν χαράξη, βρέθηκα τ΄απομεσήμερο στην Άρτα. Και δω δείχτηκε όλη η απανθρωπιά μας, όλη η φιλαυτία μας και όλη η ασπλαχνιά μας. Ας αφήσω που δεν έδινε κανείς δεκάρα για τον ξαπλωμένο καταμεσίς του δρόμου συνάδελφό του που αγκομαχούσε από την κούραση και εξαντλημένος από την πείνα, ας αφήσουμε τη θηριωδία που φερνόντουσαν οι σωφέρηδες σ΄όποιον τολμούσε να σκαρφαλώση σ΄ένα αυτοκίνητο που συνήθως έφευγε προς τα κάτω άδειο, μα δεν μπορώ να ξεχάσω το φέρσιμο στ΄αθώα και υπομονετικά ζώα, στ΄άκακα και αμίλητα που για χάρη μας τόσα και τόσα υπέφεραν πάνω στα βουνά νηστικά, διψασμένα, μες τα χιόνια και τις βροχές κουβαλώντας μας ώρες και ώρες δρόμο τα τρόφιμα πάνω στα βουνά και με φορτίο ανώτερο της αντοχής τους και που για όλα αυτά ο κάθε ασυνείδητος έτσι παραμελημένα καθώς ήσαν τ΄άρπαζε και καβαλικεύοντας το για να φύγη γληγορώτερα και καβάλλα το ψόφαγε στην τρεχάλα χωρίς να σταματήσει καθόλου ούτε να το ποτίση, αναγκάζοντάς το να τρέχη ώρες και ώρες και στο τέλος εξηντλημένο να πέφτη χάμω και να ψοφά από την υπερκόπωση και εξάντληση! Κι έβλεπε κανείς στον δρόμο να παραδέρνουν ψυχοραγώντας άπειρα τέτοια βουβά θύματα…
Στην Άρτα μάς σταμάτησαν οι Γερμανοί για να προσπεράσουν ανεμπόδιστα τις φάλαγγές τους από τανκς και αυτοκίνητα. Εκεί βρήκα κι έναν χωριανό με μια μούλα – ήταν στα μεταγωγικά και την είχε από την αρχή του πολέμου – φορτωμένη μ΄αρκετά εφόδια. Φόρτωσε και τα δικά μου λιγοστά πράμματα και σαν μας άφησαν ξεκινήσαμε. Μα αποκαμωμένοι από την συνεχή δεκαεξάωρο πορεία αναγκαστήκαμε να μείνουμε μόλις σουρούπωσε. Ξεκινώντας το χάραμα φτάσαμε το μεσημέρι στον Καρβασαρά. Κει αναγκαστικά μείναμε από τους Γερμανούς δυο μέρες και καταλύσαμε σ΄ένα γνωστό σπίτι του συγχωριανού μου. Σαν μας επέτρεψαν συνεχίσαμε την πορεία, χωρίς την μούλα γιατί μας την έκλεψαν, οπότε το βράδυ φτάσαμε στ΄Αγρίνιο…….”(Πηγή : ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΣΚΛΗΡΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ*, Ντίνος Δ. Ψυχογιός, Λευκάδα, 2020 )
Στη φωτογραφία”Στιγμές ανάπαυσης και καθαριότητας για τους άνδρες των SS στο συντριβάνι ενός ελληνικού χωριού υπό τα βλέμματα Ελλήνων στρατιωτών που έχουν παραδοθεί”. (Πηγή : Η ΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ, Κ.Χ. Βάγιας, Άρτα, 2004)
Για τον διατηρητέο στρατώνα στο στρατόπεδο Βερσή της Άρτας, γράψαμε πρόσφατα. Το στρατόπεδο «Βερσή» πήρε το όνομά του προς τιμήν του Ταγματάρχη Κ. Βερσή ο οποίος «από ελληνικό φιλότιμο κι από βαριά στεναχώρια και ντροπή για την ήττα και την προσάρτηση, αυτοκτόνησε καβάλα στο φαρί του…» τον Απρίλιο του 1941, όταν υπογραφόταν στην Θεσσαλονίκη, από τον αντιστράτηγο Τσολάκογλου, τον Γερμανό στρατάρχη Γιόλντ και τον Ιταλό στρατηγό Φερέρο το 3ο πρωτόκολλο ανακωχής, υπό τον τίτλο “Σύμβασις Συνθηκολογήσεως”.
“Το V Σύνταγμα Πυροβολικού παρέδωσε τα πυροβόλα και τον οπλισμό του εις το χωρίον Σταυράκι. Η ταχύπτερος φήμη έφερε μέχρις ημών την νύκτα της επομένης, ότι ο ταγματάρχης πυροβολικού Βερσής Κωνσταντίνος, διοικητής μοίρας πυροβολικού, ετίμησε, κατά τρόπον μεγαλειώδη, το υπερήφανον όπλον του. Όταν, δηλαδή, έλαβε την διαταγή να παραδώση τα πυροβόλα του, συνεκέντρωσεν τους άνδρας της μοίρας του με μέτωπον προς νότον, προς την αιώνιαν Ελλάδα. Διέταξε και πάντες έψαλαν τον Εθνικό μας Ύμνον, και κατόπιν, αφού ησπάσθη τα πυροβόλα του, έδωσε διαταγήν και τα συνέτριψαν με δυναμίτιδα. Κι ενώ ακόμη το έδαφος εσείετο από τας εκρήξεις, ο Βερσής, στηρίξας το περίστροφόν του εις τον δεξιόν του κρόταφον, ηυτοκτόνησε”. (Ι.Α. Βερνάρδου “Τρεμπεσίνα”, σελ. 176. Εκδόσεις Ν. Αλικιώτης και Υιοί).
Στη φωτογραφία το μάλλον άγνωστο ποίημα που έγραψε προς τιμήν του Κ. Βερσή, ο Ηπειρώτης ποιητής Σπύρος Μουσελίμης. (Πηγή : ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤ’ ΑΓΚΑΘΟΤΟΠΙΑ, Γ.Β.Δημητριάδης, Αθήνα, 1978)
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.