ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ, 1960 : “Η θρησκευτική πομπή κατηφορίζει από το ξωκλήσι της Παναγίας προς το χωριό για να ακολουθήσει το Διπλοκάγκελο.”
(Πηγή : ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ ΑΡΤΑΣ, Ρ.Γ. Σκουτέλας, Αθήνα, 2006)

ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ, 1960 : “Η θρησκευτική πομπή κατηφορίζει από το ξωκλήσι της Παναγίας προς το χωριό για να ακολουθήσει το Διπλοκάγκελο.”
(Πηγή : ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ ΑΡΤΑΣ, Ρ.Γ. Σκουτέλας, Αθήνα, 2006)

“Στα Θεοδώριανα κάνουν διήμερο πανηγύρι τον Δεκαπενταύγουστο. Παλιότερα το πανηγύρι ήταν τριήμερο και την Τρίτη μέρα διασκέδαζαν οι επαγγελματίες που ήταν απασχολημένοι με το πανηγύρι τις δυο πρώτες μέρες. Πολύ πρωί, στις 15 Αυγούστου, ενώ οι καμπάνες ηχούν χαρμόσυνα ξεκινούν από την κεντρική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου για το εκκλησάκι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ψηλά στη Βρύση στις Ιτιές οι παπάδες με τα λαμπροφορεμένα παιδιά, που κρατούν τα εξαπτέρυγα, τον Σταυρό και τις εικόνες, ενώ το Κύριε ελέησον των παιδιών γεμίζει την ατμόσφαιρα, σαν σύνθημα για το ξύπνημα των κατοίκων και πρόσκληση στον εορταστικό πανηγυρισμό. Όταν τελειώσει η ακολουθία της λειτουργίας και του αγιασμού στην Παναγία, ξεκινά κατεβαίνοντας προς το χωριό πλήθος λαού. Τα πολύχρωμα φορέματα των γυναικών και οι φουστανέλες των ανδρών προσδίδουν ένα θαυμάσιο και φαντασμαγορικό θέαμα. Οι ψάλτες και οι ιερείς ψάλλουν κατά τη διαδρομή το Μέγα Παρακλητικό Κανόνα, και όλο εκείνο το πλήθος, σε μια υπέροχη λιτανεία κατευθύνεται στην κεντρική εκκλησία, όπου τελειώνει η ικεσία των πιστών προς τη Θεοτόκο. Και τότε ξεκινά ο χορός. Ωραίος και θεαματικός είναι ο χορός Διπλοκάγκελο. Μετέχουν και οι δυο σειρές του χορού. Στον εσωτερικό κύκλο οι γυναίκες και στον εξωτερικό οι άντρες, όλοι πιασμένοι από τους αγκώνες. Τραγουδούν και το επαναλαμβάνουν τα βιολιά. Ξεκινάν με τα τραγούδια της προετοιμασίας : “Τα πήρανε τα πρόβατα”, “Ψηλά στην Κωστηλάτα”, “Μαρία λεν’ την Παναγιά”, “Συ που σέρνεις το χορό , κάνε διπλοκάγκελο”…… “Τέτοια ώρα ήταν ψες, τέτοια και παραπροψές, στο χορό που χόρευαν, χόρευαν κι απήδαγαν”…… Κι όταν η ορχήστρα πάρει εντολή από τον Πρόεδρο να σταματήσει ο χορός, τότε τραγουδάει το παρακάτω στιχάκι: “ Είπε ο Πρόεδρος παιδιά για να πάψουν τα βιολιά…..”
(Πηγές : 1. Άρθρο του Φ. Κολοβού στο βιβλίο ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ ΑΡΤΑΣ, Ρ.Γ. Σκουτέλας, Αθήνα, 2006 2. ΤΟ ΑΡΤΙΝΟ ΧΟΡΟΣΤΑΣΙ, Γ. Κομζιάς, Αθήνα,2021)
Στη φωτογραφία “Διπλοκάγκελο στα Θεοδώριανα “ από το αρχείο Π. Σκουτέλα (Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 105, 1985)

—————-
“Βυζαντινή Άρτα” (Σύνθεση Ελένης Βαφιά)

————————-
“Το καλοκαίρι του 1957 είχαμε τα πρόβατα στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου, γύρω στα 1300 κεφάλια. Έτυχε οι τρανοί της στάνης να βρίσκονται στο χωριό και μείναμε εμείς τρία παιδιά, 25-28 χρονών, να φυλάξουμε τα κοπάδια. Τα γαλάρια τα φύλαγε ο Βαγγέλας (Βαγγέλης Γ. Μολώνης), τα ζυγούρια ο Μπλατσάρας (Γιώργος Σ. Μολώνης) και τα στέρφα εγώ. Ο καθένας μας όρμωνε το κοπάδι του στο σύρμα του και το βράδυ ανταμώναμε όλοι στη στάνη να πάρουμε μια χαψιά, να σταυρώσουμε καμιά κουβέντα, να στρίψουμε ένα λαθραίο. Όλη μέρα ήμαστε μονάχοι μας και δεν περνούσαν οι ώρες με τίποτα, αφού οι μέρες του καλοκαιριού είναι πέλαγο.
Είχαμε κλείσει πάνω από ένα μήνα στα βουνά, μακριά από τις φαμίλιες μας. “Μπιζιρίσαμαν να τρώμι κάθε μέρα βραστουγαλιά, δεν κατέβινι κατ’, αλλά τί να τρώμαν ; Eίχαμαν κατ’ πατάκις, κατ’ παλιοφάσλα αλλά διάουλους κάθουνταν να μαειρέψ’ κι να διαουλουκνήσ’.”
Ήταν θυμάμαι 2 Αυγούστου, μόλις είχαμε αποκρέψει για τη Σαρακοστή και καρτερούσαμε να έρθει της Παναγίας για να κατεβούμε στο χωριό, ν’ αλλάξουμε, να δούμε καμιά κοπέλα στο πανηγύρι, αφού ήμασταν κι οι τρεις ανύπαντρα παιδιά, πάνω στα καλά μας. Όπως βοσκούσαν τα στέρφα στις ορνιοφωλιές, που ήταν τόπος ανάποδος και τσακιστός με γκρεμούς και ορσίδες και μαρκαλιούνταν κιόλας, δυο κριάρια βάρβαρα που κουτριούνταν, έκοψαν στη μέση μια στερφοπρατίνα κάλεσια μουτζούρα και έπεσε καταή. Κάνω τον κατήφορο και πηγαίνω πάνω της και τί να δω….ήταν έτοιμη για ψόφο. Βγάζω μια παλιοσουγιά που είχα μαζί μου, της έκοψα το λαιμό και την έγδαρα επιτόπου, χωρίς χασομέρια να μην πάει θράσια. Έσκασα στην πλάτη το σφαχτό και διαβαίνω γρήγορα στη στάνη.
Σαν έφτασα στη στρούγκα βλέπω έξω από το καλύβι κρεμασμένο άλλο ένα σφαχτό, τετράπαχο που το κρέας του ήταν φλώρο σα χαρτί. Βγαίνει ο Βαγγέλας από το καλύβι και μου λέει πως καθώς έσμιξαν τα γαλάρια στον Καταραχιά με τα Καλαριώτικα και προσπαθούσε να τα χωρίσει, έσφιξε την κλίτσα του και πέτυχε μια πρατίνα, τσιούλα βάκρα, του Μήτσιου Μολώνη, σε αχαμνό σημείο. Η πρατίνα έπεσε για ψόφο και της τον πήρε τα λαιμό…. Δεν αποσώσαμε την κουβέντα μας και να κρεμάσουμε το δικό μου σφαχτό στον έλατο, να σου ξεκαμπάει ο Γιώργος Μολώνης, ο ζγουριάρης μ’άλλο σφάγιο στην πλάτη, καταματωμένος και ιδρωμένος σαν να ερχόταν από πόλεμο. Μας παραξενοφάνηκε. Τρίτο σφαχτό σε μια μέρα; Τι οργή ήταν ετούτη! Μας έπιασε φόβος, σαν να μη μας ήρθε καλά που σφάξαμε τρία ζωντανά σε καιρό Σαρακοστής. Καθώς μας εξήγησε ο Γιώργος, μια ζυγούρα λάια, παρδαλή γκρεμίστηκε στο Κολοκύθι που βοσκούσαν τα ζυγούρια αφού τη βάρεσε στα λαγαρά ένα λιθάρι που κύλησε άλλο ζυγούρι που βοσκούσε ψηλότερα…….
Τρία σφαχτά σε μια μέρα και Σαρακοστή μας έβαλαν σε σκέψεις. Θόλωσε το μυαλό μας και δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Να στείλουμε κάμποσο κρέας στο χωριό; Ποιος θα το έτρωγε, αφού όλοι απόκρευαν, δεν αρταίνονταν κανένας. Να το φάμε εμείς; Πάλι δεν τ’ αποτολμούσαμε, γιατί ήταν κακό μεγάλο για τα ζωντανά να χαλάσουμε τη Σαρακοστή. Ν’αφήσουμε τόσο κρέας να πάει χαμένο κι αυτό κακό μας έρχονταν. Εγώ κι ο Βαγγέλας μέσα μας είχαμε πάρει την απόφαση “να μην μαλάξουμι χαψιά κριάς κι να του ρίξουμι στα σκλιά, να πάει στου διάουλου, να τιλειώσουμι αυτήν τη δλειά, να μην κολαστούμι.” Τολμήσαμε να πούμε την σκέψη μας, χωρίς βέβαια να πολυπιστεύουμε αυτά που λέγαμε, γιατί σαν ρίχναμε τη ματιά μας στα τρία σφαχτά που κρέμονταν, μας έρχονταν κακό να τ’ αφήσουμε να πάνε θράσια.
Ο Γιώργος μας λέει σε μια στιγμή σκεφτικός : “Έχουμε μεγαλύτερη αμαρτία αν αφήσουμε τέτοιο χαδιάρικο κρέας, από νιές πρατίνες να πάει χαμένο. Έτσι όπως ήρθαν τα πράματα, πρέπει να φάμε, κρατάμε Σαρακοστή του χρόνου, αν ήμαστε καλά. Εξ άλλου εμείς δεν αρτηθήκαμε ούτε χτες ούτε σήμερα, είχαμε σκοπό ν’ αποκρέψουμε. Εγώ παιδιά, ένας είμαι θα φάω. Για καλό μας ήρθαν τόσα σφαχτά σε μια μέρα. Γιατί δεν έρχονταν γρηγορότερα;”
Εμείς οι δυό ανάψαμε τσιγάρο και παλεύαμε μέσα μας να καλοχωνέψουμε την παρανομία που βλέπαμε ότι κάναμε. Ο Γιώργος εν τω μεταξύ έφτιαξε μια σούφλα γύρω στα δυο μέτρα, έκοψε μικρά κομμάτια από τη ζυγούρα, τ’ αλάτισε καλά, τους έριξε και θρούμη, τα πέρασε στη σούφλα και την έβαλε στη φωτιά. Μοσχοβόλησε ο τόπος απ’ το λίπος που έπεφτε στη στάχτη κι αμπούριασε όλο το καλύβι από τον καπνό. Μόλις ροδοκοκκίνησε το κρέας, ο Γιώργος ακούμπησε τη σούφλα σε μια πλάκα, άρχισε να βγάζει το κρέας και να τρώει με λαιμαργία, παροτρύνοντάς μας να πάρουμε κι εμείς ένα μεζέ.
Εγώ κι ο Βαγγέλης κοιτάζαμε πότε τα σφαχτά που κρέμονταν προκλητικά, πότε τη μοσχοβολησμένη σούφλα και μας έφευγαν τα σάλια. Λίγο η πείνα, λίγο η μοσχοβολιά μας έκαναν να ξεχάσουμε την αμαρτία και να πέσουμε σαν τα όρνια στο θρασίμι πάνω στη σούφλα. Δεν έμεινε ούτε κοκαλάκι. Αμέσως δίχως άργητα, βάζουμε δεύτερη σούφλα από τη ζυγούρα την παρδαλή. Τί να μας έκανε εμάς η μια σούφλα του Γιώργου; Παιδιά πάνω στα καλά μας, τρώγαμε ένα βόδι ολάκερο και πάλι δεν ρουπώναμε.
Σαν αποφάγαμε και την άλλη σούφλα, βυζάξαμε κι από μια φτσέλα νερό ο καθένας, ρουφήξαμε κι από δυο απανωτές τσιγαριές, πήραμε τα μαχαίρια και ξεπαστρουμίσαμε τα σφαχτά, βγάλαμε δηλαδή με προσοχή όλο το ψαχνό κρέας κι αφήσαμε μόνο τα κόκκαλα, το αλατίσαμε στη συνέχεια και το κρύψαμε σε δυο μεγάλες σάκινες να μην το βρίσκουν οι μύγες και το βάλαμε σε μέρος απόσκιο, μέσα στην καλύβα. Τι φαί κάναμε δεν μολογιέται!!! Κάθε μεσημέρι και βράδυ “φκιάναμαν κι από κανα δυο σουφλιμάδες”, ώστε μέχρι το Δεκαπενταύγουστο που ήρθαν οι άλλοι στα βουνά να μας ξαλλάξουν δεν αφήσαμε ούτε για σημάδι. Περάσαμε ζωή χαρισάμενη. Κάθε φορά που βγάζαμε τις σούφλες από τη φωτιά ο Γιώργος μας πείραζε :”Έπρεπε να σας αφήσω να κρατήσετε Σαρακοστή, παλιοδιαόλοι, να τελέψω τα σφαχτά μόνος μου.Κακό μεγάλο που θα μου κάνατε, θα μου κάνατε σβέρκο σαν μοσχαριού.” ( Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 207, 1993)
Στη φωτογραφία “1993 – Απρίλιος : Άρμεξε γαλάρια, σαλάησε τραγιά γκεσέμια, έφκιασε λειβάδια μια ζωή, ο τσέλιγκας Μητράκης Θ. Μολώνης με τη ρούσα μουστακαριά του. Τώρα βοσκάει τις μπέλλες του στη Μεγάλη Χώρα Αγρινίου.” (Φωτο Ν. Καρατζένη, Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 203, 1993)

“Τα κριάρια με τα άκοπα και στριφογυρισμένα κέρατα εξαφανίστηκαν σιγά -σιγά. Τα σιούτα κυριαρχούν σήμερα στα κοπάδια. Μόνο λίγοι μερακλήδες και “ασυμβίβαστοι” πραταραίοι κρατάνε την παλιά ράτσα κριαριών που είναι περήφανα και λεύτερα θρέμματα της φύσης. Ένας είναι ο Μήτσιος Νούτσος στην Αστροβίτσα Αιτωλικού – Μάρτης 1993”
(Φωτο & σχόλιο Ν. Καρατζένη, Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 203, 1993)

————-
1955 : Οι μαθήτριες της 8ης τάξης του Γυμνασίου Θηλέων Άρτης στο Κατηχητικό στον Άι-Γιάννη. Στο κέντρο ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ (κατά κόσμον Βησσαρίων Τίκας) και δίπλα του ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Βούλτσης, μετέπειτα Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης. Μπορείτε να διαβάσετε τα ονόματα των μαθητριών στο πρώτο σχόλιο.
(Φωτο από Αρχείο Γ. Μίντζα, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)


————————-
“Η μεταβυζαντινή Ηπειρωτική κεραμική, που είχε φτάσει σε αξιόλογο καλλιτεχνικό επίπεδο, ιδιαίτερα στα κεραμικά εργαστήρια της Άρτας, με το κλείσιμο του 18ου αιώνα σβήνει, καθώς οι συνεχιζόμενες καταπιέσεις και τα αποτυχημένα απελευθερωτικά κινήματα οδηγούσαν κλιμακωτά στο τέρμα της «χρυσής εποχής» του 18ου αιώνα, για τα βιοτεχνικά επιτεύγματα τουλάχιστον.
Ο λαός της υπαίθρου και των αστικών κέντρων αναγκάζεται να προμηθευτεί τα απαραίτητα κεραμικά οικιακής χρήσης από την πλούσια παραγωγή της Επτανήσου. Γι’ αυτό και πολλά επτανησιακά κεραμικά σώζονται, κειμήλια πια, στα Γιάννενα, στην Άρτα και στα χωριά, όπως τα μεγάλα πιθάρια που στολίζουν τώρα τις αυλές των σπιτιών. Η πλουσιότερο όμως τάξη και μάλιστα οι έμποροι, έφερναν άφθονες πορσελάνες της Ευρώπης και μαγιολίκια της Ιταλίας, όπως τους γνωστούς μαστραπάδες του Pesaro διακοσμημένους με ελληνικά στιχάκια. Η εισροή όμως αυτή ήταν μια ακόμα αιτία της παρακμής της βιοτεχνίας γενικά. Αυτό διαφαίνεται καθαρά και στο εξής περιστατικό: Επειδή στα Γιάννενα δεν λειτουργούσε κανένα κεραμικό εργαστήρι, η ελληνική κοινότητα ανέλαβε και ίδρυσε το 1872 ένα καλά οργανωμένο μέσα στην πόλη. Οι τουρκικές όμως αρχές σύντομα το έκλεισαν ύστερα από απαίτηση του αυστριακού προξενείου, από το φόβο του ανταγωνισμού. Η Άρτα, μεγάλο μεταβυζαντινό κεραμικό κέντρο ως το τέλος του 18ου αιώνα, έχει τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα όλα τα εργαστήριά της νεκρωμένα. Ιστορικά περιστατικά όμως έφεραν στην πόλη κάποιον Σπύρο Μανούση, κεραμιστή, γύρω στα 1821. Δούλεψε, ευδοκίμησε και οι απόγονοί του συνέχισαν την τέχνη ως τα 1960 περίπου. Ο Σπύρος Μανούσης καταγόταν από το Σούλι. Όταν ο Αλή Πασάς το χτύπησε και τ’ αφάνισε (1800-1803) οι Σουλιώτες που επέζησαν, κυνηγημένοι, πέρασαν απέναντι στην Κέρκυρα για να σωθούν. Μαζί τους γλίτωσε και ο Μανούσης. Εκεί έμαθε με άλλους Σουλιώτες την τέχνη του πηλού. Όπως διηγήθηκε ο εγγονός του Δαμιανός, «στην Κέρκυρα τότε έκαναν πήλινα πολλά, με ζωγραφιές, με κοκόρια και γράμματα και τα ταξίδευαν παντού. Με το καΐκι τα έφερναν στη Σαλαώρα και με τον καρόδρομο, άλλα πήγαιναν στα Γιάννενα – είχε καρόδρομο που περνούσε το γεφύρι του Καλόγερου – και άλλα τα έφερναν στην Άρτα, περνώντας από τη Φιλιππιάδα και τα πουλούσαν στους Αρτινούς και στους χωριάτες. Όταν ο Σπύρος Μανούσης έφυγε από την Κέρκυρα και ήλθε στην Άρτα, έστησε το πρώτο εργαστήρι κάπου γύρω από τον δρόμο Ζάρα. Τον πηλό τον έπαιρνε από τον Άραχθο ποταμό και έκανε καπάσες (πιθάρια), μπότια (σταμνιά), μπαστάρδες (κουρούπια), φραγκούλες (μικρά κουρούπια), πιάτα, φλιτζάνες, αλοιφωτά και με ζωγραφιές». Για τον Σπύρο Μανούση οι απόγονοί του μιλούνε με καμάρι: Στα χρόνια του ήταν ο καλύτερος πηλοπλάστης σε όλη την Ήπειρο. Κάποτε οι Τούρκοι από τα Γιάννενα τον κάλεσαν εκεί και του ανέθεσαν να φτιάξει πήλινους υδροσωλήνες για το υδραγωγείο. Η δουλειά του έγινε τόσο καλή που η φήμη του έφτασε στη Βάρνα. Τον κάλεσαν εκεί και δούλεψε πάλι για υδραγωγείο. Η σωματική του δύναμη ήταν καταπληκτική. Όταν βρισκόταν στα Γιάννενα, έτυχε να γιορτάζεται το ραμαζάνι. Τούρκοι αθλητές έκαναν επίδειξη της δύναμής τους στην «άρση βαρέων βαρών». Ξαφνικά μπαίνει στον στίβο ο Μανούσης και με μια γρήγορη κίνηση φανερώνεται ανώτερός τους. Οι Τούρκοι ντροπιάστηκαν τόσο, που σαν νύχτωσε τον κυνήγησαν να τον σκοτώσουν……….(Πηγή : Άρθρο της Αγγελικής Χαριτωνίδου στο Περιοδικό ΕΚΦΡΑΣΗ, τχ. 1,Οκτώβριος 2015, Άρτα)
Στη φωτογραφία “Κεραμοπλάστης, 1960-1970” (Πηγή : Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείο Μπενάκη)

Σύμφωνα με την παράδοση το Καγκελάρι εξυπηρετούσε εθνικούς και κοινωνικούς σκοπούς.
Εθνικούς, γιατί ήταν ένας τρόπος να συγκεντρώνονται οι χωριανοί, να συνεννοούνται και να ανταλλάσσουν γνώμες, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τους Τούρκους. Έτσι, με τα καγκελίσματα ή τις κύκλες, έρχονταν πιο κοντά και πετύχαιναν ένα μεγαλύτερο βαθμό επικοινωνίας. Γι’ αυτό, όταν έκαναν το σταυροκάγκελο, στην καμάρα έμπαιναν πάντα οι σύνδεσμοι, αυτοί που ήξεραν καλά τα ζητήματα και στον καθένα, που πέρναγε από κάτω του έλεγαν τι να κάνει, ή μάθαιναν νέα και τα έλεγαν και στους άλλους. Γράφει ο Κ. Διαμάντης «Το καγκελάρι βγήκε για μυστικούς λόγους. Μέσ’ απ’ τα καγκέλια συννενοούντο αναμεταξύ τους για διάφορα ζητήματα. Αυτοί που μέναν’ ακίνητοι, για να περνάνε στα καγκελίσματα, ήταν οι «καλοί» που ‘λέγαν τα μυστικά στους διαβαίνοντας…» Χαρακτηριστικά του σκοπού αυτού, είναι και τα λόγια ενός ηλικιωμένου Ροδαυγιώτη, του Βαγγέλη Σταύρου : «Το καγκελάρι εκείνα τα χρόνια, το παρακολουθούσαν κι οι Τούρκοι. Κάθονταν στα σκαλιά της εκκλησίας και γύρω στην πλατεία, έβλεπαν τους Έλληνες να χορεύουν και χαίρονταν, γιατί τους άρεσε αυτό σαν θέαμα. Έβλεπαν τον χορό , γελούσαν και χειροκροτούσαν. Για να μπορούν λοιπόν να ξεφύγουν οι χωριανοί από την έντονη αυτή παρουσία των Τούρκων, σκέφτηκαν να κάνουν στο χορό τα καγκέλια και το σταυροκάγκελο, για να σθνεννοούνται χωρίς να πάιρνουν μυρωδιά οι Τούρκοι.»
Κοινωνικούς, γιατί το Καγκελάρι, με την καθολική συμμετοχή που το χαρακτηρίζει, αποτελούσε άριστη ευκαιρία γνωριμίας μεταξύ των δύο φύλων. Μπορούσαν έτσι τα παλληκάρια να δουν τις όμορφες και να διαλέξουν τη νύφη. Απ’ εδώ ξεκινούσαν πιο παλιά τα περισσότερα προξενιά. Στα απομακρυσμένα χωριά του Ξεροβουνίου και των Τζουμέρκων, με τις κλειστές κοινωνίες, με τον έντονο διαχωρισμό μεταξύ των δύο φύλων και τους αυστηρούς κανόνες ηθικής, το χοροστάσι ήταν εκείνο που στεκόταν ως τόπος συνάντησης των νέων.” (Πηγή : ΤΟ ΑΡΤΙΝΟ ΛΑΙΚΟ ΧΟΡΟΣΤΑΣΙ, Γ. Κομζιάς ,Αθήνα, 2021)
Στη φωτογραφία “Καγκελάρι στην Ροδαυγή (27 Ιουλίου) την δεκαετία του ’60” (Φωτο από αρχείο Γ. Κομζιά))

1962 : Καγκελάρι στο Πανηγύρι της Παναγιάς στα Πράμαντα. Από αριστερά: Κώστας Σταυρούλας ή Βούλγαρης, Νίκος Βαίτσης (Χούτας), Γεώργιος Βούλγαρης, Παναγιώτης Σ. Τσιλιγιάννης, Λάμπρος Σ. Τσιλιγιάννης, ο μικρός Σωτήρης Λ Τσιλιγιάννης και Αθανάσιος Δ. Σιαπλαούρας.
(Φωτο από αρχείο Σ. Τσιλιγιάννη)

“Το Καγκελάρι είναι πολυπρόσωπος υπαίθριος χορός που συνδέεται με τα έθιμα του Πάσχα αλλά και με τα ανοιξιάτικα και καλοκαιρινά λατρευτικά πανηγύρια, γι’ αυτό χορεύεται, κατά κανόνα, δυο φορές το χρόνο : τις μέρες του Πάσχα και στα καλοκαιρινά πανηγύρια αρκετών χωριών του νομού. Συνολικά χορεύεται σε 28 χωριά του νομού Άρτης και σε 5 χωριά του νομού Ιωαννίνων που όμως , λόγω της θέσης τους, έχουν κοινά χαρακτηριστικά με αυτά του νομού Άρτης. Ο χoρός αυτός γινόταν, κι ακόμη γίνεται στο μεσοχώρι (πλατεία ) του χωριού ή στην αυλή των εκκλησιών, κατά την ημέρα της γιορτής των, με πάντα μεγάλη συμμετοχή του κόσμου, με όλες τις ηλικίες, όλες τις κοινωνικές τάξεις, όλους τους ανθρώπους, ντόπιους και επισκέπτες. Ένα χαρακτηριστικό του χορού αυτού, που χάθηκε με το χρόνο, ήταν ο “χοράρχης” ή “μπαϊρακτάρης”, ένα σεβαστό πρόσωπο, που ο ρόλος του ήταν καθοριστικός για την επιτυχή έκβαση αυτού του κοινοτικού χορού. Αυτός καθόριζε την διάταξη του χορού, όπως επίσης και τη σειρά τοποθέτησης του κάθε συμμετέχοντα. Οι άγραφοι νόμοι ήθελαν σ’ αυτόν το χορό να προηγούνται οι γεροντότεροι, να έπονται οι μεσήλικες και να ακολουθούν στη συνέχεια οι νεότεροι, όπως γινόταν και στην αρχαιότητα. Η σειρά καθοριζόταν όχι από την κοινωνική θέση αλλά από την βιολογική ηλικία ενός ατόμου. Την ονομασία “Καγκελάρι” την οφείλει ή στη λέξη “κάγκελο”, επειδή οι χορευτές είναι τοποθετημένοι και συνδεδεμένοι όπως τα κάγκελα ή στα “καγκέλια” ή “καγκελίσματα”, τα διπλώματα δηλαδή του κύκλου που κάνουν οι χορευτές στο χορό. Το καγκελάρι παρουσιάζεται και με άλλες ονομασίες όπως “Διπλοκάγκελο”, “Κύκλες”, “Μπαϊρακτάρης”, “Κάγκελο” και “Καγκελάρι”. Πάντως με την ονομασία “Καγκελάρι” δεν εννοούμε έναν μόνο συγκεκριμένο χορό, αλλά όλα όσα συμβαίνουν κατά τη διάρκεια του δρώμενου….” (Πηγή : ΤΟ ΑΡΤΙΝΟ ΛΑΙΚΟ ΧΟΡΟΣΤΑΣΙ, Γ. Κομζιάς ,Αθήνα, 2021)
Στη φωτογραφία “Καγκελάρι στους Μελισσουργούς την δεκαετία του ’60” (Φωτο από αρχείο Σ. Τρομπούκη)

1952, Απρίλιος : Από δεξιά, Αλίκη Ρηγανέλλα, Ισμήνη Τσαβλιά και Ολυμπία Ρηγανέλλα.
(Φωτο από αρχείο Ο. Ρηγανέλλα, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)
