Το κτίριο του Ξενία

“Οι εργασίες  ανέγερσης  του «Ξενία» κόστισαν, σύμφωνα την εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» (15/11/1958, αριθμός φύλλου 92), «πεντέμιση εκατομμύρια  δραχμές». Κτίστηκε επί κυβερνήσεως  Κωσταντίνου Καραμανλή. Ως πρώτη διευθύντρια του Ξενία  χρημάτισε η Εύη Βοντζίδου, ενώ η έρευνα στην εφημερίδα ο «ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ»  αναφέρει τον Γ. Παπαφωτόπουλο. Τα εγκαίνια του ξενοδοχείου έγιναν τον Ιούνιο του 1961. Το ξενοδοχείο διέθετε δύο ορόφους και προσέφερε 22 δωμάτια με 40 κλίνες  εκ των οποίων τα 2 δωμάτια  ήταν σουίτες, ( 11 δωμάτια στον Α’ όροφο και  11 στον Β’), με χώρο άνετο στο ισόγειο για στάθμευση αυτοκίνητου. Το κτίριο διέθετε 2 μπαρ, ένα  εσωτερικό και ένα εξωτερικό, εστιατόριο με μενού προσεγμένο για τους πελάτες του, γήπεδα άθλησης  κοντά στα τείχη, θερινό αναψυκτήριο και άνετο κήπο”. (Πηγή : Η ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ “ΕΙΚΟΝΑ” ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΕΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, 1945 – 1967, Π. Πασχαλίδης, Άρτα, 2011)

Στη φωτογραφία “Άποψη του χώρου υποδοχής του Ξενία” (Πηγή : Μουσείο Μπενάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

Το Γεφύρι της Άρτας – Κ. Μπαλάφας

“Το Γεφύρι της Άρτας” σε φωτογραφία του Κλωστα Μπαλάφα. (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα, 2003)

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

Η Σιωπή των Παιδιών!

“…..Δυο πράγματα αδυνατώ να ξεχάσω και μένουν βαθύτατα μέσα μου χαραγμένα απ’ εκείνα τα χρόνια και απ’ αυτό το πήγαινε – έλα. Πρώτο η σιωπή των παιδιών!

Λίγος ύπνος, λειψό, ξερό ψωμί – συχνά χωρίς προσφάι – καθόλου παιγνίδι, πολλή κούραση, μακρά πορεία κι ωστόσο καμιά διαμαρτυρία. Και γινόταν όλα αυτά άσκηση υπομονής, γύμνασμα αντοχής, διδαχή για αναμέτρηση από τα γενοφάσκια μας με τη ζωή και το θάνατο που παραμόνευε σε κάθε μας βήμα, στήνοντάς μας χίλιες παγίδες…..” (Μαρτυρία Μ. Β. Αυδίκου στο Λεύκωμα ΣΥΡΡΑΚΟ, ΠΕΤΡΑ – ΜΝΗΜΗ – ΦΩΣ, Συρράκο, 2004)

Φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα από την ενότητα “Οι καιροί βαραίνουν……Κατεβαίνοντας για τα χειμαδιά…” (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα, 2003)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Οι “τσιατούρες”….

“…..Από τα αναγκαία για το δρόμο για τα χειμαδιά ακόμα ήταν η τέντα, η τραγομαλλούσα. Οι φούρκες για το στήσιμό της στο δρόμο, όταν μας έβρισκε η βροχή. Ήταν αδύνατο το φθινόπωρο στην κάθοδό μας να μη μας βρει βροχή ή βροχές, επίμονες και καταρρακτώδεις κάποτε. Μουσκίδι  από τα γόνατα και κάτω, στριμωγμένοι μέσα στην πρόχειρη της κακιάς ώρας σκηνή (τσιατούρα) των 3-4 τετραγωνικών μέτρων που σπάνια μας χωρούσε όλους, ενώ τα πόδια έμεναν σίγουρα απ’ έξω, και , ω του θαύματος, ξημερώναμε ! κι είχαμε το κουράγιο να συνεχίσουμε….”. (Μαρτυρία Μ. Β. Αυδίκου στο Λεύκωμα ΣΥΡΡΑΚΟ, ΠΕΤΡΑ – ΜΝΗΜΗ – ΦΩΣ, Συρράκο, 2004)

