Περνώντας από την Άρτα στην επιστροφή από το μέτωπο του πολέμου….

26-4-1941

“……..Βγαίνοντας όξω στα Γιάννενα κατά τις 9 είδα όλη την εικόνα της ατίμωσης, του κουρελιάσματος και του αφανισμού της Πατρίδας: όπλα πεταμένα δω και κει στα χαντάκια, φαντάρους ξεσκισμένους, κουρελιάρηδες, ξυπόλητους, αγριωπούς και αναμαλλιασμένους ύστερα από τόσο σκληρή ζωή στο Μέτωπο να σέρνουνται πεινασμένοι και να πουλάνε ό, τι είδη είχαν σε ξεφτιλιστικές τιμές για να πάρουν κάτι να φάνε!

Στο φρουραρχείο, κέντρο γενικού αφοπλισμού, παράτησα το όπλο μου και το ξίφος μου κατασυντριμμένος. Εκεί κάθε λογής φαντάρος ζητούσε πληροφορίες πού θα πάη και πώς θα πάη και έπαιρνε γι΄απόκριση το μάζεμα των ώμων.

Οι εφωδιασμοί αρπάχτηκαν από τον κόσμο σπάζοντάς τους τις πόρτες. Πήρα λυπημένος τον κατήφορο κι έψαξα για να βρω τον αδελφό μου. Αδύνατο σε κείνη την κοσμοπλημμύρα. Κι έτσι απελπισμένος χωρίς καμμιά άλλη ελπίδα αφού πια το όπλο μου τόσο άδοξα το ΄χα ξεφορτωθεί πήρα το δρόμο για την Άρτα…

Έφευγα αρχίζοντας την πορεία πια του φυγάδα του αφωπλισμένου και ατιμασμένου στρατιώτη. Έφευγα και ΄γώ όπως χιλιάδες κόσμος  που έρρεψε μεγαλουργώντας πάνω στης Αλβανίας τ΄απρόσιτα βουνά. Πήρα τον κατήφορο για το σπίτι μου μ΄ένα σακκίδιο με αρκετές γαλέτες και λίγο κασέρι. Στο δρόμο ολοζώντανη η εικόνα της καταστροφής. Κανόνια γκρεμισμένα στους γκρεμούς του δρόμου, τρακτέρ πεταμένα ανάσκελα μέσα σε χαντάκια, βλητοφόρα τσακισμένα, όπλα, οπλοπολυβόλα σκόρπια και πεταμένα δεξιά κι αριστερά, αρχεία Μονάδων ξεσκισμένα και μια ορδή όλων των στρατιωτών να φεύγει σιωπηλή και βιαστική για τα σπίτια τους ανακατωμένη με άλογα ή μουλάρια που χλιμίντριζαν παραπονιάρικα απ΄την πείνα..

Μ΄έπιασε ένα παράπονο ένα παράπονο παρατεταμένο και ασυγκράτητο. Άφησα τον πόνο μου να ξεσπάση σε δάκρυα και δάκρυσα κλαίγοντας το κατάντημα της φτωχής μας Ελλάδας… Έκλαψα για την ατίμωσή της την καταστροφή της, τον αφανισμό της… Έκλαψα την φτωχή Πατρίδα που άδικα πλήρωνε και τόσο σκληρά για συμφέροντα και εγωπάθειες. Πλήρωνε έτσι με αίμα και τέλειο ξεκουρέλιασμα γιατί πίστεψε στις υποσχέσεις και στα παχιά τα λόγια εκείνων που και άλλοτε την είχαν ξεφτιλίσει και εγκαταλείψει την τελευταία στιγμή στων οχτρών της τα χέρια. Έκλαψα για το αίμα που χύθηκε, για τις θυσίες που έγιναν μα πιο πολύ έκλαψα για κείνους που ενώ θυσίασαν τη ζωή τους για ένα σκοπό και άφησαν τα κουφάρια τους κει στα άγρια φαράγγια, λεία και τροφή στα πεινασμένα αγρίμια, ρίχνοντας στην ορφάνια τα παιδιά τους, στην εκμετάλεψη τις απροστάτευτες γυναίκες τους ή αδερφές τους, αυτή τους η θυσία δεν ωφέλησε σε τίποτα. Φτωχή Ελλάδα πάντα φτωχή, πάντα ξευτιλισμένη γιατί έτσι το θέλουν οι πολιτικοί του ρηχού νερού, της τσαπατσουλιάς, της συμφεροντολογίας και του ολέθρου…

Έφυγα και διανυχτερεύοντας σ΄ένα στα τόσα εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα και ξαναπαίρνοντας δρόμο πριν χαράξη, βρέθηκα τ΄απομεσήμερο στην Άρτα. Και δω δείχτηκε όλη η απανθρωπιά μας, όλη η φιλαυτία μας και όλη η ασπλαχνιά μας. Ας αφήσω που δεν έδινε κανείς δεκάρα για τον ξαπλωμένο καταμεσίς του δρόμου συνάδελφό του που αγκομαχούσε από την κούραση και εξαντλημένος από την πείνα, ας αφήσουμε τη θηριωδία που φερνόντουσαν οι σωφέρηδες σ΄όποιον τολμούσε να σκαρφαλώση σ΄ένα αυτοκίνητο που συνήθως έφευγε προς τα κάτω άδειο, μα δεν μπορώ να ξεχάσω το φέρσιμο στ΄αθώα και υπομονετικά ζώα, στ΄άκακα και αμίλητα που για χάρη μας τόσα και τόσα υπέφεραν πάνω στα βουνά νηστικά, διψασμένα, μες τα χιόνια και τις βροχές κουβαλώντας μας ώρες και ώρες δρόμο τα τρόφιμα πάνω στα βουνά και με φορτίο ανώτερο της αντοχής τους και που για όλα αυτά ο κάθε ασυνείδητος έτσι παραμελημένα καθώς ήσαν τ΄άρπαζε και καβαλικεύοντας το για να φύγη γληγορώτερα και καβάλλα το ψόφαγε στην τρεχάλα χωρίς να σταματήσει καθόλου ούτε να το ποτίση, αναγκάζοντάς το να τρέχη ώρες και ώρες και στο τέλος εξηντλημένο να πέφτη χάμω και να ψοφά από την υπερκόπωση και εξάντληση! Κι έβλεπε κανείς στον δρόμο να παραδέρνουν ψυχοραγώντας άπειρα τέτοια βουβά θύματα…

Στην Άρτα μάς σταμάτησαν οι Γερμανοί για να προσπεράσουν ανεμπόδιστα τις φάλαγγές τους από τανκς και αυτοκίνητα. Εκεί βρήκα κι έναν χωριανό με μια μούλα – ήταν στα μεταγωγικά και την είχε από την αρχή του πολέμου – φορτωμένη μ΄αρκετά εφόδια. Φόρτωσε και τα δικά μου λιγοστά πράμματα και σαν μας άφησαν ξεκινήσαμε. Μα αποκαμωμένοι από την συνεχή δεκαεξάωρο πορεία αναγκαστήκαμε να μείνουμε μόλις σουρούπωσε. Ξεκινώντας το χάραμα φτάσαμε το μεσημέρι στον Καρβασαρά. Κει αναγκαστικά μείναμε από τους Γερμανούς δυο μέρες και καταλύσαμε σ΄ένα γνωστό σπίτι του συγχωριανού μου. Σαν μας επέτρεψαν συνεχίσαμε την πορεία, χωρίς την μούλα γιατί μας την έκλεψαν, οπότε το βράδυ φτάσαμε στ΄Αγρίνιο…….”(Πηγή : ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΣΚΛΗΡΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ*, Ντίνος Δ. Ψυχογιός, Λευκάδα, 2020 )

Στη φωτογραφία”Στιγμές ανάπαυσης και καθαριότητας για τους άνδρες των SS στο συντριβάνι ενός ελληνικού χωριού υπό τα βλέμματα Ελλήνων στρατιωτών που έχουν παραδοθεί”. (Πηγή : Η ΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ, Κ.Χ. Βάγιας, Άρτα, 2004)

*Μπορείτε να διαβάσετε το χρονικό στο λινκ https://www.academia.edu/60181507/%CE%91%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%9C%CE%AD%CF%84%CF%89%CF%80%CE%BF_1940_41_%CE%A4%CE%BF_%CE%A7%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%82_%CE%A3%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CE%AE%CF%82_%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82

Δημοσιεύθηκε στην Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.