ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΠΑΗΣ – ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΤΕΤΡΑΚΩΜΟ

“Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στο χωριό μου. Το σπίτι μας βρισκόταν στη θέση «Μελίσσι». Παρακολουθούσα τους δικούς μου εις τα χωράφια και εις τα πρόβατα, για την φύλαξι των οποίων ο πατέρας μου έπαιρνε, επί μισθώ πάντοτε, δύο κτηνοτρόφους, τσοπαναρέους. Όταν έγινα επτά χρονών (1899), άρχισα να πηγαίνω εις το σχολείο, που απείχε περί τα τρία χιλιόμετρα από το σπίτι μας. Κτίριον σχολικόν δεν υπήρχε και οι παραδόσεις των μαθημάτων εγίνοντο εις το εσωτερικόν της εκκλησίας ο «Άγιος Νικόλαος», η οποία ήταν σε ύψος 800 μέτρων, εις τη μέση ωραίου δάσους από έλατα. Χάρτες, πίνακες, θρανία ήταν ανύπαρκτα. Καθόμασταν και εμείς οι μαθητές και ο δάσκαλός μας, Ηλίας Ρίζος, οκλαδόν (σταυροπόδι). Και όμως, παρ’ όλες αυτές τις τόσο δύσκολες συνθήκες, είμαστε καλοί μαθητές και εμάθαμε γράμματα. Σ’ όλες τις τάξεις του δημοτικού ήμουν πάντα πρώτος μαθητής και διά τούτο, όταν ερχόταν ο επιθεωρητής – τότε ήταν ο Πάγκαλος -, ο δάσκαλος έβγαζε κατά το πλείστον εμένα να πω το μάθημα ή να απαντήσω εις τις ερωτήσεις του, μάλιστα προς μεγάλη ικανοποίηση του πατέρα μου, ο οποίος πάντοτε παρευρίσκετο στις εξετάσεις, ακόμη δε περισσότερο όταν οι απαντήσεις μου ήταν επιτυχείς. Έτσι έβγαζα ασπροπρόσωπο το δάσκαλο, κατά το δη λεγόμενον.
Αργότερα, την 1ην και την 2αν του Ελληνικού Σχολείου τις έβγαλα εις το Βουλγαρέλιον και την 3ην του Ελληνικού εις το Σχολαρχείον Άρτας, με κηδεμόνα μου τον δήμαρχον Αρταίων Εύ. Χέλμην, ο οποίος, εκτός των άλλων, διηύθυνε και το γραφείο του Κ. Καραπάνου, ενός εκ των μεγαλυτέρων γαιοκτημόνων της Ελλάδος. Είχε 40 χωριά εις την Ήπειρον και 10 εις την Θεσσαλίαν δικά του, τσιφλίκια του.
Σχολάρχης μας ήταν ο Γ. Νούσιας εκ Καμαρίνης Πρεβέζης. Λαμπρός εκπαιδευτικός και εξαίρετος άνθρωπος, εις το έπακρον δε δίκαιος με αυτόχρημα πατρική συμπεριφορά προς τους μαθητές του.
Αμέσως μόλις επήγα εις την 1ην γυμνασίου ανεχώρησα εις Αθήνας. Με προσέλαβαν στο Γαλλικό φαρμακείο ( Φαρματσί Φρανσαίζ) ως βοηθό ταμίου με 80 δραχμές μηνιαίως. Την ημέρα εργαζόμουν εις το φαρμακείο και τη νύχτα επήγαινα σε ιδιωτικό γυμνάσιο. Η καθημερινή συναναστροφή μου με το γαλλικόν προσωπικόν του φαρμακείου με διευκόλυνε να κάμω ικανοποιητικές προόδους εις την εκμάθησι της γαλλικής γλώσσης, πράγμα το οποίον πολύ με ωφέλησε, όταν αργότερα εις την Μακεδονίαν, ως αξιωματικός, συνεργαζόμουν με Γάλλους αξιωματικούς, με τους οποίους διεξαγάγαμε πολεμικές επιχειρήσεις από κοινού εναντίον των Γερμανοβουλγαρικών στρατευμάτων.”
(Πηγή : ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Λ. Σπαής, Αθήνα,1970.)

Στη φωτογραφία το Νυχτερινό Σχολείου Νεβρόπολης Τετρακώμου το 1951-53. Μπορείτε να διαβάσετε τα ονόματα των μαθητών στο πρώτο σχόλιο. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Η Φιλαρμονική στα χρόνια της Κατοχής

——————————
Τα χρόνια της γερμανικής κατοχής, η φιλαρμονική του «ΣΚΟΥΦΑ» θα διανύσει μια περίοδο ένδειας και μαρασμού. Το 1943 διακόπτονται οι δραστηριότητες της Φιλαρμονικής, ύστερα από γερμανική διαταγή. Η τότε δημοτική αρχή βλέποντας την καταστροφή κάνει την φιλαρμονική του ΣΚΟΥΦΑ Δημοτική στις 27-07-1943, παραμένει όμως ανενεργή μέχρι το τέλος της Κατοχής. Ωστόσο, ο μαέστρος της φιλαρμονικής Δημήτριος Παπαϊωάννου, ο οποίος εκείνο το διάστημα βρίσκεται στην Άρτα, παραδίδει μαθήματα μουσικής κατ’ οίκον ανιδιοτελώς!

Στη φωτογραφία : Η Φιλαρμονική Άρτης στην είσοδο της Παρηγορήτισσας (Ημερομηνία άγνωστη). Διακρίνονται μπροστά οι Καρυδάκης (Αρχιμουσικός – μαέστρος) και Ευστάθιος Τατσόπουλος( Έφορος – Αρχηγός της Φιλαρμονικής – πρώην μουσικός). Ο μικρός είναι ο γιός του Σπύρος (1981-2010 Πρόεδρος της Ε.Π.Σ.). Μπορείτε να διαβάσετε τα ονόματα των μουσικών στο πρώτο σχόλιο. (Φωτο από Αρχείο Λ. Γκούβελου, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Και τα ονόματα των μουσικών….

Δημοσιεύθηκε στη Η Φιλαρμονική της Πόλης | Σχολιάστε

Γεώργιος Παπαδόπουλος

Πορτραίτο του Γεωργίου Παπαδόπουλου, πατέρα του συγγραφέα Μιχαήλ Περάνθη (Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Μιχάλη Γ. Παπαδόπουλου).
(Φωτο από Αρχείο Κ. Μπανιά) 

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Ο ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ Γ.ΜΠΑΛΑΤΣΟΥΚΑΣ

——————————-
Η σύσταση των Ελληνικών Ταχυδρομείων έγινε σχεδόν αμέσως μετά την επανάσταση του 1821 και την απελευθέρωση της χώρας από την τουρκοκρατία. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1828, ο Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας υπογράφει ψήφισμα «Περί συστάσεως τακτικής ταχυδρομικής συγκοινωνίας», ιδρύοντας το «Γενικόν Ταχυδρομείον».
Στην Αθήνα ο ταχυδρόμος, ερχόμενος από το Ναύπλιο, την τότε πρωτεύουσα, «ανήρχετο επί βαρελίου, αναγιγνώσκων εις επήκοον των συγκεντρωμένων κατοίκων τας επί των επιστολών διευθύνσεις. Εν περιπτώσει καθ’ ην δεν εμφανίζοντο οι αποδέκται, αι επιστολαί εκαίοντο επιτόπου».
Μέχρι τη δεκαετία του ’60, τότε που η επικοινωνία μεταξύ πόλεων και χωριών ήταν ακόμα πολύ δύσκολη, και το χειμώνα με τις κακοκαιρίες σχεδόν αδύνατη, σπουδαίο ρόλο έπαιξαν οι αγροτικοί ταχυδρόμοι.
Αγγελιοφόρος, κομιστής μηνυμάτων, ευχάριστων ή δυσάρεστων, ο ταχυδρομικός διανομέας, και δη ο αγροτικός, αποτελούσε επί δεκαετίες ένα πρόσωπο αγαπητό στην ελληνική ύπαιθρο. Εχέμυθος και συνεπής, είχε άμεση επαφή με τον κόσμο και πολλές φορές συναισθηματικό δεσμό με οικογένειες που επισκέπτονταν συχνά.
Ένας από τους αγροτικούς ταχυδρόμους που υπηρετούσε στο γραφείο ΤΤΤ Βουργαρελίου κι εκτελούσε για πολλά χρόνια το δρομολόγιο Βουργαρέλι – Θεοδώριανα ήταν ο Γ. Μπαλατσούκας. Με την είσοδο στο χωριό έκανε πάντα γνωστή την παρουσία του με την μπρούτζινη τρομπέτα του. Γράφει ο Πέτρος Σκουτέλας «……Ο αείμνηστος Βουργαρελιώτης Γιώργος Μπαλατσούκας ως αγροτικός ταχυδρόμος δεν είχε αφήσει δρομολόγιο ανεκτέλεστο και μ’ όποιες καιρικές συνθήκες επικρατούσαν στο βουνίσιο πέρασμα του «Σταυρού». Θυμάμαι μια Γεναριάτικη μέρα του 1940, που ήταν μπόλικο χιόνι μέσα στο χωριό, δεν περίμενε κανένας να’ρθει ο ταχυδρόμος εκείνη τη μέρα. Αυτός ξεκάμπισε στην πλατεία με μια «τράια» κάπα και την κατσιούλα γυρισμένη προς τα πίσω. Τα μαλλιά του ανάκατα και βρεγμένα απ’ το λιωμένο χιόνι, μια μεγάλη δερμάτινη τσάντα κρεμασμένη απ’ τον ώμο χιαστί στην πλάτη, μια μακριά σιδηρόκλιτσα στόνα χέρι κι ένα ζευγάρι κλάπες κρεμασμένες στη μέση. Ροδοκόκκινος , τον χαιρετούσαν με θαυμασμό όλοι όρθιοι στο μαγαζί.» (Πηγή σχολίου και φωτογραφίας το βιβλίο ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΒΙΩΜΑΤΑ, Π. Σκουτέλας, Αθήνα, 2006)

Στη φωτογραφία του 1967, ο ταχυδρόμος Γ. Μπαλατσούκας γυρίζει από δρομολόγιο στο χωριό Τετράκωμο.Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη λίγο πιο κάτω από το Νεκροταφείο του Αθαμανίου.

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

1972 : ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, 4η θέση, Β’ Εθνική

(Φωτο & παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

 Οικογένεια Γεωργίου Χρ. Κουτσούμπα….

1922, Μελισσουργοί : Οικογένεια Γεωργίου Χρ. Κουτσούμπα & Κυριακούλας Αντ. Παππά.
Δεξιά : Χρήστος & Βασίλης (Δίδυμα), Δήμητρα, σύζυγος Αποστόλη Τραχανά και Αλεξάνδρα Μπανιά.
Ο Γ. Κουτσούμπας ήταν πρόεδρος στους Μελισσουργούς το διάστημα 1932-36. Εμπνευστής της κατασκευής της Γέφυρας της Κοφδερίδας.
(Φωτο & σχόλιο Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινές Οικογένειες | Σχολιάστε

ΠΟΙΜΕΝΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ – Ο ΚΟΥΡΟΣ

—————————-
Κούρος (ό). Τό κούρεμα των προβάτων δηλοί ή λέξις. Είναι ό κυρίως κούρος. Κατά Μάϊον ή Ιούνιον μέ την έναρξιν τού ξηρού θέρους (πιάνει τό κάμα), τά ποιμενικά ζώα, πρόβατα καί γίδια, θέλουν κούρεμα. ’Έχει όμως προηγηθή, ήδη από τά χειμαδιά, τό κ ο υ λ ο υ κ ο ύ ρ ι σ μ α, ήτοι τό κούρεμα των μαλλιών, πού ευρίσκονται εις την κοιλιάν, τά πισινά καί τά πόδια. Κουλουκούρισμα γίνεται μόνον είς τά πρόβατα, τά γίδια τά κουρεύουν μια καί καλή. Ό κούρος γίνεται μέ τήν βοήθειαν τού π ρ α τ ο ψ ά λ ι δ ο υ (προβατοψαλίδος) από τούς κουρευτάδες, πού είναι οί ίδιοι οί τσοπάνηδες. Πιάνουν τό ζώον. τό άνασκελώνουν καί αρχίζουν τό κούρεμα άπό εκεί πού έχει μείνει τό κουλουκούρισμα. Τελειώνων τό κούρεμα ό τσοπάνης, κτυπά τό ζώον μέ τό ψαλλίδι καί τό απολύει μέ τήν ευχήν «νά μή βασκαθής». Αποφεύγουν νά αρχίσουν τον κούρο Τρίτην ή Παρασκευήν. Τό Σάββατον δεν είναι δυσμενές αλλά δεν αρχίζουν πάντως τήν ημέραν αυτήν διότι ακολουθεί ή Κυριακή, ημέρα αργίας. ’Έτσι αρχίζουν κατά προτίμησιν Δευτέραν. Εις περίπτωσην όμως εμποδίου ό κούρος ήμπορεί νά άρχίση Τετάρτην ή Πέμπτην. Προσέχουν επίσης πολύ, τήν στιγμήν κατά τήν οποίαν θά πέση ή πρώτη ψαλιδιά, νά είναι ό ουρανός ξάστερος. “Αν ύπάρχη κανένα συννεφάκι διαβατάρικο, περιμένουν νά περάση καί έπειτα αρχίζουν. ’Ακόμη περισσότερον όμως φοβούνται τήν βασκανίαν. Για τούτο ό κούρος γίνεται κάπου απόμερα, μακράν άπό τον συχναζόμενον δρόμον και γενικώς εις μέρος μάλλον απόκρυφον. Τά έκ τής κουράς προκύπτοντα μαλλιά, συσσωρεύονται εις «ποκάρια» τουτέστιν εις σωρούς σφαιρικούς, σχηματίζουν φορτώματα καί μεταφέρονται προς άποθήκευσιν. ’Αποθηκεύονται είτε είς κατώγια, άν ό τσοπάνος είναι χωρικός, είτε σε κανένα γ ρ α σ ε ρ ό σπήλαιον άν ό τσοπάνος είναι σκηνίτης. ’Ενδιαφέρει ή αποθήκη νά είναι υγρά για νά πάρουν βάρος τά μαλλιά, διότι μέ τό βάρος πωλούνται.
Γιά τον κούρο των γιδιών, τον γ ι δ ό κ ο υ ρ ο, δέν είναι αρκετόν έργαλείον ένα ψαλίδι. Χρειάζεται ακόμη και ή γ ι δ ο κ ο υ ρ ε ύ τ ρ α άνευ τής οποίας δεν είναι δυνατόν νά πειθαναγκασθή το γίδι νά δεχθή ψαλίδι. Ή γιδοκουρεύτρα είναι τεμάχιον ξύλου πού έχει μήκος ίσον μέ τό ανάστημα τής γίδας. Τό κάτω άκρον του είναι οξύ και μπήγεται στο έδαφος στερεώς, τό άνω άκρον απολήγει εις διχάλαν. Μέσα εις αυτήν την διχάλαν τοποθετείται ή κεφαλή του ζώου χωρίς νά είναι δυνατόν νά μετακινήται, διότι τά δύο άκρα της ένώνονται μέ μίαν βέργαν ξυλίνην ή οποία διέρχεται διά μέσου των οπών τάς οποίας φέρουν άντικρυστά τά τσαρπόλια τής διχάλας. Καί ενώ έτσι μαγκωμένον τό ζώον τρέμει άπό τον φόβον του ενώπιον τού αγνώστου, οι κουρευτάδες μέ τό τ ρ α ο ψ ά λ ι δ ο αρχίζουν ψαλιδίζοντας από τά κωλομέρια καί προχωρούν προς τά πλευρά καί τήν ράχιν. Πίπτουν επί τού εδάφους τά μαλλιά, λάγια, κανούτα, καστανά, ψαριά κλπ αλλά δέν σχηματίζουν ποκάρι. Είναι τρίχες μοναχές τις όποιες μαζεύει καί στοιβάζει σέ σάκκους ή τσοπάνισσα. Τό κορμί τού ζώου γίνεται ψαλιδιές, ψαλιδιές, μιά αηδία νά τό βλέπης. Λέγουν: «σάν κουρεμένο γίδι» έμπαικτικώς, Ιδία γιά τους νεοσυλλέκτους. Θέλουν νά πούν ότι καί ή λέξη «κορόϊδο» σημαίνει εν κυριολεξία «κουρόγιδο».
Γιά τούς τσοπάνηδες καί έν γένει γιά τον κτηνοτροφικόν κόσμον ή φράση «σ το ν κ ο ύ ρ ο» είναι χρονικός προσδιορισμός. Ό κούρος είναι μιά περίοδος τών κτηνοτροφικών εργασιών από τάς σημαντικωτέρας καί πολυασχολωτέρας διότι κατ’ αυτήν συντελείται ή άπόληψις ενός έκ τών κυριωτέρων προϊόντων τής κτηνοτροφικής παραγωγής. Τά άλλα προϊόντα είναι τό γάλα (τυρί) καί ό γέννος. ”Ωστε άπό άπόψεως ασχολίας αν ό γεωργός ήμπορή νά είπη σπορά – θέρος – τρύγος, πόλεμος, ό τσοπάνης μπορεί επίσης νά είπη, γέννος – κούρος – τυροκόμιση, πόλεμος.
Παροιμίες. «Πού γροίκαε κούρευε, δέν κωλοκούριζε», λεγομένη δι’ εκείνον ό όποιος ήμπορεί νά εκτίμηση κατ’ αξίαν.
«Στον κούρο» ή «θά τά πάρης στον κούρο», επί χρέους ή ύποσχέσεως φερεγγυότητος.
«Τον κουρεύουν» συνώνυμο προς τήν «τον μαδούν», τού τρώγουν χρήματα έναντι εύτελών ανταλλαγμάτων.
Κατά μεταφοράν λέγουν «κουρεύουν τά μελίσσια», ήτοι μελισσοκομούν.
(Πηγή : ΔΑΣΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Π.Γρίσπου, Ηπειρωτική Εστία, τχ 217-218,1970)

Στη φωτογραφία “Κούρεμα προβάτων” ( Η φωτο δημοσιεύτηκε από τον κ. Αλέξανδρο Καχριμάνη στο facebook)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

ΑΝΕΒΑΙΝΟΥΝ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ ΟΙ ΤΣΕΛΙΓΚΑΔΕΣ – ΣΤΑ ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΙΩΤΙΚΑ ΛΙΒΑΔΙΑ

—————————
“……Βορειότερα απ’ τους γκρεμούς της Μεγάλης Σάρας, απέναντι από το χωριό των Μελισσουργών, τον Αύγουστο του 1997 άφησε την τελευταία του πνοή μέσα σε φριχτούς πόνους, γκρεμοτσακισμένος στο βάθος αβυσσαλέας χαράδρας, ο πενηντατριάχρονος αιγοβοσκός Γιάννης Σκέντος, ένας δεινός περπατάρης των γκρεμών της Πίνδου.Τον άτυχο Γιάννη Σκέντο τον έκλαψαν οι ραχούλες όλες, τον θρήνησαν οι πηγές, τον μοιρολόγησαν τα δέκα τζομπανόσκυλά του, μαυροφόρεσαν για χάρη του τα τετρακόσια γίδια του και λυποκρατούν ακόμα για το χαμό του όλες οι πλαγιές, τα ξάγναντα και οι κορυφές της Πίνδου που τον είχαν συντροφιά, στολίδι και καμάρι τους.
Τα πρόβατα αρμαθιάζονται πίσω από τον αδελφό μου ιχνηλατώντας το μονοπάτι όπου τα άγρια στοιχεία της φύσης έχουν αφήσει αδρά τα σημάδια τους : νεροφαγιές, καθίσματα του τόπου, σωρούς από πέτρες, κορμούς από κέδρους και μεράτζες.»Μετά φόβου γιδιών» φτάνουμε στα Λιβάδια. Το τοπωνύμιο αποδίδει την ουσία. Τα Λιβάδια τα Μελισσουργιώτικα είναι λάκκες πεντακάθαρες, «κρατημένες με πεζούλες», αφού σπέρνονταν μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Απλώνονται αμφιθεατρικά στα ριζά της Ρούιστας και ως χαμήλωμα είναι πνιγμένες στα χορτάρια. Τα πρόβατα ανοίγουν αγάλια-αγάλια στην απλωσιά κι όπως είναι νηστικά, αρχίζουν να τρυγούν λαίμαργα τη χλόη. Το γοργό λάλημα των κουδουνιών σημαίνει πως τα πρόβατα βρήκαν χορτάρι άφθονο. Τ’ αφήνουμε λίγο να πάρουν «μια κοιλιά», ν’ αποκτήσουν δυνάμεις για να βγάλουν την ανηφόρα για το Σταυρό. Βέβαια ο Σπύρος κι εγώ στεκόμαστε όρθιοι επιτηρώντας να μην απλώσουν πέρα ως πέρα στα Λιβάδια, γιατί κάποιες Μελισσουργιώτικες ομάδες θα ξεκαλοκαιριάσουν εδώ τα κοπάδια τους. Δεν είναι πρέπον να τους «χαλάσουμε τη βοσκή». Σύμφωνα με το ποιμενικό δίκαιο «δεν κάνει», δεν επιτρέπεται…….”
(Πηγή : Άρθρο του Ν. Καρατζένη με τίτλο Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΝΟΜΑΔΩΝ ΣΤΙΣ ΒΟΥΝΟΚΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ, Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 293, 2005)

Στη φωτογραφία “Τα πρόβατα αρμαθιάζονται και κάθε κοπάδι πάει στη δική του στάνη”
(Φωτο του Κ. Μπαλάφα από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 2003) 

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Οικογένεια Χρήστου Παπακώστα…..

1928 : Ο Λοχαγός πεζικού και ήρωας του ’40 Χρήστος Παπακώστας σε αναμνηστική φωτογραφία με τη σύζυγό του, εγκυμονούσα στο πρώτο τους παιδί.
(Πηγή : Αρχείο Οικογένειας Παπακώστα)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινές Οικογένειες | Σχολιάστε

Η ΣΚΕΠΗ (ΤΣΙΑΤΗ)

——————-
“Στήν κορφή τού τοίχου, έκεί όπου στηρίζεται ή σκεπή ( «τσιατή»), υπάρχει μιά πέτρινη προεξοχή, ή «γρεπίδα». Γιά νά γίνουν τά οικήματα άντισεισμικά, έντός τοϋ τοίχου τοποθετούν τά «ξυλοδέματα» (ξύλινες σκάλες έπί τών όποιων χτίζουν καί καλύπτουν όλόκληρη τήν έπάνω έπιφάνεια τοϋ τοίχου).
Στις τέσσερες γωνίες, πάνω άπό τό τελευταίο «ξυλόδεμα» τοποθετούν τέσσερα φιαλίδια πλήρη αγιάσματος. Όταν τελείωνε ό τοίχος οί τεχνίτες κατασκεύαζον τήν «τσιατή». «Ρίχνουν τις γρεντιές, καρφώνουν τις τέσσερες μαχές, τά ψαλίδια, τά πέταυρα και πάνω σ’ αύτά βάζουν τις πλάκες. Οί γρεντιές πρέπει νά είναι μονές γιά νά ζούν οί νοικοκυραϊοι, Όταν «γίνονταν ή τσιατή οί φίλοι, οί συγγενείς καί οί γειτόνες, τοϋ νοικοκύρη, γιά νά ευχαριστήσουν τούς μαστόρους τούς πήγαιναν δώρα διάφορα φαγουλάτα, κάλτσες, μαντήλια και πετσέτες»”. (Πηγή : ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΞΗΡΟΒΟΥΝΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ, Σ. Γεωργούλας, Ηπειρωτική Εστία, τχ.177-78, 1967)

Στη φωτογραφία “Σκεπές” ((Φωτο του Κ. Μπαλάφα από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 2003) 

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε