————-
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)


————-
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)


——————–
“-Πόσο κουραστική ήταν η πορεία της επιστροφής;
-Πολύ. Σε ώρα, άλλοι σαν να αποστάσανε από την πεζοπορία, άλλοι σαν να βαρέθηκαν από το κουβεντολόι, σωπάσανε. Τα μικρά που ήτανε καβάλα, άλλο από το σκούξιμο, άλλο από το κούνα και ματακούνα του μουλαριού αποκοιμήθηκαν αδεκεί και μόνο των αλόγων τα πέταλα που πατούσανε ρυθμικά το ντερβένι δένανε σε μια παράξενη μουσική συμφωνία με τον αχό από τα κυπροκούδουνα και τα τσιοκάνια που είχανε κρεμασμένα στο λαιμό τους. Κάπου εκεί θυμάμαι, σαν βαριεστημένος από της πεζοπορίας την αποσταμάρα, κοντοστάθηκα. Κοντοστάθηκα και χασμουρήθηκα βαριεστημένος κάμποσες βολές κι αδεκεί η μανούλα μου θυμάμαι έσκυψε και μου είπε : «άιντε παιδάκι μου, κάμε λίγο κουράγιο ακόμα και φτάσαμαν στο χάνι. Να… σα διαβούμε ετούτη την κοδέλα του δρόμου, τη μεγάλη κι απέ την άλλη τη μικρή, φτάνουμε, καληώρα σου παιδί μου, στο Πλατανόρεμα. Εκεί στο χάνι του Τσίρου έχουμε κουβέντα να μας καρτερεί και η βαβούλα σου με την κανούτα μας που έφυγαν μπροστά πριν από το γιόμα, για να κάψουνε δρόμο». Γκάρδιωσα για λίγο με τα λόγια της, μα τι να σας πω, ατέλειωτες μου φάνηκαν εκείνες οι κοδέλες και το χάνι, λες και βάλθηκε κι αυτό να παίξει με την αποσταμάρα μας, έφευγε, αλάργευε από τον τόπο του, για να μην το φτάσουμε. Και το χειρότερο, σαν φτάσαμε εκεί, οι αγωγιάτες κουβεντιάστηκαν συνατή στους και δεν στάθηκαν. Σαλάγησαν και τράβηξαν παραπανούλια στο ανάραχο πέντε δέκα ανάσες τόπο ακόμα. Εκεί, σε κάτι λακκούλες δίπλα στη δημοσιά, είχαν ξεπεζέψει κι άλλες φαμιλιές από γρηγορότερα, και ο τόπος στην αστροφεγγιά φάνταζε υπαίθριο παζάρι. Εκεί, απάνω σ’ εκείνο το ξεπέταμα, κάνανε την άνοιξη πρώτο κονάκι οι διαβατικοί, γιατί είχε γύρα ο τόπος αμαλαϊές. Είχε φρεσκοθερισμένα χωράφια, με μπόλικο χορτάρι στις παραβολές, και βοσκάνε τ’ αλογομούλαρα ανενόχλητα όλη τη νύχτα και οι αγωγιάτες γλυτώνανε την πληρωμή στο χάνι. Κάπου εκεί, ανάμεσα στους άλλους, ξεφορτώσαμαν κι εμείς.”
(Πηγή : Συνέντευξη Νίκου Καραβασίλη από τους Μελισσουργούς – Institute of Educational Policy portal – Τοπική Ιστορία)
Στη φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα “Τα μικρά παιδιά κάθονταν πάνω στα πράματα που κουβαλούσαν τα άλογα”
(Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 1993)

“Στράτα της οικογένειας Καζούκα από τα βουνά στην Αμφιλοχία το 1940”
(Φωτο από Αρχείο Αγγελικής Χατζημιχάλη)

———————–
Η εποχή του φθινοπώρου «ήταν η αρχή του δυσκολότερου εξαμήνου για τους κτηνοτρόφους, γιατί δεν ήταν μόνο οι σκληρές καιρικές συνθήκες, αλλά και οι πολλές δουλειές της στάνης. Το κατέβασμα των κοπαδιών από τα βουνά, οι ετοιμασίες για την αναχώρηση, η πορεία για τα χειμαδιά, το μάζεμα των απαραίτητων υλικών για τα καλύβια και τα μαντριά’ οι βαριές αγροτικές εργασίες, ο σκάρος, ο γέννας των προβάτων, το απόκομμα των αρνιών, το άρμεγμα, το φράξιμο των σπαρτών και των συνόρων, το στρώσιμο των μαντριών».
(Πηγή : Institute of Educational Policy portal – Τοπική Ιστορία)
Στη φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα “Κάθε χινόπωρο ίδια πορεία μαζί με τα ζώα”
(Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 2003)

Ο Καλαριτιώτης γέρο Γεωργούλας Μόκας με τη γυναίκα του Αναστασία κάτω απ΄ τη βλάχικη τέντα το χινόπωρο του 1988, πηγαίνοντας για τα χειμαδιά.
(Φωτο από αρχείο Πέτρου Μόκα)

——————–
Σπάνιος Οθωμανικός χάρτης του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 – Ιωάννινα – Αμβρακικός. Κάτω δεξιά απεικονίζεται το Γεφύρι της Άρτας.
(Ottoman Turkish map of the 1897 Greco-Turkish War dim. 75x155cm, scale 1:50000 with text in Ottoman Turkish, bearing date 1898 (1314 Rumi calendar) and depicting the area between Ioannina and Amvrakikos Gulf, Preveza & Arta, with six (6) inset views including a broad map of Central & Northern Greece, the famous bridge of Arta (Γεφύρι της Άρτας), castles (unidentified), a Turkish military camp at Amvrakikos Gulf, a double bridge (possibly of Arahthos river). Title cartouche with Ottoman flags and war emblems & descriptions for every inset scene in Ottoman Turkish. The map is very accurate with detailed depiction of the relief, the road network & the hydrography. Attached on period linen. Extremely Rare)

Kι εδώ με κάποια επεξεργασία….

————————–
“Το καλοκαίρι του 1779 κήρυξε στα Θεοδώριανα των Τζουμέρκων ο εθναπόστολος και εθνομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός, ή «Πάτερ Κοσμάς» όπως τον είπε ο λαός. Μεγάλη ήταν η απήχηση στο λαό από το κήρυγμα του Πάτερ Κοσμά. Ιδρύθηκαν σχολεία, μοναστήρια, εκκλησίες και ο λαός μάθαινε την Ιστορία και τη θρησκεία του. Έτσι από το κήρυγμα του, το Έθνος άρχισε να αφυπνίζεται. Και στα Θεοδώριανα το 1793 ο Ιερομόναχος Άνθιμος Δημητρίου ή Παπαδημητρίου ή Αργυρόπουλος ιδρύει μοναστήρι και σχολείο. Για το μοναστήρι αυτό είναι γραμμένα στο «Δοκίμιον ιστορικής τίνος περιλήψεως Άρτης και Πρεβέζης» του λόγιου Μητροπολίτη Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλου, πού τυπώθηκε στα 1884 και στις σελίδες 23 και 24, τα επόμενα: «..Πλησίον του χωρίου Θεοδώριανα κείται Ιερόν Μονήδριον σεμνυνόμενον εις το γενέθλιον της Θεοτόκου, οικοδομηθέν κατά το έτος 1793, παρά του ηγουμένου Ανθίμου, όστις ώκοδομήσατο δαπάνη του Μονηδρίου καί άλληλοδιδακτικήν σχολήν.»
Ό Άνθιμος Αργυρόπουλος του Δημητρίου και της Αλεξάνδρας γεννήθηκε το έτος 1768. Μετά τη στοιχειώδη μόρφωση χειροτονήθηκε ηγούμενος στο μοναστήρι στα Θεοδώριανα των Τζουμέρκων. Όταν καταστράφηκε το Σούλι, ο Άνθιμος δέχτηκε με στοργή στο μοναστήρι του τους καταδιωγμένους Μποτσαραίους, που κατέφυγαν πρόσφυγες στα Θεοδώριανα και περιέθαλψε τους τραυματίες τους, έτσι έπεσε στη δυσμένεια του Αλή Πασά. Έπειτα από σκληρή αντίσταση των καλόγηρων και των κατοίκων, ο Άνθιμος πιάστηκε και οδηγήθηκε από τούς Αρβανίτες στα Γιάννινα. Ο Αλή Πασάς τον έκλεισε αλυσοδεμένο σε σκοτεινό μπουντρούμι για πολλά χρόνια. Έπειτα από θερμές παρακλήσεις ισχυρών οπλαρχηγών της Ηπείρου λευτερώθηκε ο Άνθιμος. Τί απέγινε; μας το λέει ο Ντίνος Κονόμος στο βιβλίο «Ηπειρώτες στη Ζάκυνθο, Ιωάννινα, 1964»: «Βγαίνοντας από την τρομερή εκείνη κόλαση ο Αργυρόπουλος πήγε στην Κέρκυρα. Εκεί συνδέθηκε στενά με τον Ιωάννη Καποδίστρια και του αφηγήθηκε όλα τα μαρτύρια και τούς διωγμούς των Ηπειρωτών. Φεύγοντας από την Κέρκυρα, ό Αργυρόπουλος, ήρθε κι εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου διορίστηκε εφημέριος της εκκλησίας του Άγιου Γεωργίου της οικογένειας Λατίνου. Εκεί ό μαρτυρικός καλόγερος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από το Διδάσκαλο Καλύβα και με τον ποιητή Μαρτελάο έκαναν την τριανδρία των Κατηχητών. Ο Αργυρόπουλος υπήρξε ο πνευματικός και αγέρωχος αγωνιστής, ο φλογερός πατριώτης, που ανέλαβε την αδελφοποίηση όλων των κατηχουμένων πατριωτών του νησιού, ντόπιων και ξένων…». Ο πρώτος πού κατηχήθηκε από τον Άνθιμο Αργυρόπουλο και ορκίστηκε στη Φιλική Εταιρεία ήταν ό αδελφός του Ιωάννης, ετών 34, μουσικός, την 14ην Ιανουάριου 1819. Ο Άνθιμος είχε και μία αδελφή την Ελένη, πού είχε παντρευτεί στα Θεοδώριανα με τον Ιωάννη Στέργιο. Ο Άνθιμος πέθανε τυφλός από το ένα μάτι στη Ζάκυνθο, στις 20 Ιανουαρίου 1847, χωρίς να καμαρώσει την ιδιαίτερη πατρίδα του ελεύθερη. Στο Υποθηκοφυλακείο βρέθηκαν δυο διαθήκες και δυο έγγραφα πού κανονίζουν την πατρική τους περιουσία στα Θεοδώριανα. Στην πρώτη ιδιόχειρη διαθήκη του, που συντάχτηκε στις 30 Μαΐου 1821 υπάρχει το αυτόγραφο σημείωμα: «’Άνθιμος ιερομόναχος Άργυρόπουλος, ποτέ Δημητρίου, άπό χωρίον Θοδώργιανα έπαρχία Ιωαννίνων». Τότε τα Θεοδώριανα όπως και άλλα χωριά των Τζουμέρκων υπάγονταν εκκλησιαστικά στα Γιάννινα. Σε μια αίτησή του στις 12 Ιανουάριου 1832 προς το Επαρχείο Ζακύνθου υπογράφει: «”Ανθιμος ιερομόναχος Άργυρόπουλος Παπαδημητριού». Από τη δεύτερη διαθήκη, που σύνταξε ο συμβολαιογράφος Ζακύνθου Γεώργιος Δικόπουλος στις 6-18 Φεβρουαρίου 1841, μεταφέρουμε εδώ τα επόμενα, που μαρτυρούν τη νοσταλγία του για τη γενέθλια γη : «…Έτι λέγει διορίζω νά δοθούν εις τό μοναστήριόν μου λεγόμενον Γεννέσιον της Θεοτόκου εις χωρίον θεοδώριανα της Ηπείρου, εις τό όποιον έστάθην ήγούμενος, τάλλαρα δίστηλα σαράντα, No 40. Έτι απαρατώ της αδελφής μου Ελένης εύρισκομένης εις τό αυτό χωρίον τάλλαρα δίστηλα δεκαπέντε No 15, λέγω είκοσι, εάν αύτη ήθελε είναι ζωντανή, αλλέως νά τά λαμβάνουν οι κληρονόμοι της».
Ο Άνθιμος όρκισε στη Φιλική Εταιρεία και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, που διωγμένος απ’ τους Τούρκους είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο. Σχετικά με την ορκωμοσία αυτή, ο δημοσιογράφος και ιστορικός Κώστας Καιροφύλας γράφει στο ιστορικό του αφήγημα «Κολοκοτρωναίϊκο Πάσχα»: «’Εκείνο το χρόνο — 1820 — το Πάσχα το πέρασε ο Κολοκοτρώνης μαζί με τους λίγους έμπιστους του στο πλάτωμα του ξωκκλησιού του Αγίου Γεωργίου, στη Ζάκυνθο. Εκεί μπορούσε να συγκεντρωθεί περισσότερο στον εαυτό του και στις σκέψεις του. Γιατί στην εκκλησία εκείνη είχε ταφεί η αγαπημένη του γυναίκα, γιατί στην εκκλησία εκείνη ο παπα – Άνθιμος Αργυρόπουλος τον είχε ορκίσει στη Φιλική Εταιρεία…». Τα ίδια γράφει και ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς στο έργο του « Ο Γέρος του Μωριά».
(Πηγή : Άρθρο του Φίλιππου Κολοβού με βάση τις έρευνες του Ντίνου Κονόμου στην Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 67, 1982)
Στη φωτογραφία το ορειχάλκινο άγαλμα του Άνθιμου Αργυρόπουλου, έργο της γλύπτριας Ειρήνης Χαριάτη – Πραμαντιώτη.

——————————
“………..Στις 25 Απριλίου, ο Ricciotti αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να αρχίσει να κάνει κάτι για το οποίο ο ίδιος και πολλοί άλλοι, μικροί και μεγάλοι, είχαν εγκαταλείψει την οικογένεια και τη δουλειά ή τις σπουδές τους στην Ιταλία και πήραν τα όπλα……………. Φορτώθηκε με το τάγμα του σε ένα πλοίο που την επόμενη μέρα κατέβηκε στη Ζαβέρδα, στο Ιόνιο Πέλαγος. Με την κουβέρτα και το τουφέκι στους ώμους τους, οι Γκαριμπαλντιώτες, σαν να πήγαιναν για πικνίκ, περπάτησαν ως την Άρτα, μια πόλη που βρίσκεται σε ένα ευχάριστο και ήσυχο μέρος, κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Εκείνη την εποχή, η Ήπειρος (που συνορεύει με την Αλβανία και το Ιόνιο) χωρίζονταν στη μέση. Η απογοήτευση των Γκαριμπάλντι ήταν μεγάλη όταν κατάλαβαν ότι κατέληξαν όχι τόσο σε ένα ξεχασμένο ή εγκαταλελειμμένο μέτωπο όσο σε ένα μέτωπο όπου οι Έλληνες και οι Τούρκοι προστάτευαν ήσυχα τα χαρακώματα, όπως – ίσως – σιωπηρά συμφώνησαν…….»
(Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΜΟΥ Ο ΓΚΑΡΙΜΠΑΛΝΤΙ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ -1897, Nazario Sauro Onofri)
Μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο στα Ιταλικά στο λινκ http://parridigit.istitutoparri.eu/…/Mio_nonno…
Στη φωτογραφία ο Depalmo Onofri με στολή Γκαριμπάλντι που ελήφθη στη Ρώμη το 1897, από το ίδιο βιβλίο.

—————–
Έγχρωμος Χάρτης της Ηπείρου, Αλβανίας και Ιονίων Νήσων σε λιθογραφία του LAURENBERG, J. – “EPIRUS, Hodie Vulgo ALBANIA. Autore I. Laurenbergio.”, 1650-1741.

Φωτοκάρτα δεκαετίας ’60 του Σ. Γκιώκα με μνημεία της πόλης. (Φωτο από προσωπική συλλογή)


———————–
“Οι Ιταλοί μπήκανε στην Άρτα το Μάη το 1941 και μείνανε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1943 που φύγανε με τη συνθηκολόγηση και ήρθανε στο πόδι τους οι Γερμανοί. Πολλοί απ’ τους Ιταλούς ήτανε δημοκρατικοί, ακόμη και κομμουνιστές, κι από την αρχή της κατοχής έκανα γνωριμιά με πολλούς απ’ αυτούς. Αφορμή γι’ αυτό ήταν που μαζί με τη Βασιλική Σαλαώρα και τη Ζωή Δάφνου πουλούσαμε τηγανισμένα ψάρια και κεφτέδες στους Ιταλικούς στρατώνες κι εκεί ξεθάρρεψα κι άρχισα να ξεχωρίζω και να κρυφοκουβεντιάζω με τους αριστερούς Ιταλούς. Ένα άλλο που με βοήθησε στις γνωριμίες μου με τους Ιταλούς ήταν που μόλις μπήκανε οι Ιταλοί στην Άρτα, μου επιτάξανε για πεντέξι μήνες ένα δωμάτιο από το σπίτι μου. Σ΄αυτό το δωμάτιο έμενε ένας Ιταλός καμιά εικοσαριά χρονώ, με το όνομα Λορέντζο, που ήτανε κομμουνιστής και μαγείρευε στο σπίτι μου φαί για τους Ιταλούς αξιωματικούς. Αυτός ο Λορέντζο με σύστησε και σε άλλους Ιταλούς και σ’ ένα αξιωματικό από το Ιταλικό στρατηγείο στα Γιάννενα, με το όνομα Μιχαήλ ή Γαβριήλ, που μου είπε πως ήτανε δικηγόρος. Ακόμη γνώρισα και τους δημοκρατικούς Ιταλούς της Καραμπινιαρίας της Άρτας Αρμάντο Μπλιορίνι και Λάντο ή Λάτο που ήτανε αξιωματικοί, το Νίνο, το Γκιουζέπε, το Ντίνο, το Ρούσσο, το Τζιοβάνι, το Μπιάνκο και το Ρομάνο, που ήτανε στρατιώτες και άλλους που δεν θυμάμαι πια.
Εγώ απ’ την αρχή της κατοχής άρχισα να μαθαίνω λίγα ιταλικά και με τα λίγα ελληνικά που μαθαίνανε οι Ιταλοί συνεννοούμασταν. Μόνο ο Μιχαήλ ήξερε καλά ελληνικά. Όλα αυτά ήταν σαν παιδιά μου γιατί εγώ ήμουνα τότε 45 χρονώ και εκείνα ήτανε από 18 μέχρι 25, γι’ αυτό με φωνάζανε «μάμα»……”
(Πηγή : Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗ ΜΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ, Πηνελόπης Ρίγγα, Έκδοση “Η Γυναίκα στην Αντίσταση”, 2018)
Στη φωτογραφία η Πηνελόπη Ρίγγα ή Ρίγγενα σε ηλικία 85 χρονών από το ίδιο βιβλίο.
