Παναμβρακικός – Απόλλων

———————-

27 Σεπτεμβρίου 1953 : Αναμνηστική φωτογραφία από τον 1ο μεγάλο φιλικό αγώνα του Παναμβρακικού απέναντι στην ομάδα Α’ Εθνικής, Απόλλων. Σκορ 1-1. (Έρευνα -Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Παναμβρακικού | Σχολιάστε

Ανεξάρτητος Αθλητικός Όμιλος Άρτης

———————–

12 Απριλίου 1932 : Αίτηση προς το Πρωτοδικείο Άρτης για την αντικατάσταση της ονομασίας του “Ανεξάρτητου Αθλητικού Ομίλου Άρτης” σε Αθλητικός Όμιλος Άρτας “Παναμβρακικός”. (Από αρχείο Κ. Μπανιά) 

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Παναμβρακικού | Σχολιάστε

”Arta, une partie bombardee”

”Arta, une partie bombardee”. Άρτα, ένα μέρος της βομβαρδισμένο.
——————————-
Φωτογραφία που δείχνει το απoτέλεσμα του ισχυρού βομβαρδισμού της πόλης της Άρτας από τη γερμανική αεροπορία, το Μεγάλο Σάββατο του 1941, λίγο πριν την συνθηκολόγηση και συγκεκριμένα ότι έχει απομείνει από το Χάνι του Γιωργόπουλου στην Πλατεία Κιλκίς.

(Φωτο από το αρχείο του Γ. Σιούλα στην “Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδος 1909-1974 όπως δημοσιεύτηκε από τον Vassilios Cholevas στην ομάδα Παλιές Φωτογραφίες Άρτας)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ ΠΑΠΑ-ΣΤΑΥΡΟΥ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ

————————————
Διαισθανόμενος την επερχόμενη λαίλαπα της Γερμανικής κατοχής ο παπα-Σταύρος Παπαχρήστος, ιερέας τότε στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, άρχισε να καταγράφει τις ενθυμήσεις του που αφορούν την διάρκεια της κατοχής στην Άρτα, στις τελευταίες λευκές σελίδες του Ευαγγελίου του Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου, συμπληρώνοντάς τες συνεχώς με καθημερινές αναφορές και γεγονότα που απασχολούσαν την περιοχή της Άρτας. Στις αναφορές του είναι τολμηρός, αγνός Έλληνας και δεν διστάζει να καταγράψει την αλήθεια για πρόσωπα και καταστάσεις, γνωρίζοντας ότι το Ευαγγέλιο ανά πάσα στιγμή, μπορούσε να πέσει στα χέρια των κατακτητών.
Στην φωτογραφία και το σχόλιο που ακολουθεί ο παπα- Σταύρος περιγράφει τον μεγάλο βομβαρδισμό της πόλης της Άρτας το Μεγάλο Σάββατο, στις 19 Απριλίου 1941 από τους Γερμανούς. Να σημειώσουμε εδώ ότι κατά τη διάρκεια του Ελληνοιταλικού πολέμου η Άρτα είχε βομβαρδιστεί μόνο μια φορά, αλλά όχι σε κατοικημένες περιοχές. Οι Ιταλοί αεροπόροι είδαν από ψηλά τον Άραχθο και θεωρώντας ότι πρόκειται για σιδηροδρομική γραμμή, έσπευσαν να τον καταστρέψουν. Από εκείνο τον Βομβαρδισμό σκοτώθηκε ένα 18χρονο κορίτσι, η Κωσταντίνα Ντούντα, που εκείνη τη στιγμή μάζευε ξύλα στον Άραχθο με τις φίλες της.(Πηγή κειμένου και φωτογραφιών το βιβλίο του Κ. Βάγια Η ΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ Της ΚΑΤΟΧΗΣ, Άρτα, 2004)
Μπορείτε επίσης να διαβάσετε έναν ακόμη σχολιασμό σχετικά με τον βομβαρδισμό της Άρτας σε προηγούμενη δημοσίευσή μας https://www.facebook.com/…/a.1306656590…/112422054160580

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

1940 : Άρτα, οπλίτες του ηρωικού Τάγματος Ευζώνων

1940 : Άρτα, οπλίτες του ηρωικού Τάγματος Ευζώνων μπροστά στο Μηχανουργείο του Κώστα Στρατή, στη στροφή προς την Αγία Θεοδώρα, όπου είχαν πάει τα Ρ.Ε.Ο. για συντήρηση. Πρώτος κάτω αριστερά ο Βασίλης Δερδεράκης, (Καθ. Φ.Α., Παίκτης και προπονητής αργότερα του Παναμβρακικού), Γεώργιος Νίκας, Φώτης Τράμπας, Κων/νος Λιαπάτης, Αντώνης Στρατής, Ευριπίδης και Ιωάννης Μαυροδήμος, Ιωάννης Γκοργκόλης. (Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

“Η ΣΤΑΧΤΟΚΛΟΥΡΑ”

———————-
Ο σπιτικός φούρνος ήταν μικρή πολυτέλεια στα χωριά των Τζουμέρκων και του Γαβρόβου. Οι πιο πολλοί ετοίμαζαν το ψωμί τους πάνω στο χώμα ή στη ζεστή πλάκα στο τζάκι, μια σταχτοκουλούρα χωρίς προζύμι, που κάποτε η οικογένεια την έτρωγε μόνο με λίγες ελιές και κρεμμύδι. Την σταχτοκουλούρα οι νοικοκυρές δεν την έψηναν σε ταψί αλλά την τύλιγαν σε φύλλα κουτσουπιάς ή καρυδιάς, φρέσκα ή ξεραμένα σε αρμάθα, και την έψηναν μέσα στη χόβολη.
Και βέβαια η σταχτοκουλούρα παρασκευάζονταν από τις νοικοκυρές σε όλη την Ελλάδα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή από κάποιο χωριό της Στερεάς Ελλάδας διαβάζουμε από τον περιηγητή Edward Clarke από το ταξίδι του το 1801 : “Zυμώθηκε η κουλούρα και σκεπάστηκε με τη θράκα. Η γυναίκα παραμέριζε κάθε τόσο τα κάρβουνα με τα δάχτυλά της για να δει αν έσκασαν οι άκρες. Τέλος έβγαλε την πίτα από τη στάχτη και τη σκέπασε με την ποδιά της και, αφού την έκοψε προσεκτικά σε κομμάτια, έδωσε στον καθένα το μερτικό του, αχνιστό ακόμα, μαζί με ένα μεγάλο ξεφλουδισμένο κρεμμύδι. Το γευτήκαμε προσθέτοντας λίγο αλάτι, όπως ακριβώς έκανε και ο σπιτονοικοκύρης μας. Κάθε τόσο παρότρυνε να φάμε όλο το κρεμμύδι λέγοντας : Φάτε, μη σας νοιάζει, τα σακιά είναι γεμάτα! Η σπιτονοικοκυρά έσπευσε να ετοιμάσει κι άλλη λειψοκουλούρα για να τους περιποιηθεί. Ύστερα άλλη κι άλλη. Κι όταν έφαγαν όλοι και χόρτασαν, άρχισαν να μιλούν για τα βάσανά τους…… “ (Πηγή Σιμόπουλος (Κυριάκος), Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα. Τόμος Γ1: 1800 – 1810, 2003)

Στη φωτογραφία καρτ-ποσταλ με φούρνισμα του ψωμιού του φωτογράφου Νίκου Στουρνάρα στο δεύτερο μισό του 1950. (Αναδημοσίευση από την Ομάδα DELPHI-PHOTO-HISTORY)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

“ΤΟ ΞΕΦΛΟΥΔΙΣΜΑ” – ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

————————————–
“Τα παλιά τα χρόνια όταν μάζωναν τις ρόκες, τις σώριαζαν σε ένα απ’ τα δυο δωμάτια της κατοικίας ή εις την καλυτέραν αποθήκην την οποίαν είχαν ή έξω εις την αυλήν, δια να τις ξεφλουδίσουν και δια την προστασίαν των από τα ζώα, τις κότες και την πιθανή βροχή έρριχναν πάνω από αυτά ρούχα για να τις προφυλάξουν. Οι μεγάλοι σωροί από τις αξεφλούδιστες ρόκες εδημιούργουν πολλά προβλήματα όπως του χώρου και κυρίως της καταστροφής του καρπού, διότι αν έμεναν πολλές ημέρες αξεφλούδιστες “άναβαν”, “μόκιαζαν” και χαλούσαν. Αν δε χαλούσαν, η οικογένεια έχανε το ψωμί της χρονιάς.
Όριζαν λοιπόν ένα βράδυ, διότι την ημέραν είχαν τις διάφορες εργασίες και έλεγαν τούτο εις τους γείτονες των, τους συγγενείς και εις τους φίλους.
Απευθυνόμενοι για βοήθεια έλεγαν : “Αύριου του βραδ’ έχουμι ξιφλουδίσματα. Αν ηυκηρείτε κι θέλητει ας αρθειτει να μας βουηθήσητει κι θα να ‘ρθουμει κι μεις όπουτι μας χρειαστήτει.” Οι άλλ’ αφού σκέφτονταν, απάνταγαν “Κάποιους θα να ΄ρθ’ κι απού ημάς.”
Το ξεφλούδισμα αρχίναγε μόλις σκοτείνιαζε, κι είχαν τελειώσει τις άλλες εργασίες. Ετοίμαζαν τα σακιά π’ θα να’ βαναν τις κομμένες ρόκες, ενώ ξεχωριστά θα να ‘βαναν τις κρεμάδες ή τις πλέξεις, καθώς και τα σουβλιά για ν’ ανοίγουν τα φύλλα. Κάθονταν γύρω απ’ το σωρό, σε κύκλο ή κάτω στο έδαφος ή πάνω σε σκαμνιά και οι νεαροί άλλοτε κάθονταν κι αυτοί με τους άλλους ή πάνω στο σωρό.
Τα ροκόφυλλα τα πετούσαν πίσω τους και κατά διαστήματα τα μάζωναν και τα αποθήκευαν σε ειδικώς διασκευασμένο μέρος, να τα έχουν για θροφή των χονδρών ζώων το χειμώνα. Τις κρεμάδες άλλοτε τις έπλεκαν δυο-δυο από μερικά μαλακά φύλλα τα οποία άφηναν στο κοτσάνι ή τις έπλεκαν πολλές μαζί σε πλέξεις. Μετά τις έβαναν σε ένα μέρος ή κάποιος βοηθούμενος κι από κάποιον άλλο, τις κρέμαγε ή στα ματέρια στο ξεταβάνωτο δωμάτιο ή σε σύρματα κάτω από το ταβάνι. Έτσι καθ’ όλον το διάστημα αερίζονταν και δε χάλαγε το καλαμπόκι.
Τις άλλες τις ρόκες, τις κομμένες τις έβαναν σε άλλο μέρος και τις άπλωναν να μην ανάψουν και μοκιάσουν, κι αφού τις έλιαζαν στη λιάστρα καλά, τις στούμπαγαν, έλιαζαν το καλαμπόκι πάλι και το αποθήκευαν ή στ’ αμπάρια ή σε σακιά σε ευάερο μέρος να μην ανάβει. Αν είχαν μεγάλη σοδιά, κατά διαστήματα έλιαζαν ξανά το καλαμπόκι κατά τη διάρκεια του έτους για να μην ψειριάζει. Τις ημίχλωρες τις ρόκες, γιατί ήταν και τέτοιες, τις ξεχώριζαν ή για να τις βράσουν ή για να τις ψήσουν. Προσπάθαγαν όμως, για να τελειώσουν μια ώρα αρχύτερα, να έχουν πολλά άτομα και οι νοικοκυραίοι να κάνουν όσο μπορούσαν γλήγορα. Πολλές βολές ξεφλούδαγαν και δυο και τρία βράδια, αν είχαν πολλά μπερεκέτια, μεγάλη δηλαδή σοδειά…..”(Πηγή : ‘Αρθρο του Ι. Σκούτα στο περιοδικό ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 276, 2002 – Η συνέχεια του άρθρου σε επόμενη δημοσίευση)

Στη φωτογραφία : Ξεφλούδισμα καλαμποκιού στη δεκαετία του 1950 ( Φωτο από Αρχείο Πολιτιστικού Συλλόγου Γιαννιώτι, Δήμος Γεωργίου Καραισκάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ “ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ”

1930ς : Η είσοδος στην πόλη της Άρτας από την Αθήνα, πριν τον πόλεμο. (Φωτο από ιδιωτική συλλογή) 

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

ΤΟ ΒΕΛΟΥΧΙ “Η ΧΑΡΑΥΓΗ“

“Η Χαραυγή, με τη μικρή πλατεία με τις κόκκινες ολάνθιστες πικροδάφνες και το γραφικό καφεδάκι, ο φροντισμένος κήπος πνιγμένος στα πολύχρωμα λουλούδια ανέδιδε μια μοναδική ευωδία. Ήταν το βελούχι του Γιώργου Διαμάντη με γκαρσόνι το Σταύρο που μας σερβίριζε τα Συριανά λουκούμια, τα υποβρύχια και τα ωραία Αρτινά γλυκά του κουταλιού. Το βελούχι του Διαμάντη ήταν στις δόξες του από το 1924 μέχρι το 1940. Από το βελούχι ακούγαμε όλα τα νέα τραγούδια, από το φωνόγραφο με το ωραίο ζωγραφισμένο χωνί που έπαιζε σχεδόν όλη μέρα. Ο κυρ Γιώργης έφερνε όλους τους νέους δίσκους. Απ’ εκεί μαθαίναμε και τραγουδούσαμε το “Βαπτιστικό” του Σακελλαρίδη, το “Tσιγαρέτο”, τη “Ροζίτα” κι άλλα πολλά. Μαθαίναμε τον ήχο από το φωνόγραφο κι όσα λόγια μπορούσαμε ν’ αρπάξουμε κι έπειτα αγοράζαμε το βιβλιαράκι με τα τραγούδια από το Φωτόπουλο που είχε το πρακτορείο των εφημερίδων και γινόμαστε ξεφτέρια. Το καλοκαίρι καμιά φορά έφερνε και καραγκιόζη. Στα 1929 στο βελούχι δόθηκε και χορός. Ήταν ο πρώτος υπαίθριος χορός στην Άρτα. Το καλοκαίρι στα 1937 ο Διαμάντης βάζει στο Βελούχι την ορχήστρα των αδελφών Τζιμόπουλου. Ο Ελεύθερος λόγος στις 20 Μαίου γράφει : “Εντός των ημερών εγκαθίσταται εις το εξωτικόν κέντρον “Η Χαραυγή” του κ. Διαμάντη το μουσικόν συγκρότημα των κ.κ. Μάρκου και Κώστα Τζιμόπουλου. Η νέα ορχήστρα, αρτιωτάτη καθ’ όλα, θα παίζει καθ’ εκάστην εσπέραν τα νεώτερα τραγούδια. Προς τους συντελεστάς της μουσικής προόδου του τόπου μας κ.κ. Μάρκον και Κώσταν Τζιμόπουλον αξίζει κάθε ενίσχυσις εκ μέρους της κοινωνίας της Άρτας.” (Από άρθρο του Τάκη Βαφιά στην εφημερίδα ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ, Ιούνιος 1986, απ’ όπου και η φωτογραφία)

Στη φωτο Το Βελούχι “Η Χαραυγή” το 1926. 

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

Ευαγγελία Βάγια- Μαστραπά

1890 : Η Ευαγγελία Βάγια- Μαστραπά σε μικρή ηλικία στην Αίγυπτο. (Φωτο από συλλογή Ε.Μ.)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε