Αγία Θεοδώρα – 1950ς

“Ανάβοντας κερί στην εκκλησία της Αγίας Θεοδώρας – 1950ς” Φωτογραφία του Cas Oorthuys, https://www.nederlandsfotomuseum.nl
Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Το στόλισμα του Επιταφίου στην Άρτα……

Το μάζεμα των λουλουδιών για το στόλισμα του επιτάφιου, άρχιζε από την Κυριακή των Βαΐων και συνεχιζόταν μέχρι το πρωί τής Μεγάλης Παρασκευής. Κατά κανόνα τα λουλούδια έπρεπε να είναι φυσικά. Σε περιπτώσεις όμως πού για διάφορους λόγους, χρησιμοποιούνταν τεχνητά λουλούδια, ο επιτάφιος υποβιβαζόταν σέ δεύτερης κατηγορίας επιτάφιο. Τα λουλούδια αναζητιούνταν στους κήπους και στις βεράντες των σπιτιών της ενορίας. Αν όμως το Πάσχα ήταν πρώιμο ή η Άνοιξη όψιμη, τότε τα λουλούδια δεν ήταν πολλά κι’ ήταν ανάγκη ν’ «αρπαχτούν» από σπίτια άλλων, αντίπαλων ενοριών, των οποίων ο επιτάφιος θα γινόταν λιγότερο ανταγωνιστικός. Φτάνουμε έτσι στο άρπαγμα—κλέψιμο των λουλουδιών. Τα λουλούδια για τα οποία γίνονταν πραγματικές βραδινές επιχειρήσεις, ήταν κυρίως ζουμπουϊές (ροζ—μωβ—άσπρες), χιόνια και τριαντάφυλλα. Το κλέψιμο των λουλουδιών είχε υιοθετηθεί απ’ όλους και ολόκληρες ομάδες αγοριών κυρίως, έπαιρναν ενεργό μέρος.

Χρονολογικά το επεισόδιο που θα αφηγηθώ τοποθετείται στα 1930-34, όταν  ήμουνα μαθητής του 2ου Δημοτικού (στο Ρολόϊ). Τότε η οικογένειά μου έμενε στην πλατεία Μονοπλιού (εκεί πού σήμερα είναι το παντοπωλείο Κ. Μπανταλούκα). Στο ισόγειο ήταν ο φούρνος του πατέρα μου κι’ από πάνω το σπίτι μας. Έτσι, λόγω θέσεως, υπαγόμασταν στην ενορία του Αγίου Γεωργίου. Μαζί με αρκετούς συνομηλίκους μου είχα λάβει μέρος σε πολλές νυκτερινές επιχειρήσεις «κλεψίματος» λουλουδιών. Απ’ τους πιο δραστήριους θυμάμαι τους Κ. Λογοθέτη, Π. Λαλαγιάννη, Θ. και Σ. Αγόρο, Ι. Γαλανό, Κ. Παναγιώτου, Κ. Λιβέρη, Κ. Σιώκο, X. Σίτα, Β. Καράλη, Γ. Μπλέτσο, Γκόγκο κ.ά. Το γενικό σχεδίασμα των επιχειρήσεων είχε ο Χαρίλ. Χουλιάρας. Θ’ αναφερθώ λοιπόν σε μια απ’ τις εξορμήσεις. Είχαμε επισημάνει το σπίτι της κυρά Χαρίκλειας της Συρεπίσιενας, μητέρας του καθηγητή  Ηρακλή Συρεπίσιου. Σε μια μικρή ταράτσα με αλτάνες, έδιναν κι’ έπαιρναν οι ζουμπουϊές. Το σπίτι αυτό υπαγόταν στην Ενορία της Αγιά – Σοφιάς κι’ ήταν ακριβώς απέναντι απ’ την Κασσοπίτρα. Μια βραδιά της Μεγ. Εβδομάδας, κανονίσαμε για την επιχείρηση, που κρατιούνταν μυστική. Η ταράτσα είχε ύψος τέσσερα περίπου μέτρα. Έπρεπε λοιπόν νάχουμε σκάλα. Μετά τα μεσάνυχτα μαζευτήκαμε κάπου δέκα παιδιά. Είχαμε μαζί μας σκάλα, και βαρελότα. Στην παρέα προστέθηκε την τελευταία στιγμή κι’ ο Γιώργος Χαρ. Μπανταλούκας. Αξίωσε μάλιστα να ανεβεί αυτός στην ταράτσα να κόψει τις ζουμπουϊές. Ίσως ήθελε να μας πείσει πώς ήταν κι’ αυτός δραστήριος κι’ άξιος γι’ αυτές τις δουλειές, γιατί θεωρούνταν παιδί του σπιτιού κι’ όχι «σπόρος», όπως εμείς οι άλλοι. Βάλαμε λοιπόν τη σκάλα, πιάσαμε τσίλιες κι’ ο Γιώργος ανέβηκε στην ταράτσα. Όμως η κυρά-Χαρίκλεια αγρυπνούσε. Άκουσε θόρυβο, κατάλαβε τι γινόταν κι’ έβαλε τις φωνές. Κάποιος από μας τους κάτω, πέταξε βαρελότο. Η κυρά Χαρίκλεια λιποθύμησε. Αλλά κι’ εμείς, σε χρόνο μηδέν, αρπάξαμε τη σκάλα και το βάλαμε στα πόδια. Ο φουκαράς ο Γιώργος έμεινε αμανάτι πάνω στην ταράτσα. Τρέξαμε λοιπόν στην Εκκλησία, οπού μεταφέραμε την είδηση και κρυφτήκαμε στο ταβάνι. Ευτυχώς η κυρά—Συρεπίσιενα δεν έπαθε τίποτε. Την άλλη μέρα κινητοποιήθηκαν οι Επίτροποι της Εκκλησίας, ακόμη κι’ ο τότε δεσπότης Σπυρίδων Γκινάκας κι’ ο Γιώργος αφέθηκε ελεύθερος. Δεν θυμάμαι αν ξαναπήρε μέρος σε άλλη τέτοια εξόρμηση ο Γιώργος, που δίκαια μας κατηγορούσε ότι τον εγκαταλείψαμε…” (Πηγή : Άρθρο του Παύλου Έξαρχου στο Περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 54-55, 1980)­

“Σπίτι με αλτάνες στην Άρτα” σε φωτογραφία του Αριστοτέλη Ζάχου το 1916.(Πηγή : ΗΠΕΙΡΟΣ-ΘΕΣΣΑΛΙΑ-ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, “Μέσα από το φακό του Α. Ζάχου” (2007), Αρχεία Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής , Μουσείο Μπενάκη)
Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Το μεταθανάτιο πορτραίτο στις αρχές του εικοστού αιώνα….

Οπτική απεικόνιση της κηδείας εξέχοντος ατόμου, πιθανόν Δημάρχου, στην Άρτα, στις αρχές του 20ου  αιώνα (Φωτο από αρχείο Τάκη Ζαρκαλή)

Η οπτική απεικόνιση του θανάτου με φωτογραφική μέθοδο, που αναπτύχθηκε κατά τον 19ο αιώνα, είναι μία από τις πάρα πολλές προσπάθειες που έχουν γίνει για τη συμφιλίωση του ανθρώπου με τον τερματισμό της ζωής. Οι εικόνες αυτές ήταν, μερικές φορές, τα δευτερεύοντα προϊόντα κοινωνικών πρακτικών, όπως π.χ. νεκρώσιμων τελετών και ταφών. Σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, αντανακλούν μια ορμέμφυτη τάση, χαρακτηριστική της εποχής κατά την οποία δημιουργήθηκαν. Αυτή η τάση μπορεί να περιγραφεί ως μια ρομαντική και συναισθηματική επιθυμία των ανθρώπων να υπερνικήσουν το γεγονός του οριστικού χωρισμού καθώς ο άνθρωπος του 19ου αιώνα επιδίωκε να διατηρήσει ζωντανό στη μνήμη το πρόσωπο που πέθανε, με κάθε δυνατό τρόπο. Οπτικά είδωλα, ιδιαίτερα φωτογραφίες, παρείχαν κάποιους από τους πλέον αποτελεσματικούς και συναισθηματικά ικανοποιητικούς τρόπους για να επιτευχθεί αυτό. Τέτοιες φωτογραφίες θεωρούνταν γενικά «θεραπευτικές», ενώ παράλληλα επαλήθευαν το θάνατο κάποιου προσώπου στους συγγενείς που έμεναν μακριά.

Ο μεγάλος αριθμός φωτογραφικών διαφημίσεων, σχετικών με το θέμα αυτό στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το νεκρικό πορτρέτο ήταν ευρέως διαδεδομένο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τα παιδιά. Η κλασική πόζα, σαν αυτό να κοιμάται, αντιπροσώπευε την έκφραση της χριστιανικής πεποίθησης για την ανάσταση των νεκρών. Η νεκρική φωτογραφία ήταν για πολλούς το μοναδικό φωτογραφικό πορτρέτο που υπήρχε. Αποτελούσε, λοιπόν, την τελευταία ευκαιρία για την καταγραφή των χαρακτηριστικών κάποιου αγαπημένου, τον οποίο ο θάνατος απαίτησε τόσο ξαφνικά.

Τα μεταθανάτια πορτρέτα της πρώιμης περιόδου (1850-1875) διαθέτουν αρκετές ομοιότητες μεταξύ τους. Τα πιο πολλά είναι κοντινά πορτρέτα από τη μέση και πάνω, που δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στα χαρακτηριστικά του προσώπου. Αν τυχαίνει να φαίνεται και ο περιβάλλων χώρος, αυτός συνήθως είναι το εσωτερικό κάποιου σπιτιού. Βιβλία, λουλούδια ή θρησκευτικά αντικείμενα, όπως κεριά ή σταυρός, τοποθετούνται ενίοτε στα χέρια ή στο στήθος του νεκρού. Η πόζα ουσιαστικά εκφράζει τα συναισθήματα προς τον νεκρό. Προς τα τέλη του 19ου αιώνα επικρατούσε η αντίληψη ότι ο θάνατος δεν επήλθε πραγματικά. Οι άνθρωποι δεν πέθαιναν, αλλά απλά κοιμόντουσαν. Ουσιαστικά αναπαύονταν από τις εργασίες τους. Η ανάγκη να δημιουργήσουν τη φαντασίωση της ζωής ήταν τόσο έντονη, ώστε ο φωτογράφος συχνά τραβούσε τη φωτογραφία ενός ξαπλωμένου ατόμου και κατόπιν γύριζε την εικόνα κατά ενενήντα μοίρες, έτσι ώστε να φαίνεται ότι ήταν καθιστά. Ο Φίλιππος Μαργαρίτης είναι ο πρώτος Έλληνας ο οποίος μεταξύ των θεμάτων που φωτογράφισε ήταν και νεκρικά πορτρέτα μικρών παιδιών και επιφανών ανδρών της εποχής του. Πρόκειται φωτογραφίες αλμπουμίνας, τις οποίες τράβηξε την περίοδο 1855-1870. Οι λήψεις είναι συνήθως κοντινές και περιλαμβάνουν τον νεκρό, ολόκληρο ή σε μπούστο, στο κρεβάτι του.

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου  εμφανίστηκαν και φωτογραφίες που περιλάμβαναν και τους συγγενείς που βρίσκονταν πίσω ή γύρω από το νεκρό. Οι λήψεις αυτές χρειάζονταν αρκετή ώρα μέχρι να τοποθετηθούν όλοι στην κατάλληλη θέση, ανάλογα με το βαθμό συγγένειας που είχαν με τον νεκρό. Κατά τον 20ο  αιώνα γίνονταν και λήψεις όπου όλοι οι κάτοικοι ενός χωριού στέκονταν γύρω από το ανοικτό φέρετρο, στο προαύλιο της εκκλησίας.

Νεκρικά πορτρέτα συναντώνται στο εξής και σε άλλες επαρχιακές πόλεις της Ελλάδας. Στην Άρτα μια μεγάλη συλλογή από νεκρικά πορτραίτα υπάρχει στο φωτογραφικό αρχείο του Δημήτρη Ν. Μητσιάνη. (Πηγή : ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ 1839 – 1970, Άλκης Ξ. Ξανθάκης, Αθήνα, 2008)

Κηδεία του Βασιλείου Παπακώστα στο Συράκο το 1909.  Αριστερά η σύζυγός του, Αικατερίνη (Φωτο από αρχείο Πάνου Παπακώστα όπως δημοσιεύτηκε στο Λεύκωμα, ΣΥΡΡΑΚΟ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Ιωσήφ Ζιώγας, Ιωάννινα 2006)
Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Το Πάσχα στα Θεοδώριανα…….(συνέχεια)

“……..H εκκλησία στις «αγρυπνίες» γινόταν ολόφωτη από τα κεριά και τις λαμπάδες του πυκνού εκκλησιάσματος. Κι ήταν αυτό που ενίσχυε την πίστη, την αίσθηση και την μυστικοπάθεια των πιστών. Μια ατμόσφαιρα γεμάτη έκσταση και κατάνυξη.

Μέσα σ’ αυτή την κατανυκτική ατμόσφαιρα αναπέμπονταν οι δεήσεις με τους ωραιότατους ψαλμούς και ύμνους ….Και η μελωδική φωνή του παπα- Αλέξη σε τόνους βυζαντινούς, δονούσε σ’ όλον τον ιερό χώρο και σκέπαζε πατρικά το εκκλησίασμα. Ο αείμνηστος Παπαλέξης, εφημέριος του ιερού ναού Αγίου Γεωργίου Θεοδωριάνων ήταν φιλόδοξος για την προκοπή και το καλό του χωριού. Βοηθούμενος κι απ’ τον υπέργηρο Παπαχρήστο, σεβάσμιες μορφές αμφότεροι…..

Την Μ. Πέμπτη ξαμολιόμασταν εμείς τα παιδιά από το πρωί στις εξοχές, για να μαζέψουμε λουλούδια, που θα στολίζαμε την άλλη μέρα τον Επιτάφιο. Στις πράσινες λακούλες και τις χέρσες ακόμα χωραφιές μαζεύαμε άσπρες μαργαρίτες και κάτι μικρά κίτρινα λουλούδια που τα κάναμε στεφάνια. Τις πασχαλίτσες (που στην Κατοχή με τη μεγάλη πείνα τις τρώγαμε ωμές! Τα ίτσια με το ψηλόλεπτο κοτσιάνι και το γυρτό κεφαλάκι, που έντονα μοσχοβολούσαν κιόλας, τ’ αναζητούσαμε στα όχτια και τις παραβόλες των χωραφιών κάτω από τα αγκαθωτά βάτα. Εμείς τα σχολοπαίδια ασχολούμασταν μερικά με την ψαλτική. Τους περισσότερους στίχους των Χαιρετισμών και του Επιταφίου τους είχαμε μάθει απ’ έξω.  Το βραδάκι της Μ. Παρασκευής κατάμεστη η εκκλησία από πιστούς θα’ ταν και ξενιτεμένοι χωριανοί, που θα’ ρχονταν να γιορτάσουν το Πάσχα με τους δικούς τους. Σχηματίζαμε μικρά γκρουπ και ψάλλαμε και συναγωνιζόμασταν μάλιστα πιο γκρουπ θα βγει το καλύτερο…….” (Πηγή : Άρθρο του Πέτρου Θ. Σκουτέλα , ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 273, 2002)

Στη φωτογραφία “Το στόλισμα του Επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή στην Αγία Τριάδα στο Δίστρατο. Όρθιοι από αριστερά : Δημητρούλα Τσαρακλή, Τάκης Τζαμάκος, Αργυρώ Σιαφαρίκα. Καθιστοί : Ματθία Τζαμάκου και Λουκία Φλώρου”. (Πηγή : ΤΟ ΔΙΣΤΡΑΤΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, Χ.  Β. Ντάλας, Αθήνα, 2008) )

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Περιμένοντας το Πάσχα στα Θεοδώριανα…….

“Στο Παζάρι το Πάσχα 1928 -30”, Έλλη Παπαδημητρίου, Λεύκωμα  ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
Ήπειρος – Μακεδονία, Αθήνα, 1977)

———————

“Θυμάμαι σαν τώρα, πως και πως περιμέναμε να έρθει το Πάσχα. Και περισσότερο δε εμείς που νηστεύαμε όλη τη μεγάλη Σαρακοστή. Άλλοι χωριανοί νήστευαν μόνο την πρώτη και τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής. Έτσι τη βγάζαμε 49 ολόκληρες μέρες με σαρακοστιανά φαγητά (ελιές, χαλβά, φακές, φασόλια με λιασμένα κορόμηλα, κουρκούτι ξηροκαμμένη, μαντζιόνα (αλεύρι καλαμποκίσιο βρασμένο με νερό), ζεματούρα κ.α.)

Μόλις περνούσαν, λοιπόν, οι Απόκριες, με τα ξηροκαμμένα αρνιά στη γάστρα κι οι λογιαστές πίτες ( τυρόπιτες, τραχανόπιτες, κρεατόπιτες…..) έδιναν τη θέση τους στην Καθαρά Δευτέρα με τα σκορδάκια, τα κρεμμυδάκια, με τουρσιά ταραμάδες κι αντί για πιταστή τη ροκίσια κουλούρα και μ’ όλα τα υπαίθρια ξεφαντώματα του γλεντιού με χορούς και τραγούδια, αλλά και του αποχαιρετισμού της γαστρικής ευωχίας…! Την άλλη μέρα άρχιζε η Σαρακοστή με τη νηστεία και την προσευχή. Κι όλοι οι κάτοικοι του χωριού στις καθημερινές τους ασχολίες, που αποσκοπούσαν οι περισσότερες και στη μεγάλη γιορτή της ΛΑΜΠΡΗΣ….

Οι νοικοκυρές θ’ αποδύονταν στο μάζεμα των αυγών μια και δεν υπήρχε οικιακή κατανάλωση, λόγω Σαρακοστής. Έπαιρναν τ’ αυγά απ’ τις φωλιές στην ποδιά και τα εναποθήκευαν στο κατώι, σ΄ ένα καλάθι. Τα βάζαν κατά σειρές κι ανάμεσά τους για προστασία τοποθετούσαν ξηρά χορτάρια (ψιλά άχυρα, ροκόφυλλα κ.α.). Απ’ αυτά θα μας έδιναν και σε μας τα παιδιά για ν’ αγοράσουμε κανένα τετράδιο απ’ το μαγαζί για το σχολείο μια και οι παράδες ήταν λιγοστές εκείνα τα χρόνια. Απ’ αυτά τα αυγά θα φιλεύονταν τα παιδούρια, που λέγαν τα κάλαντα στις γιορτές του Ευαγγελισμού, του Λαζάρου και της Μεγάλης Παρασκευής. Άλλα θα δίνονταν σ’ επισκέπτες κι άλλα θα βάφονταν τη Μ. Πέμπτη………….

Εμείς τα παιδιά, εκτός απ’ το σχολείο και τα παιγνίδια, φροντίζαμε και τα μανάρια για βοσκή. Καρτερούσαμε τις γιορτές Ευαγγελισμού, Λαζάρου και Μ. Παρασκευής, που με το στολισμένο καλαθάκι και παρεούλες δυο-δυο, θα γυρίζαμε όλα τα σπίτια για να πούμε τα κάλαντα…………….

Το Μεγαλοβδόμαδο ήταν πολύ κουραστικό. Από την αρχή της εβδομάδας θ’ άρχιζε η γενική καθαριότητα του σπιτιού, θα μετατοπίζονταν από τη θέση τους όλα τα σέια (διάφορα συγύρια) του σπιτιού για μια απαστράπτουσα καθαριότητα. Κασέλες, μπαούλα, μπουφέδες, καρέκλες κι όλα τα συγύρια θα μεταφέρονταν άλλα μέσα κι άλλα έξω απ’ το σπίτι, για ν’ ασβεστωθούν οι τοίχοι σ’ όλα τα δωμάτια. Και τα πολύχρωμα χοντροσκούτια που αποτελούσαν το γοίκο θα ξεδιπλώνονταν και θ’ απλώνονταν για να τα βαρέσει λίγο ήλιος και για ν’αεριστούν. Και σε δυο τρεις μέρες τελείωνε το ασβέστωμα και παντού κυριαρχούσε ασπρίλα.

Οι τοίχοι, τα σκαλοπάτια, τα πέτρινα πεζούλια, οι πλάκες της αυλής  μέχρι που θα ζωγραφίζονταν και οι αρμοί με τη βούρτσα στο χέρι, καθώς και οι γλάστρες των λουλουδιών και η εξώπορτα. Κι όλα μύριζαν ασβέστη και καθαριότητα. Ήταν όμορφα τη Μεγάλη Εβδομάδα στο χωριό!!! Όταν χτύπαγε, κατά το σούρουπο η καμπάνα στις αγρυπνίες ή νυχτιές  (στην Ήπειρο τις λένε “καλονυχτιές”), όλα τα δρομάκια γέμιζαν απ’ ανθρώπινες σιλουέτες κι όλα οδηγούσαν στο μεσοχώρι, στην κεντρική μας εκκλησία που είναι τ’ Άι- Γιώργη.  Κι οι δρόμοι φωτίζονταν από τα ψυχοκέρια και τα έγχρωμα χάρτινα φαναράκια που τα κρατούσαμε περίχαρα εμείς τα παιδιά.  Τα φαναράκια δεν πουλιόνταν στα μαγαζιά του χωριού και παιδευόμασταν μόνοι μας για μέρες να τα συνταιριάξουμε. Κόβαμε, θυμάμαι με το ψαλίδι κόλλες από τετράδια, χαρτόνια, μπογιές και ζυμάρι για να τα κολλήσουμε……….” (συνεχίζεται…)

(Πηγή : Άρθρο του Πέτρου Θ. Σκουτέλα , ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 273, 2002)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

1932 – A’ Γυμνάσιο Άρτης

Φιλόλογοι – Χρήστος Λαμπράκης & Γεώργιος Δ. Στεργίου, Γυμνάστρια -Καλλιόπη Ξανθοπούλου.

Κορίτσια : Φλωρεντία Παπακίτσου, Αγγελική Κομπορόζου, Ισμήνη Πρίσκα.

Αγόρια : Αναστάσιος Πίτσιλης, Παναγιώτης Ελ. Στρεβίνας, Γεώργιος Καζαντζόγλου (Δάσκαλος), Ελευθέριος Μάτος  [και οι τέσσερις άσσοι του ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ], Αιμίλιος Ψαθάς (Μαθηματικός), Ανδριανός Παπανδρέου, Τάκης Παπακίτσος ( Τον κρέμασαν οι Γερμανοί το 1943), Μιχάλης Κίκης (επίσης άσσος του Παναμβρακικού & πολυαθλητής), Μενέλαος Καλυβιώτης (Υποσμηναγός Π.Α. έπεσε τον Ιούλιο του 1940), Θεοχάρης Σάλλας, Νίκος & Χρήστος Μωραίτης, Ευάγγελος Συγγούνας (χειρούργος), Βασίλειος Τρούγκος (παθολόγος), Γεώργιος Ν. Τσαμπούλας (παιδίατρος), Βασίλειος Κ. Τρομπούκης (παιδίατρος), Βασίλειος Κατσάνος, Στυλιανός Καζατζής, Μιχάλης Ναούμ, Δημήτριος Παππάς, Άγγελος Σιμόπουλος, Γρηγόρης Γ. Βαφιάς (θεατράνθρωπος), Μιχάλης Γαρουφαλίδης, Δημήτριος Γιαννάκης, Ιωάννης Παπαγεωργίου, Ιωάννης Κ. Χριστοδούλου (δάσκαλος), Μάρκος Μαρκαντωνάτος. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, Μάιος 1969 – Άνοδος στη Β’ Εθνική

—————————

Ο Βασίλης Ρέτζος, Αρχηγός, με την σημαία της Αναγέννησης. Αριστερά ο Σωτήρης Πέτσας και δεξιά ο Κωνσταντίνος Ευταξίας μαζί με πλήθος φιλάθλων που γιορτάζουν τη μεγάλη πρόκριση,

(Φωτο από αρχείο Γεωργίας Β. Ρέτζου, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

….με φόντο το Γεφύρι

———————————————

Πάσχα 1955 – Μια  παρέα φωτογραφίζεται με φόντο το Γεφύρι. Διακρίνονται από δεξιά : Φωτεινή Μπαλάσκα – Κουτρούμπα, Αντιγόνη Μπαλάσκα – Καρρά, τέσσερις φίλοι από την Αθήνα και τελευταίος αριστερά ο Χρήστος Μπαλάσκας. (Φωτο από συλλογή Α. Καρρά)

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

“….στο Λάζαρο…”

————————————

Στη φωτογραφία της Έλλης Παπαδημητρίου “Ο Λάζαρος, Κυριακή Βαγιανή, Κουτσελιό, 1928-30” (Πηγή :  Λεύκωμα ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ Ήπειρο – Μακεδονία, Αθήνα, 1977)

Απρίλιος 1966, Σάββατο του Λαζάρου. Ο δάσκαλός μας από την προηγούμενη, όπως κάθε χρόνο, μας είχε χωρίσει τους μαθητές του δημοτικού σχολείου Γραβιά, σε ομάδες 7-8 μαθητών – χώρια τα αγόρια, χώρια τα κορίτσια – για να πάμε την επομένη στο Λάζαρο.

Η ομάδα μου, αφού γυρίσαμε όλο το Γραβιά – Καρβούνι και Σιόπετα – είχαμε κάνει καλή μπάζα. Το  καλάθι μας, στολισμένο με λουλούδια απ’ τις ανθισμένες κερασιές και γκορτσιές και με λίγα κρίνα, γεμάτο με αυγά και από μετρητά μπόλικα – ο γέρος ο Τζίκερας μας είχε δώσει ολόκληρο δεκάρικο – εντάξει ήταν και κάποιοι (ελάχιστοι) που μόλις άκουγαν το χτύπημα στην πόρτα και το απαιτητικό μας «να τα πούμε», κλειδαμπαρώνονταν μέσα στο σπίτι και τσιμουδιά. Που να μας ξεφύγουν όμως, κάναμε πως φεύγαμε, γυρίζαμε πίσω αιφνιδίως  και τους ξετρυπώναμε, έδιναν κι αυτοί τον οβολό τους, πενταροδεκάρες βέβαια, αλλά δεν την γλύτωναν – τα παιδιά είναι δίκαια.

Σταματάμε πάνω από το σπίτι του Μήτσου Βέτση, εκεί στο πλάι με τις κερασιές, για να κάνουμε τη διανομή. Πως κάνει ο Φώτης Π., που κρατούσε το καλάθι, πως περδικλώνεται σε μια ρίζα του διαόλ’, αναποδογυρίζει το καλάθι πάνω σε μια πέτρα, σπάνε 2-3 αυγά. «Φώτη δεν θα πάρεις αυγά, αφού το μερίδιό σου τόσπασες», του πετάει ένας απ’ την ομάδα, τσατίζεται ο Φώτης, αρπάζει ένα γερό αυγό απ’ το καλάθι, του το κοπανάει στο κεφάλι, η σύρραξη γενικεύεται, δεν έμεινε αυγό στο καλάθι, μόνο κάτι τσόφλια κολλημένα με το κίτρινο του κρόκου στα μούτρα μας, και τ’ ασπράδια να κατεβαίνουν βλεννοειδώς κάτω προς το λαιμό για να θυμίζουν τη μάχη που είχε προηγηθεί.

Ηρεμήσαμε, μοιράσαμε τα λεφτά, καλό μερίδιο, θα μοσχοπερνάγαμε το Μεγαλοβδόμαδο, ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την Μεγάλη Παρασκευή, με το καλάθι τυλιγμένο γύρω- γύρω το μαύρο μαντήλι, πένθος για τον πάχοντα Χριστό μας….Καλή Ανάσταση. (Πηγή : …μνήμες….Χ. Καραβασίλης, Άρτα, 2021).

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

ΚΟΡΕΑ – Αρχές 1952

———————

 Δεξιά Λεωνίδας Χατζάρας, Ανδρέας Τζαλοκώστας, Τάκης Καλυβιώτης (Λοχαγός – Διοικητής). Οι υπολοχαγοί Αλέξανδρος Χρυσοχόου και Κοσμάς Παπανικολάου (Φωτο από αρχείο Αντιγόνης Κωστή, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Αρτινοί στον πόλεμο του '22 & τον πόλεμο της Κορέας | Σχολιάστε