Στη φωτογραφία “Πρόχειρος καταυλισμός με τέντες (τσιατούρες). Απαραίτητο εξάρτημα, η κάπα.(Φωτο από το ίδιο βιβλίο)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Τσέλιγκας Καλαρρυτινός…

Καλαρρυτινός τσέλιγκας όπως τον απαθανάτισε ο φακός του Κώστα Μπαλάφα. (Πηγή : Μουσείο Μπενάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Έφτασε ο καιρός για τα χειμαδιά….

Oι κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων ασκούσαν μια μετακινούμενη ή « ημιμόνιμη» κτηνοτροφία σχετικά μικρών αποστάσεων, που οδηγούσε ανθρώπους και κοπάδια κατά τον Οκτώβριο, σε σχέση πάντα και με τις εκάστοτε καιρικές συνθήκες, στους βοσκότοπους της Φιλιππιάδας, Άρτας, Λάμαρης , Πρέβεζας και Ακτίου, όπου και παρέμεναν μέχρι την άνοιξη για ν’ ανέβουν στη συνέχεια και πάλι στα θερινά λιβάδια…. «Αυτή τη φορά η αναχώρηση γινόταν πάντοτε χαράματα. Τα παιδιά με τους γέροντες ξεκινούσαν νωρίτερα. Στο δρομολόγιο υπήρχαν σταθμοί προκαθορισμένοι, σημεία που οι νομάδες διανυκτέρευαν. Η απόσταση που περπατούσαν ήταν περίπου 25 – 30 χιλιόμετρα τη μέρα, γιατί τα πρόβατα είναι αργοβάδιστα, οι δρόμοι ήταν στενοί και σε πολλά σημεία δυσκολοδιάβατοι…..»

«….Για τους περισσότερους από μας τα πράγματα που θα παίρναμε μαζί μας θα έπρεπε να είναι τόσα όσα μπορούσε να σηκώσει ένα – κατά κανόνα «μονάκριβο» – άλογο ή μουλάρι. Είχαμε πρώτα τα είδη διατροφής. Είκοσι – εικοσιπέντε οκάδες καλαμπόκι. Μια χαλκοματένια «μπούγλα» με δυο – τρεις οκάδες λάδι. Λίγες ελιές, λαδοελιές από «μπορμπολόι», που η ανάγκη τις έκανε βρώσιμες. Τέλος λίγη μυζήθρα – γκίζα τη λέγαμε τότε, ανθοτύρι κατ΄ευφημισμό ίσως την αποκαλούν σήμερα – αποβουτυρωμένη μέχρις εσχάτων, έτσι που έμοιζε περισσότερο με ψιλό χαλίκι.

Μετά ήταν η «οικοσυσκευή» μας : Ένας τέντζερης, ένα – δυο καπάκια, ένα ταψί και λίγα κουτάλια. Παλιά αρκούσε ένα για όλους μας – ξύλινο μερικές φορές – αφού τρώγαμε μαζί όλοι, καθισμένοι σταυροπόδι χάμω ή στα γόνατα γύρω από το ταψί και κείνο περνούσε από χέρι σε χέρι γύρω- γύρω σαν σκυτάλη. Τρίτο ήταν το σακί με τον «ιματισμό». Τα χτένια για το λανάρισμα των μαλλιών. Η πυροστιά και πανωσάμαρα  δυο τρεις κότες δεμένες…. (Μαρτυρία Μ. Β. Αυδίκου στο Λεύκωμα ΣΥΡΡΑΚΟ, ΠΕΤΡΑ – ΜΝΗΜΗ – ΦΩΣ, Συρράκο, 2004)

“Κατεβαίνοντας για τα χειμαδιά, μοιράζουν το δρόμο”, Φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα, Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα, 2003)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Στην πλατεία Κακαβά….

