Μπροστά στην Πλατεία Κιλκίς

“Μπροστά στην Πλατεία Κιλκίς” στα τέλη της δεκαετίας του ’50*.
(Φωτο από αρχείο Τάκη Ζαρκαλή)

*Σε σχέση με την περιγραφή της Άρτας από τον Frederic Will, στο βιβλίο του FROM A YEAR IN GREECE, 1967. https://www.facebook.com/…/a.1307288989…/332991755436941

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε

Στην Πλατεία Νομαρχίας….

Αρχές 1970 : Αριστερά ο Θωμάς Δάφνος, στην μέση ο Κώστας Μπανιάς και δεξιά ο Νίκος Δάφνος στην Πλατεία Νομαρχίας (Κεντρική πλατεία), έτσι την έλεγαν τότε!! (Φωτο από αρχείο Θωμά Δάφνου)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Η ΑΡΤΑ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’60

————–
Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 πέρασε από την Άρτα ένας Αμερικανός ταξιδιώτης, ο Frederic Will, ο οποίος αργότερα κατέγραψε τις εμπειρίες του από το ταξίδι του στην Ελλάδα στο βιβλίο του FROM A YEAR IN GREECE. Να πως περιέγραψε το πέρασμά του από την πόλη μας :
“Θα αναφερθώ μόνο σε δύο στοιχεία της Άρτας που τα θυμάμαι και έχουν νόημα : το καθένα, με τον τρόπο του, με φέρνει πίσω στο ζήτημα της παράξενης γαλήνης αυτής της πόλης. Ωστόσο, πριν ειπωθούν περισσότερα, να κάτι θετικό: το κέντρο της Άρτας σφύζει από ζωή. Ο κεντρικός δρόμος είναι γεμάτος με μικρά καταστήματα: χαρτοπωλεία, μπακάλικα, οπωροπωλεία, κρεοπωλεία — όλα ανακατεμένα το ένα με το άλλο. Υπάρχει μεγάλη κίνηση από κατάστημα σε κατάστημα, καθώς αποφασιστικές νοικοκυρές περπατούν στα στενά σοκάκια κουνώντας τις τσάντες τους. Κάρα που τα σέρνουν γάιδαροι διασχίζουν με θόρυβο το δρόμο, κουβαλώντας νηφάλιους αγρότες. Άνθρωποι φωνάζουν κάτω στο δρόμο από τα παράθυρα, άλλοι παζαρεύουν με θόρυβο στα καταστήματα. Στη μέση αυτής της ζωτικότητας βρίσκονται πολλές γωνιές σκιάς και ακινησίας. Αυτές μπορεί να είναι μεγάλα, δροσερά καφέ, μικρές επιχειρήσεις. Ή έτσι φαίνονταν. Τα συναντούσα στις πολλές πλατείες της πόλης. Τα καφενεία ήταν σκοτεινά, εκτός από τα στρογγυλά, μαρμάρινα τραπέζια σε σχήμα δίσκου, όπου καθόμουν αμέσως μπαίνοντας. Μερικοί ηλικιωμένοι κάθονταν για καφέ και εφημερίδες, αλλά δεν ήταν εμφανής η οχλοβοή των ζαριών από ταβλαδόρους, όπως για παράδειγμα, στα Τρίκαλα. Γενικά προέδρευε ένας πολυάσχολος σερβιτόρος, με λευκά ρούχα. Το καφέ ήταν ένα είδος καταφυγίου.
Υπήρχαν άφθονα δέντρα και στην Άρτα, που σκόρπιζαν μια σκιερή γαλήνη σε πολλούς μικρούς δρόμους, και πάνω από τα παγκάκια στις πλατείες. Σε αυτές τις πλατείες κάποιος μπορούσε να καθίσει και να χαζέψει τριγύρω, απολαμβάνοντας τη δύναμη του ήλιου με τη μορφή της ομορφιάς, όχι της θερμότητας. Αυτό ήταν δυνατό ακόμη και σε μερικά από τα καταστήματα. Στην Άρτα κατασκευάζονται και πωλούνται πολλά κουδούνια προβάτων, κυρίως από τεχνίτες των οποίων τα αμόνια βρίσκονται στο πίσω μέρος των καταστημάτων τους. Στις μακριές, πολυσύχναστες, μουχλιασμένες εγκαταστάσεις τους είναι δροσερά -εκτός αν το αμόνι ξερνάει φωτιά. Καθώς περνούσα ακόμα και από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους, παρατηρούσα καταστηματάρχες στις ήσυχες γωνιές της ιδιοκτησίας τους σαν ακίνητες αράχνες που τα παρακολουθούσαν όλα.
Δεν υπήρχε όλη η γαλήνη στην Άρτα στο κέντρο της πολύβουης πόλης. Τα περίχωρα —σπάνια πάνω από πέντε τετράγωνα μακριά από τον κεντρικό δρόμο— απλώνονταν στην ανοιχτή ύπαιθρο και με οδήγησαν σε γωνιές της πόλης όπου όλα ήταν τόσο ακίνητα, που φαινόταν ότι καμία ζωή δεν είχε υπάρξει εκεί για αιώνες. Μια περίεργη ατμόσφαιρα πριν από την μεγάλη έκρηξη σε αυτούς τους δρόμους, όπως όταν ένα μεγάλο κύμα χτύπησε τη Νότια Καρολίνα. Φυσικά δεν υπήρχε τίποτα Γεωργιανό εδώ. Τα σπίτια ήταν ασβεστωμένα, μονώροφα. Οι πρασιές ήταν μικρές. Σε κάποια παράθυρα ήταν αραδιασμένα αποξηραμένα φρούτα. Οι δρόμοι ήταν στενοί και χωμάτινοι.. Τα λουλούδια έκαναν ότι μπορούσαν για να δώσουν και να κρατήσουν έναν εντυπωσιακό τόνο τριγύρω. Οι πικροδάφνες απλώνονταν άφθονες δίπλα στα σπίτια, αγκαλιάζοντας τον χωματόδρομο και αρωματίζοντας τον αδιάφανο ουρανό, θέλοντας παραδόξως, να τονίσουν την ορατή έντασή του.
Η εκκλησία της Αγίας Θεοδώρας βρισκόταν στο τέλος ενός από αυτούς τους πίσω δρόμους, σχεδόν βυθισμένη μέσα σε λευκές και ροζ πικροδάφνες. Καθώς πλησίαζα στην εκκλησία, ο δρόμος στένευε, γινόταν κάτι περισσότερο από ένα μονοπάτι. Αυτή το στενότητα του χώρου μπροστά μου, καθώς περπατούσα, συνέπεσε με μια μουνταμάρα στον αέρα. Υπήρχε η αίσθηση ότι περπατάς προς ένα απροσδιόριστο αισθησιακό κέντρο. Μια μικρή πύλη χώριζε τον δρόμο από τον περίβολο της εκκλησίας. Την άνοιξα και μπήκα μέσα. Φωτεινή η εκκλησία, άστραψε μπροστά στα μάτια μου και με ζάλισε με τους λαμπρούς λευκούς τοίχους της. Καμία εκκλησία στην Ελλάδα δεν είναι τόσο φωτεινή στον ήλιο. Σε αυτόν τον αστραφτερό αέρα τα λουλούδια, ακόμη και στα πλάγια της εκκλησίας, κρέμονταν τέλεια, ακίνητα. Τα πουλιά, σκορπισμένα στον αέρα, ήταν κι αυτά ακίνητα. Έμεινα, σχεδόν ακίνητος, εκείνη τη στιγμή όπου συγκεντρώθηκε όλη η έντονη σιωπή της Άρτας…..”(Πηγή : FROM A YEAR IN GREECE, Frederic Will, University of Texas Press, 1967)

Στη φωτογραφία “Η οδός Σκουφά την δεκαετία του 1970, μπροστά από τον Άγιο Δημήτριο. Δεξιά, με την ταμπέλα GRUNDIG το κατάστημα των Αδελφών Τσιρώνη όπου η νεολαία της εποχής “έγραφε” κασέτες μουσικής και αγόραζε δίσκους.
(Η φωτογραφία είναι του Γιάννη Νίκα)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

KYΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ – 5 Μαρτίου 1930

—————–
Η ΟΜΑΔΑ ΤΟΥ ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ : Ευάγγελος & Σταμάτης Καπετανίδης, Ιορδάνης Στεφανίσης, Αριστοτέλης Ράπτης, Κώστας Τομπουλίδης, Κων/νος Λουιζόγλου, Αλέξ. Ασβεστάς, Γεώργιος Σουμής, Δημήτριος Τζουμάκας, Ηλίας Λυκόκας, Αλέξ. Καρακασιάδης, Γεώργιος Τορμουζίδης. (Φωτο από το αρχείο της Μαρίας Ράπτη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Παναμβρακικού | Σχολιάστε

8 ΜΑΡΤΙΟΥ 2022

—————-
Ημέρα της Γυναίκας σήμερα κι ας την αφιερώσουμε στις Ηπειρώτισσες γιαγιάδες που συναντούμε στα ορεινά χωριά της περιοχής μας, μαζί με ένα ποίημα της Αρτινής ποιήτριας Αναστασίας Κόκκινου…
“Χαλαρό το μαντήλι της γιαγιάς
που στραγγάει τις πλεξούδες.
Μελιχρό αχνορόδισε
το σκυρτό πρόσωπό της.
Της γιαγιάς τα χείλη βόμβος
τα μάτια κερήθρες
οι θύμησες ροδαυγή
στου βουνού τα στεφάνια
που η κανούτα πηλάλαγε
σαν Κουτσοφλέβαρος…..”

Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Γκανιάτσα από το Λεύκωμα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΕΣ, Αθήνα, 2007)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1941, ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

————————
Από δεξιά : Μιχαήλ Ράπτης, Αθανάσιος Ζάγκλης, Λεωνίδας Βλάχος, Χρήστος Χατζόπουλος, Ιωάννης Ζαχαρής, Παναγιώτης Κ. Στρεβίνας, Ευαγόρας Ζώγγος, Δημήτριος Χ. Ζαρκαλής, Ζώης Λαλαγιάννης, Γεώργιος Αγόρος. Ο ψηλός στη μέση είναι ο Δημήτριος Σίτας, ο αίλουρος του Παναμβρακικού. Περισσότερες πληροφορίες για τους εικονιζόμενους στο πρώτο σχόλιο.
(Φωτο από αρχείο Μικαέλας, Μ. Ράπτη – Οικονομίδη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

25 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΟΥ 1940 – ΑΡΤΑ

———————
“Άρχιζε η εκπαίδευση της εφεδρικής μου ηλικίας στα «νέα όπλα». Παρών κι εγώ. Έδωκα το “φύλλο πορείας” στο Γραφείο του Λόχου, ένα τραπεζάκι κάτω από το μεγάλο πλάτανο της Αγίας Θεοδώρας Άρτας. Ο κουρέας του λόχου με κούρεψε με την «ψιλή».Πήρα σειρά στην αποθήκη τσαρουχιών. Έσκυψα και διάλεξα ένα ζευγάρι καλούτσικα.Ο ανθυ/γος Κοσμόπουλος, που με έβλεπε σαν άγαλμα μου τα άρπαξε, τα πέταξε στο σωρό και στην τύχη άρπαξε και μου έδωκε δύο λέγοντας : «Στα καταστήματα διαλέγουν».
Στην αποθήκη ιματισμού σωροί τα ευζωνικά είδη, χωρίς ναφθαλίνη! Στη λέρα τους ψοφούσε ο σκώρος! Βγαίνοντας από το λουτρό με τα ευζωνικά, είχαμε στα χέρια βραχιόλια και στο σβέρκο ταινία λέρας, που φάνταζε ξεθωριασμένη πίσσα! Με το Στράτο τον Παπαρρίζο βγήκαμε και αφήσαμε τα πολιτικά μας ρούχα σε γνωστά μας σπίτια, να τα μεταφέρουν οι δικοί μας στο Κομπότι. Γυρίζοντας είδαμε καθισμένους στο πλακόστρωτο τους ευζώνους και το λοχαγό το Λέανδρο Δασκαλόπουλο στο τραπεζάκι του απάνω στο σουφά, του μεγάλου πλατάνου να τους μιλάει. Καθήσαμε πίσω τους, ν’ ακούσουμε κι εμείς. Και ακούσαμε :
– Σηκωθείτε οι δυό σας! Πού είσαστε;
– Πήγαμε τα πολιτικά μας ρούχα στο σπίτι.
– Από πέντε μέρες φυλακή!
Με το σιωπητήριο βρεθήκαμε σε κρεββάτια δωματίου των παλιών χυτηρίων της Αγίας Θεοδώρας, νηστικοί……. (Πηγή : ΝΥΧΤΟΛΟΓΙΟ 1940-1949, Λάμπρος Τατσιόπουλος, Εφημερίδα Πρωινή, φ. 1535, 4-5 1996)

Στη φωτογραφία «Αρτινός Εύζωνας» (Φωτο από αρχείο Μαρίας Τρομπούκη)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

1965 – ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ, Στο Κεραμιδαριό

——————–
Χριστόφορος Δημόπουλος, Ιωάννης Μπαλαούρας, Μιχαήλ Νικάκης, Κωσταντίνος Μπανιάς. Πίσω δεξιά : Χρήστος Μασσαλής, Κώστας Πανάκης.
(Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Αποκριές | Σχολιάστε

1929 – ΕΝΘΥΜΙΟ ΚΑΘΑΡΑΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΣΤΟ ΠΕΤΡΟΒΟΥΝΙ

Μπροστά η Φωτεινή Λαλαγιάννη με τα παιδιά της Σαββούλα, Γιώργο, Βιβή ,Πετρο και Κική! Δεξιά Δημητράκης Αλίβερτης , Αρτεμησία Αλίβερτη, Χαρίλαος Βαγιας, Κατερινα Βάγια. Στο βάθος όρθιοι Νίκος και Γιούλια Αλίβερτη!! (Φωτογραφία του Δ. Μητσιάνη από το αρχείο Γιάννη Νίκα)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Αποκριές | Σχολιάστε

TO ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΣΚΥΛΟΚ’ΝΙΑΣ (ΣΚΥΛΟΚΟΥΝΙΑΣ) – 1ο ΜΕΡΟΣ

——————-
“Το έθιμο της σκυλοκ’νιάς γίνονταν το πρωί της Καθαράς Δευτέρας. Το έθιμο καταγράφεται στην Καμπή της Άρτας μέχρι το 1983 και παλιότερα λέγεται ότι ίσως να γινόταν στο χωριό Πέτρα καθώς και στην ευρύτερη περιοχή. Σαφής ερμηνεία για την ύπαρξη του εθίμου αυτού δεν υπάρχει.
Στις καταγραφές που έχω από τους παλαιότερους, είχα απαντήσεις όπως : « Έτσι το βρήκαμε, για να φύγουν οι ψύλλοι των σκύλων». Πάντως οι περισσότεροι είπαν : « Αυτό παιδί μ’ το κάναμε για να μην πιάνουν λύσσα τα σκλιά», που φαίνεται σαν εκδοχή πιο πειστική καθώς παλαιά η λύσσα των σκύλων πήγαινε σύννεφο και η σκυλοκ’νιά ήταν προληπτικό φάρμακο γι’ αυτήν………
Για τη σκυλοκ’νιά επιλέγονταν πρώτα -πρώτα τα ζαβά (άγρια) και όποια θεωρούσε η επιτροπή κατάλληλα. Περνούσε η επιτροπή από σπίτι σε σπίτι και μάζευε τα σκυλιά. Αν κάποιος δεν έδινε το σκύλο του στην επιτροπή, τότε του απαγορεύονταν να παρακολουθήσει το έθιμο. Για να μπορέσει να γίνει το έθιμο έπρεπε να υπάρχουν στο χωριό πολλά νερά, γεγονός που στην Καμπή υπάρχουν.”
(Πηγή : ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΚΡΙΑ ΣΤΟ ΠΑΣΧΑ – ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ ΕΘΙΜΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΑΜΠΗ ΑΡΤΑΣ, Στέφανος Φασιάς, Θεσσαλινίκη 2013)

Στη φωτογραφία « Η επιτροπή πάει το σκυλί να πάρει σειρά» από το ίδιο βιβλίο.

TO ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΣΚΥΛΟΚ’ΝΙΑΣ (ΣΚΥΛΟΚΟΥΝΙΑΣ)- 2ο ΜΕΡΟΣ

—————————
“Περιγραφή
Μια κυκλική γούρνα με νερό διαμέτρου περίπου έως τέσσερα μέτρα και βάθος περίπου ένα μέτρο. Συνήθως χρησιμοποιούσαν μια παλιά ασβεσταριά. Αντι-διαμετρικά και σε απόσταση έως ένα μέτρο από τη γούρνα, τοποθετούνταν όρθιοι μέσα σε τρύπα, δυο ξύλινοι στύλοι, 4-5 μέτρα ελεύθερα από το έδαφος, που να μπορούν να κάνουν κυκλική περιστροφική κίνηση γύρω από τον άξονά τους και να μπορούν παράλληλα να λυγίζουν μέχρι το κέντρο της γούρνας.
Στην κορυφή των στύλων δένονταν μια χοντρή τριχιά, τόση όσο η απόσταση των στύλων και στα άκρα ήταν ελεύθερη μέχρι το έδαφος. Λύγιζαν τους στύλους μέχρι το κέντρο, έτσι ώστε η τριχιά να κάνει πλήρη καμπύλη. Πιάνανε την τριχιά στην άκρη της καμπύλης και τη στρίβανε όσο μπορούσαν, αφήνοντας στην άκρη της νεοδημιουργηθείσας θηλιάς, άνοιγμα τόσο όσο να χωρά ένα σκυλί. Μετά δυο άτομα τοποθετούσαν το σκυλί με τα πίσω πόδια, στη θηλιά, και το έσφιγγαν εκεί που τελειώνουν τα πίσω πόδια. Δυο άτομα κρατούσαν τον κάθε στύλο και άλλα δυο τραβούσαν την κάθε τριχιά. Άφηναν το σκύλο στη θηλιά και τραβούσαν σιγά – σιγά τις τριχιές, μέχρις ότου οι στύλοι να γίνουν κάθετοι και η θηλιά να ξετυλιχθεί. Με το ξετύλιγμα, ο σκύλος στριφογύριζε βγάζοντας αφρούς και σάλια από το στόμα, που όπως πίστευαν ήταν και το ζητούμενο. Γάβγιζε παρατεταμένα, δημιουργώντας έτσι ένα μακρόσυρτο κλάμα κι ύστερα ένα σιγανό ουρλιαχτό. Όταν η τριχιά χαλάρωνε, η περιστροφική δύναμη του σώματος του σκύλου με το τράβηγμα των άκρων της τριχιάς, ξανάστριβε την τριχιά που ήταν περασμένο το σκυλί και έτσι συνεχίζονταν ο στροβιλισμός του ζώου. Το ανεβοκατέβασμα γινόνταν αρκετές φορές ανάλογα με το σκυλί που ήταν επάνω. Μετά δίνονταν το σύνθημα της λήξης κι έτσι ξετυλιγόνταν η θηλιά. Με το ξετύλιγμα, το σκυλί εκτινασσόταν πάνω από το ύψος των στύλων και έπεφτε με δύναμη στο νερό της γούρνας. Ζαλισμένο από το στριφογύρισμα προσπαθούσε να βγεί έξω από το νερό και να βρει δρόμο ανάμεσα στο πλήθος για να φύγει.
Τότε ερχόνταν ο μασκαράς ή ο σταχτιάς με ένα μεγάλο ντορβά γεμάτο στάχτη. Πολλές φορές οι σταχτιάδες ήταν δύο. Σκοπός της στάχτης ήταν να εμποδίσει το σκυλί να επιτεθεί στο μαζεμένο πλήθος. Τελικά το άμοιρο ζώο έντρομο, τυφλό και ζαλισμένο κατάφερνε να βγει από τον κλοιό εν μέσω ζητωκραυγών και να βρει καταφύγιο σε κάποιο κοντινό μέρος. Έκανε να επιστρέψει στο σπίτι μέχρι και 3 μέρες. Το έθιμο κρατούσε μέχρι το απόγευμα της Καθαράς Δευτέρας, συνήθως όταν τέλειωναν τα σκυλιά. Την επομένη καμμιά αναφορά δεν γινόνταν στο έθιμο αυτό.
Με τον καιρό το έθιμο όπως ήταν φυσικό θεωρήθηκε βάρβαρο και σταμάτησε μετά από διαμαρτυρίες φιλοζωικών οργανώσεων και του τοπικού πολιτιστικού συλλόγου κατά την ώρα της εκτέλεσης.” (Πηγή : ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΚΡΙΑ ΣΤΟ ΠΑΣΧΑ – ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ ΕΘΙΜΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΑΜΠΗ ΑΡΤΑΣ, Στέφανος Φασιάς, Θεσσαλονίκη 2013)

Στη φωτογραφία « Προσπαθώντας να βάλουν το σκυλί στη θηλιά» από το ίδιο βιβλίο.

Ο σταχτιάς έτοιμος να αναλάβει δράση…

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερή αναφορά στο έθιμο αυτό στο βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου ” Ιμαρέτ, Στη Σκιά Του Ρολογιού”, σελίδες 101 – 105. Σας παραθέτουμε τη σελίδα 104…

Δημοσιεύθηκε στη Οι Αποκριές | Σχολιάστε