ΤΑ ΨΑΡΟΠΛΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

——————–
“Ψαροπλιά λεγόταν απ’ την πλατεία του Κακαβά ως το δρόμο που γυρίζει για τον Παντοκράτορα. Αυτού ήταν δεξιά και αριστερά τα ψαράδικα και τρία χασάπικα, κάτω απ’ τα χαμηλά παλιά σπίτια που ήταν τότε. Επίσης στην πλατεία του Κακαβά ήταν πηγάδι και πλάτανος. Όλο αυτό το κομμάτι απ’ τον ‘Αι Δημήτρη ως πριν βγούμε στην πλατεία Κιλκίς, λεγόταν Πλάτανος. Οι Μονοπλήσοι αυτό το ραντεβού έδιναν προς τα κάτω “Θ’ ανταμωθούμε το βράδυ στον Πλάτανο” έλεγαν, εννοώντας το κομμάτι αυτό που γινόταν περίπατος.
Πιο κάτω προς το Κιλκίς δεν πήγαινε κανείς, ήταν σκοτεινά κι ερημιά. Όλο αυτό το πελώριο κομμάτι δεξιά του δρόμου ήταν νεκροταφείο των Τούρκων. Ήταν κλεισμένο ολόγυρα με χαμηλό μαντρότοιχο, βγαίνοντας κάτω στους Μύλους τα Σφαγεία, φτάνοντας ως το πίσω μέρος προς το τζαμί της Άι- Θοδώρας.
Το γιατί πήραν οι Τούρκοι όλο αυτό το κομμάτι μέσα στην πόλη για νεκροταφείο τους, είναι άγνωστο. Ήταν μερικοί τάφοι στα μισά της σημερινής πλατείας, σκεπασμένοι πάνω με πλάκα. Ήταν και μερικές μελικοκκιές, όλος ο τόπος ήταν με χαμόκλαδα και γλυκόρριζα….(Πηγή Άρθρο του Λ. Βλάχου στην ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ,ΤΧ. 37, 1987)

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τη συνοικία Πλάτανος εδώ https://www.facebook.com/…/a.1306641823…/110012961068156

Και για την Πλατεία Κιλκίς εδώ https://www.facebook.com/doxesagira…/posts/107110784691707

Στη φωτογραφία Η ΠΑΛΙΑ ΨΑΡΑΓΟΡΑ Της ΑΡΤΑΣ σε φωτογραφία του Volker Möller.

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΣΑΣ

“Για το γεφύρι της Πολιτσάς ο λόγος – στα Τζουμέρκα!. Που γεφυρώνει τον Άραχθο εκεί όπου η χαράδρα παραγίνεται βαθιά, άγρια. Ψηλά, απ’ τη μια μεριά, το Φορτώσι· απ’ την άλλη, Ραφταναίοι και Αμπελοχώρι· στο βάθος, χαμηλά στην κοίτη, στην αριστερή την όχθη, λίγο πιο πάνω απ’ το γεφύρι, η Πολιτσά, έρημη σήμερα, απλό πια τοπωνύμιο,! Κι όμως…

“Έμεναν οικογένειες τότε εκεί! Πήγαιναν, το χειμώνα, κι άραζαν χαμηλά, στην ποταμιά, για να αποφεύγουνε τα χιόνια…”

Αλλά και πέρασμα πολυσύχναστο είχε γίνει τότε η Πολιτσά. Διέθετε μάλιστα και χάνι, για τους Τζουμερκιώτες που φεύγανε στα Γιάννενα, για τους Κατσανοχωρίτες που, αντίθετα, ανέβαιναν στις θερινές βοσκές. Κι όλοι αυτοί, Τούρκοι και ντόπιοι, έπρεπε, πάντα, έστω και με τη ψυχή στο στόμα, να διαβούν εκείνο το φοβερό γεφύρι………

Σιγά-σιγά όμως, με το πέρασμα των χρόνων, το γεφύρι παραέγινε επικίνδυνο. Συνέβησαν ατυχήματα, πνιγμοί. Έτσι, σαν ήλθε για καλά το Ελληνικό (1912), οι κάτοικοι άρχισαν τις πιέσεις σε βουλευτές και υπηρεσίες. Ώσπου… “πήγε μια επιτροπή, ένας ο οποίος έχει πεθάνει, Μάντζος Κωνσταντίνος, εργολάβος απ’ το Αμπελοχώρι, ο Μήτσο ο Πραμαντιώτης, κι ένας ακόμη, ο Παπαστέργιος ο Γιάννης, τρίτος, πήγανε στη Νομαρχία και τους είπανε, ..κινδυνεύει εκεί ο κόσμος για να περνάει πέρα, να βγει ένα κοντύλι να επισκευαστεί…”
Τελικά, η πολυπόθητη πίστωση κόπηκε το 1932. Τότε όμως ήταν που αρχίζανε τα δύσκολα. Γιατί δεν ήταν απλά να χτιστεί ένα καινούργιο
γεφύρι -πολυτέλεια κάτι τέτοιο-, αλλά να μεγαλώσει και να ασφαλίσει ένα παλιό· ένα παλιό που ανέβαινε απότομα στα δεκαέξι τόσα μέτρα, ενώ στο πλάτος έφτανε δεν έφτανε στα δυόμιση, μάλιστα χωρίς στηθαία. Αν ήξερες τις παραξενιές του Άραχθου, τους ξαφνικούς
θυμούς του, καταλάβαινες το πρόβλημα……

Και, τότε, όλοι σκέφτηκαν -ποιόν άλλον;- τον Νίκο το Μάντζο, απ’ τους Ραφταναίους. Μάστορας καλός, γεφυράς πρώτος. Πήγαν και τον βρήκαν…

“Αρχιμάστορας στο γεφύρι της Πολιτσάς, αυτός που ανέλαβε, που έκανε κουμάντο, ήταν ο Νίκος ο Μάντζος, ο πρωτομάστορας να πούμε. Τον θυμάμαι, ήταν καλός τεχνίτης ο Νίκος, πελεκούσε καλά, έχτιζε καλά, ήταν και πολύ ωραίος σαν άνθρωπος…”

Ο Νίκος Μάντζος γεννήθηκε στους Ραφταναίους το 1891. Από μικρός μπήκε στα μπουλούκια, όπως άλλωστε όλο του το σόι. Πελεκάνος καλός ο πατέρας του, ο Γιάννης, πελεκάνοι και οι θείοι του, ο Μήτρος, ο Γιώργος. Όταν μεγάλωσε, έφτιαξε δικό του μπουλούκι κι άρχισε τα ταξίδια. Πήγε Πελοπόννησο, Θεσσαλία, Ηγουμενίτσα, Αγρίνιο. Παντρεύτηκε τη Βασιλική Γιάνκου, απ’ το Κοντοβράκι, κι απέκτησε μαζί της εννέα παιδιά. Όταν ανέλαβε το ξαναχτίσιμο του γεφυριού της Πολιτσάς, ήταν σαρανταενός ετών.

Για να απαλύνει το απότομο ανεβοκατέβασμα, απόφυγε να χτίσει, να σηκώσει το καλντερίμι απλώς γεμίζοντάς το. Έβλεπε πως κάτι τέτοιο θα προκαλούσε το ποτάμι, στην πρώτη την κατεβασιά θα γκρεμίζονταν όλα. Σκέφτηκε λοιπόν, δεξιά κι αριστερά της παλιάς, της μεγάλης καμάρας, να δημιουργήσει κι άλλες, μικρότερες βέβαια, που θα απορροφούσαν τις πλημμύρες, θα ανακούφιζαν την όλη κατασκευή.

Έτσι και δούλεψε. Και στο τέλος παρέδωσε όχι μόνο ένα στέρεο -ανώδυνη πια η διάβαση- αλλά και πολύ όμορφο γεφύρι. ΄Ηταν τώρα τετράτοξο, με μια ακόμα δεξιά και δυο αριστερά καμάρες. Λίγο αργότερα, του φτιάξαν και τα παραπέτα……

“Α, θυμάμαι την επισκευή. Θυμάμαι καθαρά, γιατί εκεί έζησα, είχα ζώα εκεί. Μάστορας καλός ο Νικόλας ο Μάντζος, πολύ καλός. Εκεί ήμουνα όταν το χτίζανε. Είχε μαστοροπαίδια, είχε ζώα, είχε γυναίκες που κουβαλούσανε δέντρα να κάψουνε ασβεσταριά, που κουβαλούσαν πέτρα. Ναι, ζαλίτσα κουβαλάγανε! Οι μαστόροι ξεκινούσαν τη δουλειά πριν σκάσει ο ήλιος. Πρωί – πρωί. Και τέτοια ώρα, αργά, δουλεύανε ακόμα. Δεν ξέρανε οχτάωρο τότε μωρέ. Λίγο διάλειμμα για κολατσό, λίγο για φαγητό το μεσημέρι, στο πόδι. Μένανε εκεί. Ο Χρηστογιώργος ο Τάκης φιλοξενούσε εκεί. Πελεκούσανε επιτόπου. Είδες καμάρες; Φτιάχνει κανένας τώρα τέτοια; Ήτανε μαστόροι καλοί, μαστορίνες σου λέω! Πρέπει να δουλέψαν κανά τρίμηνο τότε, το καλοκαίρι βέβαια, ναι. Λίγο μετά ήταν που ήρθαν ο Μήτσο Ξεκάρφωτος και ο Χρήστο ο Αναστασίου. Αυτοί κάνανε τα παραπέτα……”

Ο Νίκος Μάντζος, πελεκάνος πρώτος, καταξιωμένος γεφυράς, πέθανε στο χωριό του, στους Ραφταναίους, το 1967. Το γεφύρι του, στην Πολυτσά, ακόμα ζει..! (Πηγή http://arhiogefirionipirotikon.blogspot.com/)

Στη φωτογραφία του Α. Βερτόδουλου “Τοπίο στον Άραχθο με τη Γέφυρα της Πολιτσάς στο βάθος, 1960ς”
(Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννινα, 1995)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΒΟΡΕΙΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ – ΡΑΦΤΑΝΑΙΟΙ

“Χωρίον οικόμενον υπό οικογενειών 120 ως έγγιστα, έχει σχολήν δημοτικήν, εκκλησίαν της Θεοτόκου και παρεκκλήσια 6, των Ταξιαρχών, αγίου Θεοδώρου, αγίου Νικολάου, αγίου Γεωργίου, αγίου Δημητρίου, προφήτου Ηλιού, άτινα ιερουργούνται υπό 4 εγχωρίων ιερέων.
Εις τας υπωρείας του χωρίου Ραφταναίοι προς μεσημβρίαν υπάρχει μονή αρχαία, προ 250 χρόνων, ως λέγεται, οικοδομηθείσα επί τη μνήμη των γενεθλίων της Θεοτόκου, καλουμένη Μουχούστι ή Μιχούστι, ως εκ της θέσεως εις ην κείται, ή τε ίσως υπήρξε κληρουχία Μίχου τινός ή Μιχαήλ την κλήσιν, εξ ου και το όνομα έλαβε. Κατά την προς την Μονήν οδόν, ευρίσκονται ερείπια τινα, άτινα ονομάζονται υπό των εγχωρίων ελληνικός πύργος, άδηλον όμως τί υπήρξεν εκεί. Απέναντι δε της μονής ταύτης, άνωθεν του ποταμού Ινάχου κείται η ισχυρά, ιστορική τε και απόρθητος θέσις, Πλάκα καλουμένη, και επί του ποταμού η νεωστί οικοδομηθείσα , εν έτει 1868 αξιοθέατος και στερεά γέφυρα της Πλάκας καλουμένη, διά δαπάνης των κατοίκων των χωρίων Μελισσουργών, Πραμάντων και Αγνάντων και τινων ευπορούντων Ιωαννιτών, εξ ων ο Ιωάννης Λούλης το εν τρίτον εδαπάνησε.”
(Πηγή : ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ, Σεραφείμ Ξενόπουλος, Αθήνα, 1884)

Στη φωτογραφία “Εξωκκλήσι στους Ραφταναίους, 1960ς” (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Α. Βερτόδουλος, Γιάννινα, 1995) 

1938 : Άποψη από Καστρί Καλεντζίου προς Ραφταναίους.
(Φωτογραφία από Αρχείο Σ. Μελετζή) 

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

B’ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΡΤΗΣ, 1962

———————–
Αριστερά : Χ. Ζαρκαλής, …Θεοδώρου, Κωστάκης Νίκου, Σώτος Πέτσας
(Φωτο από αρχείο Τ. Ζαρκαλή, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς) 

Δημοσιεύθηκε στη Αθλητικές Εκδηλώσεις | Σχολιάστε

Φοιτητές – Τεχνικές Σχολές

1963, Mεγάλη Παρασκευή : Φοιτητές – Τεχνικές Σχολές (Σκορ 1-1)
———————
Πάνω : Ζάχος Β., Καλόγηρος Ν., Κορίνης Α., Γκολομάζος Θ., Χρηστάκης Β., Καραβασίλης Ε., Ζήσης Φ., Χουλιάρας Μ., Κονταξής Α., Αυγέρης Π., Νίκας Β., Παπαδημητρίου Ν., Κολιάτσος Α., Μανόπουλος Κ.
Κάτω : Γκόμπλιας Σ., Κατσάνος Κ., Παπανικολάου Χ., Γιώτης Ξ., Λιόλιος Γ., Γιώτης Δ., Κοντογεώργος Ν., Ζήσηξς Γ., Μαυροδήμος Σ.
(Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά).

Δημοσιεύθηκε στη Οι άλλες ομάδες | Σχολιάστε

ΠΟΤΟΠΟΙΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ – “ΚΕΧΑΓΙΑ ΤΑΝΚΣ”

—————————-
Ο Ανδρέας Κεχαγιάς από τα Κατσανοχώρια, ήρθε νεότατος στην Άρτα και εργάστηκε στην επιχείρηση του Χ. Σινδόρη. Στα 1904 άνοιξε δικό του κατάστημα αποικιακών προϊόντων. Αργότερα και για ένα διάστημα 4-5 χρόνων ίδρυσε εργοστάσιο ποτοποιίας στον Πειραιά. Το 1917 επέστρεψε στην Άρτα και άνοιξε νέο κατάστημα αποικιακών και ποτοποιίας στη Σκουφά. Μετά το 1920 συνεταιρίστηκε με τον Β. Τάτση . Στα 1946, μετά την Κατοχή, ασχολείται μόνο με την ποτοποιία με συνεταίρο τον Δ. Χουλιάρα. Η ποτοποιία Κεχαγιά που το ούζο της ήταν γνωστό ως Ούζο Τανκς (Τανκς έξτρα και Τανκς φίνο) βραβεύτηκε στην Αλεξάνδρεια, στο Παρίσι και στην Θεσσαλονίκη.
Την ποτοποιία Κεχαγιά αργότερα ανέλαβε ο Κώστας Κεχαγιάς, γιός του Ανδρέα, που συνεταιρίστηκε με τον Ν. Παπανικολάου. Στα 1968 η ποτοποιία Τανκς περιήλθε στον Αλέκο Δώδο, σήμερα (1989) δε μετέχει στον Συνεταιρισμό Ποτοποιών Άρτας.
Από το 1932 και ο Γιώργος Κεχαγιάς, γιός κι αυτός του Ανδρέα, άνοιξε δική του ποτοποιία, που παρήγαγε ούζο, κονιάκ, λικέρ κτλ. Το ούζο του (Τανκς κι αυτό) βραβεύτηκε στη Θεσσαλονίκη. Στα 1961 η επιχείρηση περιήλθε στον Μενέλαο Κυρίτση, σήμερα δε μετέχει στον Συνεταιρισμό (Ούζο ΑΡΤΑ).
(Πηγή : Άρθρο του Τάκη Βαφιά στην εφημερίδα Ερίβωλος, τχ.7, 1989)

Στη φωτογραφία “Ο παραγωγός της ποτοποιίας Τανκς Ανδρέας Κεχαγιάς, στην έκθεση Θεσσαλονίκης το 1928”.
(Φωτο από το αρχείο της Σεβαστής Κεχαγιά-Γεωργάκη όπως δημοσιεύτηκε στο Λεύκωμα ΑΡΤΑ 1881-1941 του Ε. Ιντζέμπελη, Αθήνα 2010)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ* – Αθήναι, Οκτώβριος 1941

“……………Aγρίνιον, Παρασκευή, 26. Τρώγω πατσιά καί πράσσα – πατσιά καί ψάρια καί παίρνω τήν άδεια νά συνεχίσω τό ταξείδι. Σιγάρα – τσάϊ – κονιάκ.
Σάββατον, 27. Αναχωρώ άπό τό Αγρίνιον διά τήν Άρτα μέ Σούστα. Τό μεσημέρι τρώγω κρέας στή Σφήνα καί τό βράδυ φθάσαμε στήν Αμφιλοχία. Ό καιρός είναι καθαρός, λιακάδα, αλλά κάνει κρύο τσουχτερό. Τρώγω δυό μερίδες κρέας καί κοιμούμαι στρωματσάδα σ’ ένα σπήτι. Τό πρωί ξεκινούμε γιά τήν Άρτα. Ό καιρός είναι άγριος. Τρώγω δυό πιάτα πατσιά χοιρινό θαυμάσιο, πίνω καφέ καί κονιάκ καί αναχωρούμε. Τό μεσημέρι τρώγω ψάρι τού φούρνου στού Μηλιώνη καί συνεχίζουμε τό ταξείδι. Αρχίζει νά ρίχνει ψιλό χιόνι καί έως ότου φθάσωμε στήν Άρτα ρίχνει μεγάλες τουλούπες αλλά καί χιονόνερο, τό έστρωσε καλά.
Στήν ‘Αρτα ευτυχώς ευρήκα ένα κρεββάτι σέ Ξενοδοχείο καί από κάτω έχει Εστιατόριο. Εκεί τρώγω εντόσθια καί φασόλια καί ένα κομμάτι μπομπότα, 80 δρχ. Τό πρωί αναχωρώ διά τό Πόστο – Μπλόκο. Τό χιόνι επάγωσε καί γλυστράει. Στό δρόμο άγοράζω πορτοκάλια από μιά ωραία κοπέλα. Ξαναγυρίζω στήν Άρτα καί τρώγω τρεις ζεστές φασουλάδες, πίνω κονιάκ καί καφέ καί πορτοκάλια. Αυτοκίνητο δέν υπάρχει γιά τά Γιάννινα. Μέ μιά Σούστα φθάνομε στή Φιλιππιάδα μαζί μέ δυό αδέλφια εμπόρους από τούς Άγιους Σαράντα, μέ τόν Δημήτρη Σούλιο άπό τήν Αρίνιστα καί μέ μιά ηλικιωμένη κυρία. Εκεί βρίσκομε ωραίο ψητό χοιρινό. Πηγαίνομε στό Ξενοδοχείο καί πληρώνομε τέσσερα κρεββάτια. Αλλά δέν προκάνομε νά φάμε τό ωραίο χοιρινό, ένα ιταλικό αυτοκίνητο περνά γιά τά Γιάννινα, ρίχνουμε τίς βαλίτσες καί πηδάμε έπάνω. Στάς 5 μ.μ. επιτέλους φθάνομε έξω άπό τά Γιάννινα καί κατεβαίνομε στο Πόστο – Μπλόκο στόν Ακραίο. Τό χιόνι είναι μισό μέτρο καί τό κρύο 18 βαθμούς ύπό τό μηδέν. (Απόσπασμα από το Ημερολόγιον Κατοχής του Β. Λώλη όπως δημοσιεύτηκε στην ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τχ. 325-26,1979)

Σελίδα 2

Σελίδα 3

Σελίδα 4


Στη φωτογραφία «ΦΡΟΥΡΑΡΧΕΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ, 29 Αυγούστου 1942. Άδεια μονού ταξιδίου μέσω ξηράς δύο ημερών, αριθμός 136933. Αύξων Αριθμός Φύλλου 205950. Χειρόγραφη, σε 3 γλώσσες, ιταλικά, γερμανικά και ελληνικά, με τύπωμα σε κόκκινη μελάνη. Στο μπροστά μέρος επισυνάπτεται ασπρόμαυρη φωτογραφία του κατόχου, όπου διακρίνεται η ανάγλυφη σφραγίδα των ιταλικών αρχών της εποχής (Carabinieri reali), απλές σφραγίδες τοπικών αρχών και μια υπογραφή του υπευθύνου έκδοσης της άδειας. Στο πίσω μέρος αναφέρονται οι προϋποθέσεις έκδοσης και οι υποχρεώσεις του κατόχου»
(Φωτο από προσωπική συλλογή Α.Κ.)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Ο Ν. ΖΕΡΒΑΣ ΞΕΚΙΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΤΑ

———————
“Θυμάμαι ήταν 20η Ιουλίου όταν η οργάνωση του ΕΔΕΣ ήλθε σε επαφή με το Γιάννη Γεωργίου, που ήταν και μέλος της, να μισθωθεί το αυτοκίνητό του για την κάθοδο του Ν. Ζέρβα και τεσσάρων συντρόφων του στην Άρτα. Ο Γεωργίου πληροφόρησε την οργάνωση ότι μαζί του θα έχει και έναν νεαρό από της Άρτα, τον οποίο πρέπει οπωσδήποτε να παραδώσει στον πατέρα του. Η οργάνωση αρνήθηκε και τότε ρωτήθηκε ο ίδιος ο στρατηγός και μόλις πληροφορήθηκε ότι ο νεαρός είναι ο γιός του Δημητρίου Τσακτσίρα, Κωσταντίνος, ήλθε, δεν γνωρίζω πως, σε επαφή με τον πατέρα μου και έτσι αποφασίστηκε η συμμετοχή μου στο ταξίδι. Τα παραπάνω μου τα είπε ο ίδιος ο Γεωργίου και μάλιστα μου τόνισε ότι η αποστολή αυτή είναι πολύ επικίνδυνη για όλους μας. Παίζεται η ζωή μας.
Θυμάμαι ήταν 23η Ιουλίου 1942 όταν πάρθηκε η απόφαση αναχώρησης και ανόδου στα βουνά του Ν. Ζέρβα με το αυτοκίνητο του Γ. Γεωργίου, που μισθώθηκε, μάρκας Φορντ – το αποκαλούμενο με μουστάκια, λόγω της εμφάνισής του. Έτσι η τύχη μ’ έφερε συνοδό των Ναπολέοντα Ζέρβα, Κομνηνού Πυρομάγλου, Μιχάλη Μυριδάκη, Γιάννη Παπαδάκη και Παντελή Κωτσάκη. Ο Ν. Ζέρβας έφερε το ψευδώνυμο «Νικόλαος Βαρυλίδης».
Τα χαράματα της 23ης Ιουλίου του 1942, ώρα 5η πρωινή ξεκινήσαμε από την Αθήνα με προορισμό την Άρτα (Χάνι Κατσούλη, σημερινό Παπάνθημο). Εγώ, λόγω που το αυτοκίνητο δεν χωρούσε, κάθισα στο φτερό του αυτοκινήτου, παρά την ελαφρά πίπτουσα βροχή. Το αυτοκίνητο που ήταν βαρυφορτωμένο και λόγω παλαιότητας, πήγαινε φυσικά αργά με χίλιες προφυλάξεις και κινδύνους σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Μετά την Αθήνα, το πρώτο Ιταλικό μπλοκ συναντήσαμε στη Θήβα και το περάσαμε χωρίς δυσκολία, επίσης και το δεύτερο στη Λειβαδιά, αφού εγώ πρόσφερα αυγά και τσιγάρα στους άντρες των φυλακίων. Επόμενο μπλοκ της Άμφισσας. Και να το γεγονός της ημέρας εκείνης, που λίγο έλειψε να μας στοιχίσει τη ζωή αλλά και την τύχη του αγώνα μας για τη λευτεριά.
Για κακή μας μοίρα σ΄αυτό το μπλοκ των Ιταλών κατακτητών, βρέθηκαν σε κάποιο φορτηγό αυτοκίνητο δυο δοχεία λάδι. Ο επικεφαλής Ιταλός λοχίας, ονόματι Μπρούνο, ένας άνθρωπος που είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός σκληροτράχηλου κατακτητή, διέταξε την ξεφόρτωση του αυτοκινήτου και την μη διέλευση κανενός οχήματος. Αφού δεν βρέθηκε τίποτε άλλο στο φορτηγό αυτοκίνητο και καλμάρισαν κάπως τα πνεύματα, τότε εγώ προθυμοποιήθηκα και παίρνοντας τέσσερις κούτες τσιγάρα – τσιγάρα του μπακάλη, έτσι τις έλεγαν – και ένα καλάθι συρμάτινο με αυγά, κατευθύνθηκα προς τον Ιταλό λοχία και μ’ένα χαμόγελο του τα πρόσφερα. Αυτός τότε μειδίασε και έκανε νόημα να περάσουμε. Έτσι κι έγινε.
Ήταν το πιο απειλητικό γεγονός της ημέρας. Να σημειωθεί ότι ο Ν. Ζέρβας ήταν επικηρυγμένος από τους κατακτητές με ένα σοβαρό χρηματικό ποσό. Το βράδυ φτάσαμε στο χωριό Μποχώρι – Ευηνοχώριον – Αιτωλοακαρνανίας, όπου και διανυκτερεύσαμε. Μαζί με την αγωνία μας στο Μποχώρι προστέθηκαν από πάνω και οι ενοχλητικοί φίλοι μας, τα κουνούπια, που μας έκαναν εκείνο το βράδυ να μην κλείσουμε καθόλου μάτι.
Την επομένη το πρωί ξεκινήσαμε για την Άρτα. Φτάνοντας στο χωριό Κρίκελος, ο Ζέρβας συναντήθηκε με φιλικά του πρόσωπα και τους ανήγγειλε την άνοδό του στα βουνά και να φροντίσουν για τη συγκέντρωση όλων των αναγκαίων εφοδίων διατροφής. Το ίδιο έκανε και στο Ανοιξιάτικο όπου καθίσαμε και φάγαμε. Τελευταίος σταθμός του Ζέρβα και των συντρόφων του το Χάνι Κατσούλη, όπου κάτω από τον δροσερό πλάτανο, απολαύσαμε την δροσιά του.
Αφού μας ευχαρίστησε ο Ζέρβας και οι σύντροφοί του, ξεκινήσαμε ο Γ. Γεωργίου κι εγώ για την Άρτα. Απευθυνόμενος ο στρατηγός προς εμένα μου είπε : «Ανηψιέ, η πρώτη σου δουλειά μόλις φτάσεις στην Άρτα, είναι να ειδοποιήσεις τα αδέλφια μου και τους φίλους μας αδελφούς Γιάννη και Σπύρο Πάντζο, Γιάννη Τσίγα και αυτοί με τη σειρά τους όλους τους άλλους φίλους μας και να τους πουν ότι ανεβαίνω στο βουνό και ξεκινάω ένοπλο αγώνα εναντίον των κατακτητών». Εμείς αναχωρήσαμε για την Άρτα και ο Ν. Ζέρβας με τους συντρόφους του για το βουνό. Πράγματι μόλις φτάσαμε στην Άρτα, έτρεξα και ειδοποίησα όλους όσους τα ονόματα μου έδωσε για να αναχωρήσουν για το βουνό, αν βέβαια το επιθυμούν και να πλαισιώσουν το αντάρτικο που μόλις άρχισε να δημιουργείται. Στη συνέχεια εγώ με εντολή της τοπικής οργάνωσης ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ συνέχισα να προσφέρω τις υπηρεσίες μου καθημερινά. Έδινα πληροφορίες μετακινήσεως και μεταφοράς πολεμοφοδίων, κινήσεις αυτοκινήτων και στρατιωτών του εχθρού κτλ…….”
(Πηγή : ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ – ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΑ, Κ. Τσακτσίρας, Άρτα)

Στη φωτογραφία “Ο Ναπολέων Ζέρβας μαζί με Μ. Μυριδάκη, Π. Κωτσάκη και Ι. Παπαδάκη” (Πηγή : Wikiwand.com / Greek Resistance)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟΥ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ

———————
Η συνειδητή απόφασή του Γεωργίου Αγόρου να οργανώσει αντάρτικο πραγματώνεται τον Μάϊο του 1942. Ο ίδιος την 18η Μαΐου εγκαταλείπει την πρωτεύουσα και εμπιστεύεται την πατρώα γη για την οργάνωση της δύναμής του. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά καθότι τα Τζουμέρκα ήταν αφενός ο τόπος καταγωγής του και αφετέρου ο τόπος που διέμεναν συγγενείς και φίλοι του. Ωστόσο, όταν ανέβαινε στο βουνό ξεκινούσε από το μηδέν, χωρίς καμία προεργασία. Οι δικοί του άνθρωποι τον στήριξαν και αποτέλεσαν τους πρώτους αντάρτες του. Οι επιδρομές των Ιταλών είχαν φοβίσει τους χωρικούς των ορεινών χωριών και είχαν δημιουργήσει κλίμα ηττοπάθειας. Παράλληλα, το ΚΚΕ, στην προσπάθειά του να επιβάλλει τις επιτροπές του ΕΑΜ, οργάνωνε πολιτικά την περιοχή…….
Παρόλα αυτά, μόλις ο Αγόρος, με το κύρος του Έλληνα Αξιωματικού που πολέμησε στα βουνά της Πίνδου και της Βορείου Ηπείρου, έκανε την εμφάνισή του, οι συντοπίτες του τον υποστήριξαν με θέρμη. Γράφει ο ίδιος σε σχετική έκθεσή του για την δράση του Αρχηγείου Τζουμέρκων-3/40 Συντάγματος Ευζώνων (20-4-1950): «Οι ορεσίβιοι αυτοί Έλληνες ετάχθησαν υπό τας διαταγάς μου και εις την υπηρεσίαν της πατρίδος γυμνοί, ανυπόδητοι, νύστεις και εξοπλισθέντες μόνοι των διά της ανταλλαγής του μοναδικού αραβοσίτου, τον οποίον διέθετον διά την συντήρησιν των παιδιών των έναντι ενός τυφεκίου, μιας χειρομβοβίδος και μερικών φυσιγγίων».
Αρχικά, το καλοκαίρι του 1942, η δύναμη του Αγόρου έφτανε τους 50 άνδρες, εκ των οποίων οι 17 έφεραν όπλο. Μέχρι τον Δεκέμβριο σε όλη την περιοχή των Τζουμέρκων η δύναμη του έφτασε τους 280 περίπου άνδρες. Όπλα όμως έφεραν μόνο οι 60. Στους φέροντες όπλα συνήθως ανήκαν έφεδροι πολεμιστές του Ελληνοϊταλικού πολέμου, που γνώριζαν τον χειρισμό των όπλων και όσοι κυμαίνονταν ηλικιακά μεταξύ 20 έως 50 ετών. (Πηγή : Άρθρο του Ι. Β. Αθανασόπουλου στο ιστολόγιο istorikaxronika.com)

Στη φωτογραφία “Στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου την περίοδο 1940-’41. Διακρίνεται o Γ Αγόρος, τρίτος από αριστερά”.( Φωτο από το Αρχείο οικογένειας Ι. Αγόρου όπως δημοσιεύτηκε στο ίδιο άρθρο του Ι. Β. Αθανασόπουλου, ιστορικού)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

ΚΤΕΛ ΑΡΤΗΣ

——————-

1962-63 : Τα μοντέρνα εικοσιδυάρια με τα…… κουρτινάκια τους. Τέλος τα θρυλικά καρναβαλάκια και νέα εποχή για τα ορεινά χωριά της Άρτας. Δεξιά ο Κωστάκης Κωστής (σύζυγος Αρτεμισίας Πάντζου) με τον Ευάγγελο Καρατζά (Ιδιοκτήτη).
(Φωτο από αρχείο Σοφίας Ε. Καρατζά, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μέσα Μεταφοράς | Σχολιάστε