Η πλατεία Κακαβά την δεκαετία του 1950-1960. Διακρίνεται το περίπτερο του Μόσχου (?) και στο βάθος το υποδηματοποιείο Αφων Κουτσούμπα. (Φωτο από αρχείο Δημητρίου Παπαρούνη)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε

Πρώην ποτοποιία Β. Γάτσιου

Κατάστημα στην οδό Σκουφά όπου στεγαζόταν η ποτοποιία Α. Κατσαούνου, πρώην Γάτσιου που φέρει τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό αρκετών κτιρίων της κεντρικής οδού της ‘Αρτας, όπως διαμορφώθηκε μετά την απελευθέρωση της πόλης. Τις βιτρίνες του στόλιζαν πανέμορφα, χρωματιστά μπουκάλια με τα πιο πρωτότυπα σχέδια (με ανθρώπινες μορφές, μορφές ζώων, φρούτα κ.α.) που μάγευαν τους διαβάτες και πάντα στέκονταν μπροστά στο τζάμι να τα θαυμάσουν….. Σήμερα το κτήριο  έχει κατεδαφιστεί. (Φωτο από αρχείο Δ. Παπαρούνη, φωτογράφου)

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Mε την ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ στην Κέρκυρα, 1966-67

Διακρίνονται από αριστερά : Κ. Σωτηριάδης (Κωστάρας), Ηλίας Δημολένης (από Ανέζα), Δημήτρης Σιακούφης (από Ρόκκα), Δημήτρης Μπέκας (από Πράμαντα) και Λάμπρος Νικολάου (από Ράχη).

(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

Ετησία  Εμποροζωοπανήγυρις της Άρτας –  Άρθρο του Δικηγόρου Χριστόφορου  Κοντοχρήστου, 1964

Σε ένα φύλλο της εφημερίδας Αμβρακία του 1964, ο δικηγόρος Άρτης Χ. Κοντοχρήστος επισημαίνει τις αλλαγές που έχει φέρει η τεχνολογική πρόοδος στον θεσμό της εμποροζωοπανήγυρης και προτείνει λύσεις :

“Σε λίγες μέρες  έρχεται στην πόλιν μας  το ξακουστό άλλοτε ανά τις περιοχές και τους καιρούς παζάρι της Άρτας, το οποίο αι σύγχρονες εξελίξεις, οι αυτοκινητόδρομοι  μέχρι τα έπακρα και οι άμεσοι  επικοινωνίαι των αγοροπωλητών των ειδών με τους τόπους παραγωγής και τα κέντρα καταναλώσεως, η αντικατάσταση των μεταφορικών μέσων και των ζευγαριών με τη ρόδα, η εισαγωγή  ειδών  τροφίμων,  κρέατος κλπ.  εκ του εξωτερικού και  η δια πρατηρίων διάθεση τούτων  μέχρι τα  ακραία χωρία  και  άλλο μείωσαν  την κίνηση  του ζωοπάζαρου, ιδίως  κατά την εμποροπανήγυρη και την παλαιά θέση των ετησίων αυτών  ζωεμποροπανήγυρεων ευρύτερον, την οποίαν αντικαθιστούν σιγά σιγά  οι τοπικές  και διεθνείς εκθέσεις.  Εις την  διεθνή,  φερ’ ειπείν, έκθεση  Θεσσαλονίκης,  εκτίθενται όλα  τα  προς  πώληση  παραγόμενα  βιομηχανικά και  της γης προϊόντα μας, και  τα πρατήρια, οι οργανισμοί  παραγωγής  και  οι αντιπρόσωποί των δύνανται  να τα διαθέσουν  στους καταναλωτές  εις οποιανδήποτε  εποχή  και ημέρα, μέχρι και της τελευταίας καλύβας διά των αυτοκινήτων των κλπ. και απέμειναν δια τον σοβαρόν  αυτόν άλλοτε συντελεστή  της οικονομικής κινήσεως στο τόπο,  σήμερον  απομεινάρια από την ζωοπανήγυρη, ήτοι ολιγότερες  πωλήσεις  εκ των βοοειδών  εις ζωέμπορους  των μεγαλοπόλεων,  ελάχιστες πωλήσεις  ιπποειδών, μα πολύ ελάχιστες δια τας  ανάγκας των χωρικών από τα αιγοπρόβατα,  που  έλειψαν κι’  αυτά,  μόνον τα διά  το τσιγκέλι, τα σιτηρά  ουδόλως, και έμειναν από την παλαιά εμποροπανήγυρη μονό τα μπιμπελά, μικροπράγματα,  τα γυαλικά, τα παλιά και  φορητά  θέατρα και παιγνίδια  και τίποτα  σχεδόν άλλο.

Ενώ αντιθέτως πολλαί συγκεντρώσεις  γίνονται τώρα κατά τόπους  και  συνέδρια  και τοπικές  εκθέσεις  κατ’ έτος,  αίτινες ηδύναντο να γίνουν ταυτοχρόνως, κατά τον χρόνον αυτόν της εμποροπανηγύρεως εδώ, ως αι τοιαύται της  Δ\νσεως  Γεωργίας, των διαφόρων βιομηχανικών παραγωγών, τα συνέδρια των Δασκάλων, των Προέδρων κοινοτήτων, των Ιερέων, οπού πολύ περισσότερον θα εξετίθεντο τα εκθέματα, και εις τους πέραν των  συνέδρων  αι σκέψεις  και αποφάσεις  θα εγίνοντο  προς κοινότερο  όφελος  γνωσταί  και  επικοινωνία  όλων και η κίνηση γενικώς θα ήτο μεγαλυτέρα στην πόλη.  Εάν ο  «Σκουφάς» π.χ. και αυτός ή  τα γυμνάσια είχαν  και αυτά τας εκθέσεις  των δια το κοινό,  τότε,   κατά την συρροή  και  των χωρικών  από τα χωριά και  έξω  τόπους,  έχουμε την γνώμη  ότι  οι σκοποί των εκθέσεων  όλων  θα επιτελούντο πληρέστερα και πολύ χρησιμότερα   δια τον σκοπόν  που ενεργούνται,  και δια τους εκθέτες  και  δια την διάθεση,  και  δια την γνώση  περί αυτών και στο κοινό  ευρύτερα μέχρι  των τόπων  όλων των μαθητών π.χ. και  όχι μόνο των Αρτινών.  Και επιδιώκοντας  την συντήρηση  και τον εκσυγχρονισμό  της  ωφελίμου  αυτής  κοινωνικής,  οικονομικής  και μορφωτικής ακόμη εμποροπανηγύρεως του πλουσίου τόπου μας, έχομεν  την γνώμη  ότι  μια απόφαση της διοικήσεως του νομού  και  της πόλεως  κυρίως  περί συντονισμένης  και συγχρόνου  άμα  τοιαύτης, ποικίλου και   καθολικής των εκθέσεων,  κατά την ετησίαν μας παλαιά  εδώ εμποροζωοπανήγυρη, ως  οι ανάγκες  και οι σκοποί των προγονών  την θέσπισαν  και το  θέλει ο κόσμος………».(Πηγή : Εφημερίδα «Αμβρακία» , α.φ.19, 14 Σεπτεμβρίου 1964)

Στη φωτογραφία Ανακοίνωση του Δημάρχου Άρτης Χ. Γκίζα για την διαφήμιση της εμποροζωοπανήγυρης σε εφημερίδες, με ημερομηνία 10 Αυγούστου 1961. (Πηγή : Η ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ “ΕΙΚΟΝΑ” ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΕΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, 1945 – 1967, Π. Πασχαλίδης, Άρτα, 2011)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε