Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ μέσα από το βιβλίο του Γ. Μπενέκου «Οι Αληθινοί Σουλιώτες» (β’ μέρος)

“……Ο Χουρσίτ μόλις έμαθε το τί είχε γίνει στην Άρτα, έστειλε ασκέρια πολλά να βοηθήσουν τους Τούρκους της Άρτας, που είχαν κλειστεί στο κάστρο και στα μεγάλα σπίτια. Μόλις τόμαθε αυτό ο Μάρκος, πήρε μαζί του χίλιους Σουλιώτες – 650 ήταν στις αρχές….μα γλήγορα πληθύνανε! – και βγήκε όξω από την Άρτα να χτυπήσει τ’ ασκέρι του Χουρσίτ και να το σκορπίσει, μα δεν μπόρεσε. Κιντύνευαν τώρα οι Σουλιώτες να βρεθούν σε πολύ άσκημη θέση : να χτυπιούνται κι από μέσα από την πόλη κι απ’ όξω. Ζήτησαν βιαστικά βοήθεια απ’ όλους τους γνωστούς τους, παρακαλώντας τους να τρέξουν χωρίς καμιά αργοπορία, «κάνοντας τη νύχτα, μέρα. Όλοι οι άντρες να τρέξουν -γράφανε- επειδή κινδυνεύομεν όχι μόνο εμείς εδώ, αλλά και τα σπίτια μας και όλον το γένος να χαθή. Εντόπιοι, ξένοι, όλοι να έλθουν».(Δ. Κόκκινος)

Κανένας δεν πήγε να τους βοηθήσει. Κι όχι μόνον αυτό. Πάθανε κάτι πολύ χειρότερο : η συμμαχία με τους Αρβανίτες, έσπασε!

Ως τώρα είχαν καταφέρει οι Έλληνες να μην καταλάβουν οι Αρβανίτες το παιγνίδι που παίζονταν σχετικά με τον Αλή.

«Εμείς το πηγαίναμε σκεπασμένο, ότι δουλεύουμε διά τον Αλήπασα, τον αφέντη μας, να τον σώσωμε, ότι αδίκως τον κατατρέχει ο Σουλτάνος. Αυτά βγαίναμε να ελκύωμε τους Τούρκους Αρβανίτες, το κόμμα του Αλήπασα, να τους έχουμε φίλους αυτούς να μας βοηθήσουνε κι αυτήνοι, ότι είμαστε ολίγοι και οι Τούρκοι πλήθος….Μιλήσαμε να είναι αυτό το μυστήριο κρυφό και των ανθρώπων του Αλήπασα να τους λέμε συντρόφους διά το σωμό του Αλήπασα……Εγράψαμε και εις το Σούλι οπούταν του Αλήπασα ασκέρια, Αρβανίτες, σύμφωνα με τους Σουλιώτες, και λέγαμεν όλοι, ότι δουλεύωμεν να βγάλωμεν τον δίκαιον Αλήπασα»(Μακρυγιάννης).  

Οι Αληπασίζοντες λοιπόν Αρβανίτες πίστευαν πως οι Έλληνες πολεμούσαν για να λευτερωθή ο Αλής και ποτέ δεν τους πέρασε από το νου πως παλεύανε για δικούς τους σκοπούς, για τη δική τους λευτεριά κι ανεξαρτησία. Τόσο μάλιστα ήταν σίγουροι γι‘ αυτό, που άμα μαθαίνανε νίκες των Ελλήνων, δίνανε τα συχαρίκια τους στους Σουλιώτες.

Όμως λίγο -λίγο άρχισαν να μπαίνουν σ’ υποψίες. Μια απ’ τις αφορμές γι’ αυτό μας την ανιστοράει ο Μακρυγιάννης :

Οι Έλληνες του Μοριά είχαν αφήσει πολλούς Αρβανίτες – φίλους του Αλή- να φύγουν. Αρχηγός τους ήταν ο Ελμάζ Μέτζος. Σαν βγήκαν όμως από το Μοριά και φτάσανε προς το Βραχώρι και το Μακρυνόρος, «οι Έλληνες αφάνισαν τους περισσότερους δολερώς και κατεξοχή οι Βαλτινοί. Οι Τούρκοι, οι δυστυχισμένοι, έλπιζαν ότι μένουν πίσω, ότι ήταν νηστικοί και απόστασαν και αυτήνοι τους σκότωναν και τους γύμνωναν. Στην άκρη στο Μακρυνόρο, κοντά στο Κομπότι, είναι ένα ρέμα και εκεί μέσα επνίξανε πολλούς Τούρκους. Τους δέναν μίαν τριχιάν εις τον λαιμόν και τους τελείωναν και τους ρίχναν μέσα. Έναν δεν τον πνίξαν καλά και τον γύμνωσαν και τον άφησαν και φύγαν, ότι τελείωσαν την εργασίαν τους, τους ξέκαμαν όλους. Τότε ο μισοπνιμένος την νύχτα σηκώνεται γυμνός και έρχεται εις το Κομπότι. Είμασταν όλοι εκεί και ετοιμαζόμαστε νάρθουν κι από το Μεσολόγγι, Βραχώρι κι όλα αυτά τα μέρη και Ξηρόμερο και Βάλτο, να συναχτούμε οι οπλαρχηγοί από αυτά τα μέρη να πάμε να πολεμήσωμεν την Άρταν να την κυργέψωμε. Και τους προσμέναμεν εις το Κομπότι να συναχτούνε όλα τ’ ασκέρια. Ήταν εις το Κομπότι ο Ελμάζ Μέτζος και οι άλλοι αξιωματικοί Τούρκοι με τους ολίγους Τούρκους, οπού λαγάρισαν και πρόσμεναν τους αποσταμένους, όπου μείναν οπίσω – και δεν ξέραν οπού τους τελείωσαν εις τον πνιμό. Τα μεσάνυχτα πάγει ο πνιμένος κι ανταμώνει τον Ελμάζ και τους άλλους και τους λέγει όλη την υπόθεσιν  κι έρχονται εκεί οπούταν οι καπεταναίοι, ο Γώγος και οι άλλοι, οπούμασταν συνασμένοι να πάμε να βαρέσωμεν ένα χωριόν οπού τόλεγαν Νιοχώρι (ήταν πολλοί Τούρκοι εκεί). Τότε παρουσιάζουν οι Τούρκοι τον μισοπνιμένον και μολογάει αυτό το απάνθρωπο κάμωμα. Και την αυγή πήγαμε όλοι και είδαμεν το αμολόγητον κακόν. Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Τούρκοι και όσοι μείναν, βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα. Και είπαν : Θέ μου! Τί μας οργίστηκες εμάς τους δυστυχείς; Κι οι οχτροί μας μας σκοτώνουν κι οι φίλοι μας, οπού μας δίνουν τον λόγο της πίστης νάμαστε φίλοι, με την απιστιά, μας σκοτώνουν κρυφίως.

Εφαρμακωθήκαμεν όλοι, ούτε ήξερε κανείς από τους καπεταναίους αυτό, ούτε από μας. Τους παρηγορήσαμεν, όμως το καρφί τους έμεινε των Τούρκων». Μ’ όλα  αυτά η συμμαχία κρατούσε ακόμα κι όλοι μαζί – Έλληνες κι Αρβανίτες – χτύπησαν όπως είπαμε τους Τούρκους της Άρτας.” (συνεχίζεται…)

(Πηγή : ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ, Γιάννης Μπενέκος, Αθήνα, 1958)

Palace of the Vizier, Arta

Στο σκίτσο “Το σαράι  του Αλή πασά στην Άρτα”  που κάηκε στη Μάχη της Άρτας από τους Έλληνες, όπως το απαθανάτισε ο C. R. Cockerell κατά το πέρασμά του από την Άρτα το 1813. (Palace of the Vizier, Arta Graphite.  Πηγή : C. A. Hutton, ‘A Collection of Sketches by C. R. Cockerell, R. A.’, JHS 29 (1909), pp. 53-59 – The British Museum)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Ξεσηκωμός κατά των Τούρκων | Σχολιάστε

H πλατεία Σκουφά την δεκαετία του ’50

Η πλατεία Σκουφά με φόντο την εκκλησία της Παρηγορήτισσας στα μέσα της δεκαετίας του 1950 σε φωτογραφία του Ολλανδού φωτογράφου Cas Oorthuys από το πέρασμά του από την Άρτα. Στη μέση της πλατείας δεσπόζει ο τεράστιος ευκάλυπτος και από κάτω είναι στιβαγμένες οι καρέκλες του κέντρου του Βίκτωρα Σακκά.

(Πηγή : https://www.nederlandsfotomuseum.nl/)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ μέσα από το βιβλίο του Γ. Μπενέκου «Οι Αληθινοί Σουλιώτες» (α’ μέρος)

“………..O Μάρκος με τους Σουλιώτες του τα πήγαιναν καλά με τους Αρβανίτες. Η συμμαχία που είχανε κάνει μαζί τους κρατούσε γερά.

Ο Αλής όμως βρίσκουνταν σε πολύ άσχημη θέση και τους ικέτευε να χτυπήσουν τ΄ασκέρια του Χουρσίτ για να μπορέσει αυτός να το σκάσει από το μέρος της λίμνης. Οι Αρβανίτες θέλανε να βοηθήσουν τον Αλή, μα οι Έλληνες με τα  γράμματά τους εξορκίζανε το Μάρκο «που είχε κιόλας τη δόξα των περισσότερων εκ των τελευταίων νικών των Σουλιωτών κατά των σουλτανικών στρατευμάτων» (Δ. Κόκκινος), να μη βοηθήσουν τον Αλή να βγεί από το Κάστρο.

Μα ο Μάρκος είχε αρχίσει από καιρό να βλέπει μακρυά και να βλέπει την υπόθεση του Σουλιού δεμένη αξεχώριστα από την Επανάσταση. Πριν από λίγες μέρες, για να δώσει το παράδειγμα της συμφιλίωσης και της αφοσίωσης στο μεγάλο Αγώνα για τη λευτεριά είχε πάει στο Πέτα κι είχε συμφιλιωθεί με το φονιά του πατέρα του, το Γώγο Μπακόλα. « Ο ευγενής Σουλιώτης, αποφασισμένος να τα προσφέρει όλα πια για τον αγώνα της λευτεριάς, αποφάσισε να δώσει το χέρι σε κείνον που ήταν τώρα αγωνιστής σαν κι αυτόν κάτου από την ίδια ιερή σημαία – το Γώγο Μπακόλα- κι ας είχε ορκιστεί ενάντιά του εκδίκηση θανάτου» (Δ. Κόκκινος). Η συμφιλίωση γίνηκε μπροστά σε πολλά παληκάρια και καπεταναίους. Σήκωσε μια πέτρα ο Μάρκος, την άφησε να πέσει κατά γης κι είπε στο Μπακόλα : – Κάτου απ’ αυτή την πέτρα θάβω το μίσος μου. Από σήμερα εσένα έχω πατέρα μου…Και του φίλησε το χέρι.

Ο Μπακόλας τον είπε “παιδί” του και τον φίλησε κι αυτός. «Και τώρα να τηράξωμεν το έργο τούτο» λέει στο τέλος ο Μάρκος, εννοώντας τον Αγώνα που είχαν μπροστά τους. Ήξερε λοιπόν καλά τώρα τί έπρεπε να κάμει. «Ενεργητικός, αποφασιστικός, γενναίος, γοργός στη σκέψη και στην εκτέλεση, είχε γίνει η ψυχή του αγώνα της Ηπείρου» κι ο αγώνας αυτός έπαιρνε πια νόημα βαθύ και μεγάλο. Αν έβγαινε ο Αλής από το Κάστρο, καμιά ωφέλεια δε θάχε η Επανάσταση κι αν ακόμα ο Αλής κατάφερνε, όπως έλεγε, να διώξει τους Τούρκους, γιατί θα χρειάζουνταν καινούργοι αγώνες για να διώξουν αυτόν.

Αντί λοιπόν οι Σουλιώτες να πάνε να χτυπήσουν τ’ ασκέρια του Χουρσίτ  που πολιορκούσε τον Αλή στα Γιάννενα, αποφάσισαν να χτυπήσουν την Άρτα. Με τους συμμάχους τους Αρβανίτες και με τους Αιτωλοακαρνάνες συννενοήθηκαν χωρίς μεγάλη δυσκολία. Πλούσιος κόσμος ζούσε στην Άρτα. Θα μπορούσαν να κάμουν και ….λίγο πλιάτσικο.

Έγραφε ο Νότης Μπότσαρης στους Αρτινούς :

Ρακί, κρασί να στείλουν, τζαρούχια και κεριά

Κι’ ανίσως δεν τα στείλουν, θα κάμουν λιμουριά.

«Αλλοιώς να μη φερθήτε, εσείς οι Αρτινοί,

τί θα λιμουργιαχθήτε, θα μείνετε γυμνοί».(Αν. Γούδας)

Οι πασάδες της Άρτας κάτι είχαν μυριστεί κι είχαν αρχίσει να παίρνουν τα μέτρα τους. Τον Οχτώβρη του 1821 έγραφε ο Μάρκος στο Βαρνακιώτη ¨

«Οι πασάδες της Άρτας διώχνουν τις φαμίλιες τις τούρκικες κι οβρέικες και τις στέλνουν στην Πρέβεζα».

Στις 12 του Νοέμβρη 1821 οι Σουλιώτες με τους συμμάχους τους βρίσκουνταν κιόλας στα Μαράτι, θέση κοντά στο ποτάμι της Άρτας, τον Άραχτο. Μαζί με το Μάρκο είχαν έρθει για το γιουρούσι κατά της Άρτας κι άλλοι Σουλιώτες αρχηγοί : ο θείος του ο Νότης, ο Νικόλα Τζαβέλλας, ο Φωτομάρας, ο Δράκος, ο Βέικος. Οι Τούρκοι βγήκαν από την Άρτα για να τους χτυπήσουν. Ο Μάρκος μαζί με τον Καραϊσκάκη κλεισμένοι σ’ ένα τζαμί, χτυπούσαν από κει. Όλοι οι άλλοι Σουλιώτες, κάπου εξακόσοι πενήντα, μέναν ακούνητοι στις θέσεις τους. Το ίδιο κι οι Αρβανίτες. Οι Αιτωλο-ακαρνάνες δεν είχαν έρθει ακόμα. Οι Τούρκοι σταμάτησαν τα γιουρούσια και γύρισαν στην Άρτα. Από κει χτυπούσαν με τα κανόνια τους μα και πάλι τίποτα δεν κάμανε.

Ο Μάρκος με τον Καραϊσκάκη πήραν τρακόσια παληκάρια και πήγαν να πιάσουν τους Μύλους, όξω από την Άρτα. Τους ρίχτηκε πλήθος Τουρκιά. «Λέγω εις τους αναγνώστες μου, μα την πατρίδα, οι τρακόσοι αυτήνοι δεν ήταν άνθρωποι, ήταν αητοί στα ποδάρια και λιοντάρια εις την καρδιά. Ένα ντουφέκι ρίξαν εις τους Τούρκους και βγάλανε τα σπαθιά και τους αφάνισαν και τους έμπασαν μέσα εις την χώρα» (Μακρυγιάννης).

Στο μεταξύ φτάσανε κι οι Αιτωλο-ακαρνάνες καπεταναίοι, Βαρνακιώτης, Ίσκος, Μακρής, Κουταλίδας και Μπακόλας με τα παληκάρια τους, ανταμώθηκαν με τους Σουλιώτες κι Αρβανίτες κι όλοι μαζί άρχισαν να χτυπάνε τους Τούρκους, που βρίσκουνταν όξω και γύρου από την Άρτα και τους ανάγκασαν να κλειστούν μέσα στην πόλη. Στις 17 του Νοέμβρη κάμανε μεγάλο γιουρούσι από τέσσερες μεριές και μπήκαν μέσα στην πόλη. Βάλανε φωτιά στο σαράι και σε πολλά σπίτια κι άρχισαν το πλιάτσικο. Οι Τούρκοι της Άρτας τρέξανε να κρυφτούν στο κάστρο κι άλλοι στα πιο γερά και καλοχτισμένα σπίτια.

Οι Σουλιώτες τρυπούσαν τους τοίχους, μπένανε μέσα και κυνηγούσαν τους Τούρκους από σπίτι σε σπίτι, χωρίς όμως και να …πολυβιάζονται. Έπρεπε να πλιατσικολογούν κιόλας. «Εχρονοτρίβουν λεηλατούντες», γράφει ο Περραιβός στα «Πολεμικά του Απομνημονεύματα».

Σε λίγο όλη η Άρτα, οξόν από το κάστρο και λίγα σπίτια, βρίσκουνταν στα χέρια των νικητών, που αντίς να σιγουρέψουν τη νίκη τους, το ρίξανε, καθώς είπαμε, στο πλιατσικολόγημα.

Είναι αλήθεια πως οι αρχηγοί παλεύανε να μποδίσουν το πλιάτσικο, μα χωρίς αποτέλεσμα. Λίγοι που τους άκουσαν, μετάνοιωσαν την άλλη μέρα και τους κάνανε φριχτά παράπονα. Απαντούσαν οι αρχηγοί ¨

«Διατί χολιάσατε, ότι σας είπαμε να πάτε στα πόστα σας; Να σας ειπούμεν την αιτίαν. Εμείς είμαστε τόσες μέρες νηστικοί και άγρυπνοι. Τώρα ηύραμε φαγί, κρασί και θα φάτε καλά και θα μεθύσετε. Κι αποσταμένοι έρχονταν οι Τούρκοι, σας βρίσκαν σ’ αυτήνη την κατάσταση, σας αφάνιζαν» (Μακρυγιάννης)

Οι πολλοί όμως δεν άκουγαν κανένα. Πλιατσικολογούσαν άγρια δικαίους και αδίκους, Τούρκους, χριστιανούς κι Οβραίους. Γράφει ο Μακρυγιάννης : «Όταν μπήκαμεν εις την Άρτα είμαστε τέσσερες χιλιάδες. Ύστερα , διά να γυμνώσωμεν τους δυστυχείς Αρτινούς, γινήκαμε περίπου από δέκα……….Και γυμνώσαμεν όλους τους καημένους και τους αφήσαμε δυστυχείς». (Πηγή : ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ, Γιάννης Μπενέκος, Αθήνα, 1958)

Στον πίνακα «A Souliote Warrior» by John Frederick Lewis*, The Indianapolis Museum of Art.

*Ο John Frederick Lewis RA (1804–1876) ήταν Άγγλος οριενταλιστής ζωγράφος. Ειδικεύτηκε σε ανατολίτικες και μεσογειακές σκηνές σε λεπτομερή ακουαρέλα ή λάδια, επαναλαμβάνοντας πολύ συχνά την ίδια σύνθεση σε μια εκδοχή σε κάθε μέσο. Έζησε για αρκετά χρόνια σε μια παραδοσιακή έπαυλη στο Κάιρο. Τον Ιούλιο του 1840 ο Λιούις ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη μέσω Αλβανίας, Κέρκυρας και Αθήνας, επιστρέφοντας στο Κάιρο το 1841 όπου παρέμεινε για δέκα χρόνια. Φαίνεται ότι βρήκε αρκετούς Σουλιώτες πολεμιστές για να του ποζάρουν, πιθανότατα όταν επισκέφτηκε την Κέρκυρα το 1840. Οι Σουλιώτες  ήταν πολύ γνωστοί στους Βρετανούς φιλότεχνους τη δεκαετία του 1840 για την αντίστασή τους ενάντια στην Οθωμανική κυριαρχία και τη συμμετοχή τους στον Ελληνικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας.

Δημοσιεύθηκε στη Ο Ξεσηκωμός κατά των Τούρκων | Σχολιάστε

1964 – Πάσχα στα Δαφνέικα, Συνοικία πίσω από την Παρηγορήτισσα, στην οικία Λακιώτη.

Αριστερά : Απόστολος Ζυγούρης (Μουσικός ), Απόστολος Κ. Παπαποστόλης, Χαρίλαος Σερβετάς, Κώστας Απ. Ζυγούρης, Χρήστος Ζυγούρης (Νομικός), Θέμις Απ. Ζυγούρη, Κική Ζυγούρη, Πηνελόπη Ζυγούρη – Τσαμπά και τα δυό παιδιά της Λαμπρινή Τσαμπά – Σερβετά & Χαρίλαος Τσαμπάς (Άσσος του Ολυμπιακού). (Φωτο από αρχείο Λαμπρινής Τσαμπά , Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

1960 – Πάσχα στην οδό Ανεμομύλων 50….

Αριστερά Γρηγόρης Κων. Μπανιάς, 3η στη σειρά η σύζυγός του Θεανώ με το μωρό Χρήστο στην αγκαλιά, Όλγα Παπαγιάννη, σύζυγος Σεραφείμ Καρακώστα, τα παιδιά της Ιωάννης, Δέσπω, Ντίνα, Κική, Βούλα. Προτελευταία Τασούλα Γρ. Μπανιά. (Φωτο από αρχείο Τασούλας Γ. Μπανιά, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Το Πασχαλιάτικο γλέντι στο Αστροχώρι…..

Την Κυριακή της Λαμπρής το απόγευμα, τη Δευτέρα της Λαμπρής μετά τη θεία Λειτουργία και την Τρίτη της Λαμπρής, όλη την ημέρα, στην αυλή της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας του χωριού μας γινόταν τρικούβερτο γλέντι με κλαρίνα και βιολιά, ντέφια και λαούτα. Οι χωριανοί, αφού πρώτα έτρωγαν κι έπιναν στα σπίτια τους, στη συνέχεια πήγαιναν στην αυλή της εκκλησίας που ήταν το χοροστάσι του χωριού, για να γλεντήσουν και να γιορτάσουν την Ανάσταση του Χριστού.

Όλοι σχεδόν οι χωριανοί παρευρίσκονταν στον τόπο εκείνο της χαράς, κανένας δεν έλειπε. Ακόμα και οι γερόντοι του χωριού μας συμμετείχαν στο γλέντι, με το δικό τους τρόπο. Κάθονταν στο πεζούλι της αυλής και έλεγαν για τα περασμένα τους  τόσο παραστατικά και με τόσο χιούμορ, που χαιρόταν κανένας να τους ακούει.

 Πιο πέρα κάθονταν οι γριές του χωριού και κουβέντιαζαν για τα γιατροσόφια που σκαρφίζονταν και τα βότανα που χρησιμοποιούσαν για να βρουν την υγεία τους και μέσα, μέσα κουτσομπόλευαν κι εκείνους ή εκείνες που χόρευαν με κέφι, χωρίς σταματημό τους λεβέντικους χορούς του τόπου μας…..

Όλα όμως σταματούσαν με μιας, όταν χτυπούσε η καμπάνα για τον εσπερινό, τον οποίο παρακολουθούσαν με κατάνυξη και θρησκευτική ευλάβεια όλοι οι χωριανοί. Μετά το τέλος του εσπερινού, συνεχίζονταν οι χοροί και τα τραγούδια από τους οργανοπαίχτες μέχρι το ηλιοβασίλεμα, οπότε ένας, ένας οι χωριανοί αντάλλαζαν μεταξύ τους τις συνηθισμένες ευχές, έκαναν τον σταυρό τους, ασπάζονταν την εικόνα της Αναστάσεως και έφευγαν χαρούμενοι για τα σπίτια τους,

Το πατροπαράδοτο αυτό έθιμο που επέζησε στα χρόνια της τουρκοκρατίας και που έφτασε ως τις δικές μας μέρες, εδώ και μερικές δεκαετίες έσβησε για πάντα και σήμερα δυστυχώς, ξεχάστηκε τελείως. (Πηγή : ΤΟ ΑΣΤΡΟΧΩΡΙ ΑΡΤΑΣ, Α. Ν. Αθανασάκης, Αθήνα, 2000)

Στη φωτογραφία Πανηγύρι Τρίτης του Πάσχα στην Αγία Τριάδα στο Δίστρατο το 1959. Διπλός χορός. (Πηγή : ΤΟ ΔΙΣΤΡΑΤΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, Χ. Ντάλας, Αθήνα, 2008)

Στη φωτογραφία Πανηγύρι Τρίτης του Πάσχα στην Αγία Τριάδα στο Δίστρατο το 1959. Διπλός χορός. Από την πρώτη σειρά από αριστερά : Γιαννούλα Ντούλα, Περικλής Βόβλας, Χριστίνα Βόβλα, Τούλα Αποστόλη, Χρήστος Αποστόλης, Τούλα Α. Ντάλα, Ευθαλία Παπανικολάου, Γλυκερία Κ. Βάσιου, Γεωργία Γ. Βάσιου, Γιαννούλα  Αποστόλη, Σταυρούλα Α. Ντάλα.

Δεύτερη σειρά : Δημήτρης Βόβλας, Πάνος Γ. Βόβλας, Ξενοφών Γ. Βάσιος, Θεόδωρος Τρομπούκης, Χωροφύλακας, Αθανάσιος Ντάλας. Δεξιά, εκτός χορού Λεωνίδας Ντάλας. (Πηγή : ΤΟ ΔΙΣΤΡΑΤΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, Χ. Ντάλας, Αθήνα, 2008)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Μεγάλο Σάββατο…

“Το αρνί έτοιμο για τη σούβλα”. (Φωτο από αρχείο Ρούλας Χήνου, Λεύκωμα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΕΣ, Αθήνα, 2007)

Το Μεγάλο Σάββατο, μετά τη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και τη θεία μετάληψη, κλείνει ο κύκλος της λύπης και της περισυλλογής κι η Μεγάλη Σαρακοστή των επτά εβδομάδων δίνει τη σκυτάλη στην εβδομάδα της χαράς και μόνο τ’ αρνιά και τα κατσίκια βελάζουν περίλυπα, δεμένα στις αυλές που βλέπουν θλιμμένα τους χασάπηδες ν’ ακονίζουν τα μαχαίρια και τις χατζάρες τους. Το μεσονύχτι η καμπάνα θα χτυπούσε χαρμόσυνα και θ’ αναστάτωνε την ησυχία της νύχτας. Κι όλα, μα όλα, μας φαίνονταν σαν ευλογία θεού!….(Πηγή : Άρθρο του Πέτρου Θ. Σκουτέλα , ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 273, 2002)

Ευλογημένη Πασχαλιά, με το βραδινό ντιντίνεμα της καμπάνας.

Ευλογημένο το αρνί, που θυσιάζεται, στου πασχαλινού τραπεζιού την ανάγκη,

Ευλογημένο το φως της Ανάστασης, που φέρνει γαλήνη στον κόσμο!….

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Οι περιφορά των Επιταφίων στην Άρτα την δεκαετία του ’70

Περιφορά του Επιταφίου την δεκαετία του ’70 στη Σκουφά, Ενορία Παντοκράτορα – Ο Βαγγέλης Γκούντας κρατάει τον Σταυρό. (Φωτο από αρχείο Γιάννη Νίκα)

Όταν ήμουν μικρός άκουγα ότι την Μεγάλη Πέμπτη ξενυχτούν στις εκκλησίες για να στολίσουν τον επιτάφιο. Άλλοι πηγαίνουν στους κήπους και κόβουν λουλούδια, άλλοι φτιάχνουν τον διάκοσμο του επιταφίου, άλλοι κτυπάνε συνεχώς λυπητερά την καμπάνα. Έπρεπε να μπω στη εφηβεία για να ζήσω κι εγώ αυτή την κατάσταση.
Η πρώτη μου εμπειρία ήταν στην Αγία Θεοδώρα. Δεν είχα αναλάβει κάποια δουλειά, απλώς χάζευα μαζί με άλλους αργόσχολους. Σαν απλός παρατηρητής είδα πως κολλούσαν τα πέταλα των λουλουδιών το ένα διπλά στο άλλο και φτιάχνανε τα σχέδια που κάποιος είχε προετοιμάσει σε χοντρό χαρτόνι. Ηλικιωμένες κυρίες φέρνανε καφέδες και κερνούσαν αυτούς που δούλευαν για να μην νυστάξουν. Έπεφτε δουλειά από μερικούς και φλερτ από τους περισσότερους.

Περιφορά του Επιταφίου την δεκαετία του ’70 στη Σκουφά. (Φωτο από αρχείο Γιάννη Νίκα)


Την επόμενη χρονιά επανέλαβα το ξενύχτι αλλά αυτή τη φορά περιφερόμενος από εκκλησία σε εκκλησία.
Την τρίτη χρονιά περιφερόμουν από καπηλειό σε καπηλειό, γιατί οι εκκλησίες είχαν κλείσει πόρτες, για να αποφύγουν τους άσχετους που κάνανε φασαρία και ενοχλούσαν αυτούς που δούλευαν. Γι αυτό κι εγώ στράφηκα σε άλλα στέκια. Με την συντροφιά «γερών ποτηριών» κατέληξα στο πατάρι της ταβέρνας ενός φίλου που σέρβιρε στα κρυφά και στα σκοτεινά, γιατί η ώρα ήταν περασμένη και δεν επιτρέπονταν να λειτουργεί. Περνούσαμε πολύ ωραία έτσι στην παρανομία και στο σκοτάδι, πίναμε τραγουδούσαμε, μέχρι που ήρθε η αστυνομία και ο αγουροξυπνημένος πατέρας, που είχε άγνοια του τι επικρατούσε στο μαγαζί του. Έριξε μια κατσάδα στο γιό του, ενώ εμείς για να μην θεωρηθούμε συνεργοί ,παίρναμε το μέρος του γονέα και αφήναμε το φίλο μας ανυπεράσπιστο.
Μεσολάβησε ένα διάστημα όπου το έθιμο από πολλούς θρησκευόμενους χαρακτηρίστηκε νυφοπάζαρο, και προκειμένου να καταργηθεί, οι εκκλησίες παράγγειλαν επιταφίους με ξυλόγλυπτο διάκοσμο. Όμως σε πείσμα όλων αυτών, πιστοί και μη, συνέχιζαν τις ολονυχτίες, επιμένοντας να στολίζουν και τους προκάτ επιτάφιους, βάζοντας πραγματικά άνθη πάνω στα ψεύτικα του διακόσμου. Και εννοείται οι ερωτιδείς δεν έπαψαν τις αναζητήσεις τους.
Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής στην περιφορά των επιταφίων κάθε χρόνο ξεχώριζε ο επιτάφιος της Παρηγορήτισσας για τον περίτεχνο στολισμό και το ιδεολογικό του περιεχόμενο. Αντιπολεμικά και οικολογικά συνθήματα, κομμουνιστικά σφυροδρέπανα, καθώς και μια έκκληση να σώσουμε τον ναό τότε που κινδύνευε να καταρρεύσει. Όταν γίνονταν οι βομβαρδισμοί στην Γιουγκοσλαβία (1999) ο επιτάφιος είχε σχεδιασμένο τον στόχο με τον οποίο οι κάτοικοι της χώρας βγαίνανε στο δρόμο και στις γέφυρες, για να διαμαρτυρηθούν για τις καταστροφές που τους προκαλούσαν τα αμερικάνικα αεροπλάνα.
Τελευταία (2013) ο συμβολισμός στον επιτάφιο ήταν δυσανάγνωστος. Μάλλον επρόκειτο για κώδικα που ήθελε αποκρυπτογράφηση. Τι αλήθεια σήμαιναν τα δύο Φ που μοιάζανε κρεμασμένα σε μια ζυγαριά; Την λύση δώσανε αργότερα οι καλλιτέχνες. «Φωτιά στους φασίστες».

Περιφορά του Επιταφίου την δεκαετία του ’70 στη Σκουφά. (Φωτο από αρχείο Γιάννη Νίκα)


Παλιότερα η θρησκεία εκτός από κατάνυξη επέβαλε και μια αίσθηση πένθους στους πιστούς. Στους ναούς επικρατούσε το μαύρο. Μαύρες κουρτίνες, μαύρες κορδέλες, σκούρες λαμπάδες. Και στις διασκεδάσεις οι άνθρωποι έπρεπε να είναι συγκρατημένοι. Όχι τραγούδια, όχι γέλια. Αργότερα όταν ήρθε η τηλεόραση καθ’ όλη την διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας δεν μεταδίδονταν το καθιερωμένο ψυχαγωγικό πρόγραμμα, παρά ρέκβιεμ, ψαλμοί και ακολουθίες σε απευθείας μετάδοση. Οι κινηματογράφοι της πόλης πρόβαλλαν ταινίες με τα πάθη του Χριστού. (Πηγή : Άρθρο του Σωτήρη Σαρλή όπως δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιό του στo facebook)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Tο μικρό σπίτι στην άκρη του περίβολου της Παρηγορήτισσας

Μια ακόμη φωτογραφία του Ολλανδού φωτογράφου Cas Oorthuys από το πέρασμά του από την Άρτα, την δεκαετία του ’50. Το σπίτι είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα των φτωχικών σπιτιών της πόλης αποτελούμενο συνήθως από δύο μικρά δωμάτια. Δεν λείπουν βέβαια οι ασβεστωμένοι τενεκέδες, γεμάτοι με λουλούδια….

(Πηγή : https://www.nederlandsfotomuseum.nl/)

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Η Μεγάλη Παρασκευή στην προπολεμική Άρτα…

“Περιμένοντας την περιφορά των επιταφίων στην οδό Σκουφά, Άρτα 1958”. Φωτο από αρχείο Σωτήρη Σαρλή.

“……….Μεγάλη Παρασκευή. Ο Επιτάφιος του Αγίου Γεωργίου, της ενορίας μου, ξημέρωνε ανθοστόλιστος. Όλη τη νύχτα της Μ. Πέμπτης, ενώ οι νοικοκυρές άκουαν και μετά την Καθήλωση τα υπόλοιπα Ευαγγέλια μέχρι τέλους τής λειτουργίας, εμείς τα παιδιά τής ενορίας κλέβαμε τα λουλούδια από τούς κήπους τής γειτονιάς και τα κουβαλούσαμε αγκαλιές στις ανύμφευτες κοπέλες της εvoρίας μας, που με καλό γούστο, αναλάβαιναν να στολίσουν τον επιτάφιο. Αμοιβή για τις εξαίρετες αυτές υπηρεσίες μας ήταν το προνόμιο να βαράμε πρώτοι κι όσο θέλαμε—με τη σειρά καθένας της παρέας μας—λυπητερά την καμπάνα όλη τη μέρα τής Μεγάλης Παρασκευής. Τη νύχτα της Μ. Παρασκευής ή περιφορά των επιταφίων και τα καλλιστεία από τον κόσμο, στον καλύτερα στολισμένο. Ξεκινούσαμε—για την ενορία μου, του Αι Γιώργη μιλάω—όλοι με τις κίτρινες λαμπάδες αναμμένες. Ο Παππάς, οι ψάλτες, οι επίτροποι της εκκλησίας, ο Σταυρός του Εσταυρωμένου, τα φανάρια και τα εξαπτέρυγα. Ο επιτάφιος στην πλάτη τεσσάρων ρωμαλέων ευσεβών ενοριτών και στα πλάγια τιμητική φρουρά από στρατιώτες με τα όπλα «υπό μάλης» όπως προβλέπει ο στρατιωτικός κανονισμός για τις κηδείες επιφανών στρατιωτικών. Με το απλοϊκό παιδικό μου μυαλό εξηγούσα αυτή την τιμητική παρουσία τής στρατιωτικής φρουράς, από το στίχο του επιτάφιου θρήνου «καί άγγέλων στρατιαί έξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τήν σήν». Τον φανταζόμουνα το Χριστό μας αρχιστράτηγο κι έλεγα μέσα μου γεμάτος φανατισμό και μίσος, γιατί δεν έκανε ένα νόημα σ’ όλες αυτές τις στρατιές των αγγέλων, να χυμήξουν και να κάνουν σκόνη στο λεπτό, και τους παλιοεβραίους και τους ρωμαίους. Καθώς βγαίναμε από την εκκλησία, μπαίναμε στη σημερινή οδό Αμβρακίας. Στην αρχή της, εκεί πού είναι τώρα το οικοδομικό συγκρότημα Σιμόπουλου, στο βάθος ήταν οι Φυλακές. Εμείς οι μικροί μπροστά κανοναρχούσαμε… κύριε ελέησον, κύριε ελέησον…..Οι ψάλτες έψελναν με τα κεφάλια σκυμμένα, γιατί διάλεγαν τον τόπο, στον άθλιο δρόμο πού ήταν γεμάτος λακκούβες, πολλές φορές και με βρόχινα νερά, μη σκοντάψουν οι άνθρωποι και τσακιστούν. Οι φυλακές κατάφωτες. Σταματούσε λίγα λεπτά εδώ ή πομπή για μια ευχή χάριν των φυλακισμένων «έν φυλακαΐς ήμην καί ούκ έπισκέψασθέ με». Στην πόρτα ό Διευθυντής κι οι επιστάτες με αναμμένες τις λαμπάδες τους, έκαναν το σταυρό τους κι η φρουρά παρουσίαζε όπλα. Από τα κενά πού είχαν οι σιδεριές των παραθύρων των δυο ορόφων της φυλακής, άλλοι κρατούμενοι είχαν βγάλει τις αναμμένες λαμπάδες τους και τις κουνούσαν ανεμίζοντας τις φλόγες τους, άλλοι έκαναν το σταυρό τους κι όλοι μαζί εύχονταν με δυνατές φωνές πού έφταναν έως εμάς «Χρόνια πολλά—καλή Ανάσταση». Ύστερα προχωρούσαμε και μπαίναμε στην Εβραϊκή συνοικία της οδού Τζαβέλλα, για να βγούμε στην πλατεία του Αγίου Δημητρίου. Εκεί θα περνούσαν όλοι οι επιτάφιοι κι ο κόσμος συγκεντρωμένος θα έκρινε ποιος ήταν ο καλύτερος……” (Πηγή : Άρθρο του Νίκου Ευταξία στο Περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 54-55,1980)­

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε