ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΑΡΛΗ – ΤΑΜΠΑΚΙΑΔΕΣ

————————

1937 : Η Οικογένεια Σαρλή στον Πλάτανο στους Ταμπακιάδες. Από αριστερά : H Μαργαρίτα, δασκάλα, η Σοφία, καθηγήτρια Γαλλικών, η Θεοδώρα, η Αλίκη, δασκάλα, η Κοραλία και ο Κώστας Σαρλής.
Στην κάτω σειρά τα αδέλφια Πάπαρη : Ο Λύσανδρος, η Γιούλια, δασκάλα και ο Γεώργιος Πάπαρης.(Φωτο από αρχείο Σ. Σαρλή, έρευνα Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

ΤΑΜΠΑΚΙΑΔΕΣ – ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΣΑΡΛΗ

————————-
“Η συνοικία εκτείνεται από τη βόρεια πλευρά του κάστρου μέχρι το λόφο της Μητρόπολης. Ο Σεραφείμ Βυζάντιος την ονομάζει Δάφνη. Αυτή είναι η επίσημη ονομασία της. Υπήρχε μια πανύψηλη δάφνη κοντά στο ναό της Ευαγγελίστριας, ενώ κυκλοφορούσε η δοξασία πως όποιος ανέβαινε στα πιο ψηλά κλαδιά της έβλεπε τη θάλασσα.
Λέγεται και συνοικία των βυρσοδεψών, επειδή εκεί από αιώνες λειτουργούσαν τα βυρσοδεψεία της πόλης. “Ταμπακιάδες” ονομάστηκε από τους Τούρκους, γιατί “ταμπάκ” σημαίνει βυρσοδέψης. Το τελευταίο βυρσοδεψείο ήταν του Τσιλιγιάννη.
Ήταν πάντα όμορφη περιοχή με σπιτάκια μονώροφα, ή διώροφα, με αυλόγυρους και ασπρισμένα πεζούλια, με το πηγάδι και τον πλάτανο, με το φούρνο της Χαρωνούς, το αρχοντικό Παπακώστα και τους ναούς της Ευαγγελίστριας (1857), της Παναγίας της Κορωνησίας (1390), και το μικρό εκκλησάκι της Ελεούσας (στην οδό Κουγκίου, προστατευμένο σήμερα κάτω από ξύλινο υπόστεγο).
Όλοι οι κάτοικοι των Tαμπακιάδων εκκλησιάζονταν στο ναό του Αγίου Νικολάου που ανεγέρθη το 1852 και επισκευάστηκε και υψώθηκε το 1871. Νεωκόρος για πολλά χρόνια διετέλεσε ο Γιάννης Μπλέτσος, που είχε τσαγκάρικο στην οδό Στουδίτου.
Όταν φούσκωνε και υπερχείλιζε ο Άραχθος, τα νερά του πλημμύριζαν τους δρόμους της συνοικίας, λίμναζαν για μέρες, ενώ πολλές φορές έμπαιναν στις αυλές και στα σπίτια. Οι άνθρωποι όμως των Tαμπακιάδων δεν πτοούνταν, ακόμα και στις αντίξοες συνθήκες ήταν χαρούμενοι, ενωμένοι, με αυξημένο αίσθημα αλληλεγγύης.
Τα σπίτια είχαν τις πόρτες ανοικτές για τους περίοικους και τους περαστικούς. Ακόμα και η Ανάστω η ζητιάνα ήταν καλοδεχούμενη παντού. Κάποια στιγμή έφτανε στο πηγάδι και ζητούσε από τις γυναίκες που συναντούσε να της αντλήσουν λίγο νερό να πιεί, μια που αυτή ήταν ανήμπορη.
Τις Κυριακές που δεν είχε δουλεία, ο Πάπαρης έβγαινε με ένα κασμά κι ένα φτυάρι για να ανοίξει τα αυλάκια όλων των σπιτιών, να σκαλίσει όλους τους κήπους και να προσφέρει όση εκδούλευση χρειάζονταν ο κάθε γείτονας.
Από την άλλη ο πρόσχαρος Κώστας Γιαννής περπατούσε τραγουδώντας κι έλεγε τα αστεία του στις παρέες που μαζεύονταν τα απογεύματα στα σοκάκια.
Στους Tαμπακιάδες ένας σαπωνοποιός είχε πουλήσει το σπίτι του σε έναν Εβραίο. Πέρασαν λίγα χρόνια κι άρχισε να το ζητάει πίσω. Με τα πολλά ο Εβραίος υπέκυψε και πούλησε ξανά το σπίτι στον πρώτο ιδιοκτήτη του. Σαν έντοκο δάνειο δηλαδή.
Εκεί ήταν το εργαστήριο της Αθανασίας Τσιλιγιάννη που παρασκεύαζε “βαρκίνα”. Ήταν δε αυτή ένα υγρό καθαριστικό και λευκαντικό, απαραίτητο για το πλύσιμο των ρούχων, την εποχή που δεν κυκλοφορούσε η χλωρίνη. Οι γυναίκες πήγαιναν με τα δικά τους μπουκάλια και την αγόραζαν, ο δε τρόπος παρασκευής της ήταν μυστικός.
Κοντά στο πηγάδι ήταν το σπίτι της γιαγιάς μου Φεβρωνίας, διώροφο με αυλή και πλυσταριό. Στο απέναντι οικόπεδο του Βατάτζη τα πιτσιρίκια παίζανε σκλέτζα και το Πάσχα μαζεύονταν όλοι για να ψήσουν τα αρνιά τους.”
(Άρθρο του κ. Σωτήρη Σαρλή για τους Ταμπακιάδες, όπως δημοσιεύτηκε στη σελίδα του στο facebook, απ’ όπου και η φωτογραφία)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

Τα Μελισσουργιώτικα ποτάμια

2002 – Ιούνιος : Τα Μελισσουργιώτικα ποτάμια – δεξιά η Μπρέσιανη και αριστερά η Ρούιστα. Στο βάθος η διάβαση Αυτί. (Φωτο από το Περιοδικό της Ηπειρωτικής Εταιρείας, τχ. 293, 2005)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Ανεβαίνουν στα Τζουμέρκα οι τσελιγκάδες με τα κοπάδια (β’ μέρος)

——————–
“Αξημέρωτα φτάνουμε στα ποτάμια. Ο Σπύρος έκοψε μπροστά καμιά δεκαπενταριά πρόβατα και τα κριάρια με τα κουδούνια και τα πέρασε απέναντι. Ο ίδιος πήρε θέση καμιά πενηνταριά μέτρα πιο κάτω από το γεφύρι ώστε να προλαβαίνει όσα πρόβατα θα παράσερναν τ’ αγριεμένα κύματα. Πέρασαν καμιά κατοστή πρόβατα με τη σειρά ένα-ένα πάνω στο γεφυράκι, όταν όμως πλάκωσε το κοπάδι στάθηκε αδύνατο να τηρηθεί η τάξη. Πάνω από διακόσια πρόβατα έπεσαν μέσα στα ορμητικά νερά του ποταμού πασχίζοντας να ριχτούν στην αντίπερα όχθη. Πολλά απ’ τα πρόβατα τα κατάφεραν. Αρκετά όμως αχαμνά ζυγουράκια και γερασμένες προβατίνες “είδαν το χάρο με τα μάτια τους”. Τα ξέβραζε το ποτάμι ως το σημείο που στεκόταν ο Σπύρος. Άλλα τα έπιανε με την γκλίτσα του, άλλα με τα χέρια του πέφτοντας μέσα στο ποτάμι, άλλα τα ενθάρρυνε με τις φωνές του………
Τα καημένα τα προβατάκια σαν πέρασαν το ποτάμι , τινάζονταν να στραγγίσουν το παγωμένο νερό από πάνω τους. Πολλά μαζεύτηκαν κουβάρι από τη νυχτιάτικη ψυχρολουσία. Ιούνιος μήνας στα βουνά, το πρωινό αγέρι ήταν φονικό, τα νερά κρούσταλλα από τα χιόνια, ο ήλιος πουθενά…..Τελευταίες πέρασαν πάνω στο γεφυράκι οι γίδες του κοπαδιού, προσεκτικές – προσεκτικές σαν μεγαλοκυρίες φροντίζοντας να μην βρέξουν ούτε τα ακρόνυχά τους. Το μικρό πουλάρι το πήρε αγκαλιά ο Σπύρος και το πέρασε άβρεχτο απέναντι. ….”(Πηγή Άρθρο του Ν. Καρατζένη με τίτλο Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΝΟΜΑΔΩΝ ΣΤΙΣ ΒΟΥΝΟΚΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ, Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 293, 2005)

Στη φωτογραφία “Ξυλογέφυρο στους Μελισσουργούς” (Η φωτο είναι του Β. Γκανιάτσα από το βιβλίο του Α. Σχισμένου ΑΡΑXΘΟΣ, Ο ΘΕΟΠΟΤΑΜΟΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, Αθήνα, 2002)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Ανεβαίνουν στα Τζουμέρκα οι τσελιγκάδες με τα κοπάδια (α’ μέρος)

——————-
“Η γλυκιά προσμονή του ξεκινήματος για τα βουνά με είχε κυριέψει από το απόγευμα της 2ας Ιουνίου, ώστε το βράδυ άργησε πολύ να με πάρει ο ύπνος στη Φτέρη, τοποθεσία ανάμεσα από Πράμαντα και Μελισσουργούς. Δυο ώρες προτού χαράξει η μάννα μου πάσχιζε να με ξυπνήσει ανάλαφρα ψιθυρίζοντας στ’ αυτί μου τη φράση-θέσφατο στα ποιμενικά χρονικά: “Ξύπνα παιδάκι μου, ήρθε η ώρα να φύγουμε”…..Ήδη οι δικοί μου είχαν αρμέξει τα πρόβατα και είχαν φορτώσει στ’ άλογα τα εργαλεία της ποιμενικής ζωής καρδάρια, κακκάβια, το μεγάλο καζάνι για το πήξιμο του γάλακτος, δοχεία για το τυρί, τις κάπες, τα μάλλινα στρωσίδια, αλλά και τα εφόδια για τις πρώτες μέρες στα βουνά : Δυο ταψιά ψωμί καθάριο, αλεύρι ροκίσιο για σταχτοκουλούρες, αλάτι για το τυρί και για το αλάτισμα των προβατιών, λίγα φασόλια, τη μπούγλα με το λάδι, το μπουκάλι με το πετρέλαιο για τη φέξη. Μπήκε μπροστά ο αδερφός μου. Μαύλισε κάνα δυο φορές τα πρόβατα που ανταποκρίθηκαν με βελάσματα στο κάλεσμά του και κίνησαν για το δρόμο. Οι γίδες μας βρέθηκαν στη μέση του κοπαδιού, ενώ τα δυο τζομπανόσκυλα στο φτερό του. Εγώ πήρα τη θέση μου στο τέλος του κοπαδιού κι η αδερφή μου παραπίσω με τ’ άλογα………………
Μπροστά από το κοπάδι μας πορεύονταν κι άλλων νομάδων προβατοκόπαδα σε απόσταση δυο χιλιομέτρων περίπου, ενώ ακούγονταν πίσω μας κυπριά και κουδούνια. Περάσαμε αχάραγα το ελατοδάσος της Αγίας Παρασκευής και φτάνουμε στη “Ράχη Μεγάλη”. Αχνά μέσα στο θαμπόφωτο αντικρύζουμε τα πρώτα φώτα στους Μελισσουργούς, νυσταγμένα και αργοπορημένα. Διασχίζουμε το χωριό και τραβάμε για τα ποτάμια. Εκεί όλα τα κοπάδια περνούσαν μια μαρτυρική δοκιμασία κάθε άνοιξη και φθινόπωρο καθώς τα ποτάμια που ξεχύνονται από το Βροτόπι, το Αυτί και τη Μπρέσιανη είναι πάντα κατεβασμένα. Τα πρόχειρα ξύλινα γεφυράκια που έχουν σκαλώσει στα κοτρόνια οι Μελισσουργιώτες ποιμένες είναι εντελώς αναποτελεσματικά. Τα πρόβατα είναι βιαστικά και δεν περιμένουν τη σειρά. Τα περισσότερα πέφτουν στα παγωμένα νερά, παίρνουν κρύωμα και αργότερα στα βουνά, όταν πιάνουν οι ζέστες, όσα είναι αδύναμα πεθαίνουν….”(Πηγή Άρθρο του Ν. Καρατζένη με τίτλο Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΝΟΜΑΔΩΝ ΣΤΙΣ ΒΟΥΝΟΚΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ, Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 293, 2005)

Στη φωτογραφία “Ανεβαίνουν στα βουνά οι τσελιγκάδες με τα κοπάδια” (Φωτο του Κ. Μπαλάφα από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 2003)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΑΡΤΗΣ

————————–
Παλιά φωτογραφία του Κάστρου της πόλης με το παρακάτω σχόλιο στο οπισθόφυλλο : “Άρτα. Η πόλις, Πρωτεύουσα του ομώνυμου Νομού εις την Ήπειρον, απετέλεσε, ως γνωστόν, σπουδαίον κέντρον Βυζαντινής τέχνης. Μεταξύ των έργων της εξόχου αυτής τέχνης, είναι και το περίφημο κάστρο της πόλεως, το οποίον σώζεται σήμερον, ως εις την φωτογραφίαν.” (Φωτο από Οίκο δημοπρασιών)

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΚΑΦΕ -ΑΜΑΝ

Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου μαρτυρίες για τη μουσική δραστηριότητα στην Άρτα την περίοδο της ύστερης τουρκοκρατίας. Ωστόσο μια γραπτή μαρτυρία που προέρχεται από έναν δημοσιογράφο – περιηγητή ονόματι Παρασκευόπουλο που επισκέφτηκε την γειτονική Πρέβεζα τα χρόνια της ύστερης Τουρκοκρατίας, στα τέλη του 19ου αιώνα, μας δίνει μια σημαντική γεύση από τα μουσικά δρώμενα που λάβαιναν χώρα τη νύχτα, στις πόλεις της Ηπείρου εκείνη την εποχή.
“………Πως όμως διασκεδάζουν τις νύκτες του χειμώνα ή του θέρους οι Πρεβεζαίοι; Θα μαντεύετε βέβαια ότι ούτε μελόδραμα ούτε δράμα ή βαριετέ έχουν εκεί. Η διασκέδαση τους είναι ένα Καφέ-Αμάν! Εισέρχομαι εντός ευρύτατου καφεπωλείου –η ώρα δεκάτη εσπερινή-και βρίσκομαι μπροστά σε κοκκινόχρωμο δάσος από μιναροειδή φέσια. Τούρκοι, Έλληνες, Αρμένιοι κ.λ.π όλοι εκεί συνωθούμενοι και φεσοφορούντες. Ατμόσφαιρα ασφυκτική, εμετική πνικτική. Ήταν μάλιστα περίοδος ραμαζανίου, δηλαδή τεσσαρακοστή των τούρκων, όπου την ημέρα ούτε νερό πίνουν ούτε καπνίζουν. Αδιάφορο τι κάνουν στα κρυφά. Τις δε νύκτες διαρκές ξεφάντωμα. Κατορθώνουμε επιτέλους και εισχωρούμε με πέντε έξι φεσοφόρους φίλους. Χαιρετίζω εισελθών και αντεχαιρετίζομαι υπό πάντων δι εδαφιαίου τεμενά. Και καθόμαστε σε ένα τραπέζι. Διατάσσουμε κονιάκ, το οποίο μας έρχεται εντός κυπέλλου καφέ. Τούτο δε, χάριν της ευλαβείας μας προς την αυστηρή νηστεία των οσμανλήδων. Και έτσι με το ραχάτι μας αρχίζουν τα σαρκιά και οι αμανέδες των αοιδών. Μία από αυτές, ελληνίδα-Κουτσονίτσα ονόματι- κουτσή από το ένα πόδι, τραγουδούσε με τέτοια περιπάθεια, με τέτοιο χρώμα και γλυκύτητα και υγρότητα κάτι Σουλιώτικα ή τρυφερώς ειδυλλιακά τραγούδια της Ρούμελης, ώστε έβλεπες τους τούρκους χάσκοντας προ της ευστροφίας και ηδύτητας της κρυσταλλώδους και οξυφθόγγου φωνής της Κουτσονίτσας. Ήταν φωνή αυτή από στόμα και λάρυγγα κοινής και αμαθούς γυναικός ή αρμονία και ηδυπάθεια και ντέρτι και παθολογική απόλαυση καμιάς Σειρήνας μυθολογικής; Όσοι αισθάνονταν κάπως τις δονήσεις της τουρκοελληνικής μουσικής, ή του κελαδήματος του βουνού, της στρούγκας, του ποιμενικού βίου ή των επαναστατικών μας χρόνων, καταλαμβάνονταν από ελαφρό ρίγος ή ριγηλή συγκίνηση με το άκουσμα αυτό της κουτσής τραγουδίστριας, της οποίας η στάση, οι στίχοι, η χωλότης, το παράπονο, η απελπισία σε κινούσαν σε συμπάθεια σε οίκτο σε δάκρυα. Σπανίως βλέπει κανείς τόση εξωτερίκευση βαθύτατου παραπόνου κατά της φύσεως, του πεπρωμένου, του Δημιουργού ακόμη, όσο εκείνη την οποία είδα στην αδικημένη Κουτσονίτσα της Πρέβεζας.
Η άκρα αντίθεση, το ναδίρ της Κουτσονίτσας, είναι η Σαϊνού. Αρμενίς μαυρομάτα και μαυροφρείδα, με ραμβώδεις και ηδυπαθείς και λάγνους τις κόγχες, με διαρκές μειδίαμα στα χείλη, στα μάτια, στις παρειές. Αυτή θέλγει τους φεσοφόρους ακροατές μάλλον με τους ακκισμούς της, τα νάζια της, τα γέλια της, τα συσοπηγήματα της, παρά με το τραγούδι της. Τι ενθουσιασμός δε κατείχε τους πάντες όταν τραγουδά ένα γλυκύτατο ευρωπαϊκό άσμα!!! Τότε εγείρεται της έδρας της, και όρθια τραγουδά το Φράγκικο, οπότε χειρονομεί και υπομειδιά και ακκίζεται και στέλνει φιλήματα και δέχεται τοιαύτα και κάποτε κανένα πορτοκάλι κεντημένο με δύο-τρία γαρύφαλλα- εκδήλωση ευαρεσκείας από τους ακροατές της- και στο τέλος υποκλίνεται, ενώ οι φεσοφόροι μέσα σε παραφορά και ενθουσιασμό χειροκροτούν, ποδοκροτούν, αξιώνοντας επανάληψη και γίνεται ένας θόρυβος φοβερός και τρομερός, οπότε αναγκάζεται να επαναλάβει η Σαϊνού το τραγούδι για να επαναληφθούν τα ίδια και τα ίδια μέχρι αργά τη νύχτα, μέχρι τα ξημερώματα μάλιστα.”
(Πηγή : Πρεβεζάνικα Χρονικά, περίοδος β’, χρόνος ζ’, τεύχος 24, Πρέβεζα, 1991)

Στη φωτογραφία καφέ – αμάν στην Κωσταντινούπολη μέσα από το φακό του πολύ γνωστού Τούρκου φωτογράφου, Αρμενικής καταγωγής, Ara Güler του οποίου οι μελαγχολικές ασπρόμαυρες εικόνες του με τη Leica του στην Κωνσταντινούπολη τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, του χάρισαν το 1962 τον τίτλο “Master of Leica”.

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΤΑ ΚΑΦΕ-ΑΜΑΝ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

“Στην Άρτα παλιά υπήρχαν και τα καφέ-αμάν (καφέ-σαντάν). Την ημέρα λειτουργούσαν σαν καφέ-ουζερί και τα βράδια σαν καφέ-αμάν. Τα καφέ-αμάν πλαισιώνονταν από πλήρη λαϊκή ορχήστρα και στο πάλκο χόρευαν και τραγουδούσαν γυναίκες, τις οποίες οι καφεαμανατζήδες τις έφερναν από άλλες πόλεις( Αγρίνιο, Πάτρα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη κ.λ.π.). Ποιος δεν θυμάται τα ωραία Σμυρνιώτικα και ρεμπέτικα τραγούδια και τους Τούρκικους αμανέδες; Οι Αρτινοί για να διασκεδάσουν στα καφέ- αμάν έπρεπε να μιλήσουν από το πρωί με τον ιδιοκτήτη για να τους κρατήσει τραπέζι. Αλλιώς δεν γίνονταν δεκτοί. Τις Απόκριες έπρεπε από πολλές ημέρες πριν να φροντίσουν για τραπέζι. Εκτός από τα Σμυρνιώτικα και ρεμπέτικα χορεύονταν και βαριά τραγούδια όπως η Παπαδιά, ο Σελήμπεης και άλλα.. Τα καφέ-αμάν έκλεισαν γύρω στα 1934-35. Ωραία χρόνια, ωραίοι καιροί. Διασκεδάσεις, ξεφαντώματα, όλα πολιτισμένα.” (Πηγή ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΑ, Κ. Τσακτσίρας)

Στη φωτογραφία το Ζυθοπωλείο & Καφέ-αμάν “ΤΟ ΚΙΛΚΙΣ”, στην πλατεία Αρτινών Πεσόντων στο Κιλκίς, ιδιοκτησίας των Αδελφών Κακαβά. Αργότερα στη θέση του λειτούργησε το Σινέ “ Ορφέας” και σήμερα βρίσκεται η Εθνική Τράπεζα και το Ξενοδοχείο “Κρόνος”. (Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε από τον Ιωάννη Κακαβά στην Ομάδα “Παλιές φωτογραφίες Άρτας”. 

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

“Ελάχιστες δυστυχώς είναι οι έως τώρα υπάρχουσες γραπτές μαρτυρίες για τη μουσική ζωή στην Άρτα του 19ου αιώνα. Οι όποιες υποθέσεις μας βασίζονται στη σύγκριση με τα Ιωάννινα και δευτερευόντως με την Πρέβεζα. Η γραπτή μαρτυρία περί συμμετοχής των Γιαννιωτών μπαντίδων στους αγώνες απελευθέρωσης της Άρτας δεν αρκεί για να υποστηρίξουμε πως μετέφεραν και την αντίστοιχη γιαννιώτικη παράδοση της στιχοπλοκίας. Επίσης δεν υπάρχουν στοιχεία για το μουσικό βίο της κατά τα άλλα δραστήριας εβραϊκής κοινότητας της Άρτας. Τα παραδοσιακά γλέντια της Καθαρής Δευτέρας στις εξοχές της πόλης παραπέμπουν βέβαια σε ανάλογες γιαννιώτικες διασκεδάσεις. Από τις λιγοστές γραπτές μεταπολεμικές μαρτυρίες ωστόσο πληροφορούμαστε την ύπαρξη καφέ- αμάν στην πόλη στην αρχή του 20ου αιώνα. Οι αναφορές σε Τουρκάλες και Γαλλίδες τραγουδίστριες δίνουν την εντύπωση ταύτισης στην Άρτα του καφέ-αμάν με το καφέ-σαντάν, ενώ κοινή με τα Ιωάννινα παραμένει η στάση της “καλής κοινωνίας” ως προς τα λαϊκά αυτά κέντρα που έσβησαν με την Κατοχή.”
Μια από τις λίγες μαρτυρίες σχετικά με τα Καφέ-Αμάν της Άρτας είναι ένα άρθρο του δικηγόρου κ. Νίκου Ευταξία στο περιοδικό “ΣΚΟΥΦΑΣ” : “…….. Συγκεκριμένα γύρω στο 1910-15 απέναντι από το καφενείο του πατέρα μου, ιδιοκτησίας Κορδώνη επί της Ν. Σκουφά 100, και λίγο πιο αριστερά, εκεί που αργότερα ήταν το υποδηματοπωλείο του Χρήστου Κουτσούμπα, Ν. Σκουφά 129, ήταν το “Καφέ Αμάν” του Λαλάκου. Μεγάλη αίθουσα με πολυτελή εσωτερική διακόσμηση και ακριβά ποτά……… Μερικά χρόνια αργότερα, 1925-30, στη γωνιά των δρόμων Πριοβόλου κ Τζαβέλα, εκεί που είναι τώρα η Λαική Αγορά, υπήρχε το ‘Καφέ-Αμάν’ στης Τουρκοβασιλικής, όπως το λέγανε. Η Τουρκοβασιλική ήταν η μοναδική Τουρκάλα που μετα την απελευθέρωση της Αρτας το 1881, έμεινε εδώ. Βαφτίστηκε Xριστιανή και την ονόμασαν Βασιλική. Κι αυτό το καφέ-αμάν είχε ευρύχωρη αίθουσα και μεγάλο κήπο με πορτοκαλιές, λεμονιές και λουλούδια.” (Πηγές : 1. ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων,
2. Περιοδικό “ΣΚΟΥΦΑΣ”,έτος ΚΓ’, Τόμος ΣΤ, Τεύχος 52-53,1979)

Στη φωτογραφία “Γλέντι με τον Κουτσονίτσα στο κτήμα Ζάρρα, 1905-1910” (Φωτο από το Αρχείο Μ/Φ Συλλόγου ΣΚΟΥΦΑΣ) 

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΤΑ ΤΖΑΜΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΩΖΟΝΤΑΙ

———————————
1.ΣΟΥΛΤΑΝ ΜΕΧΜΕΤ ΤΖΑΜΙ
Ο Αναστάσιος Ορλάνδος στο σύγγραμμά του “Αρχείον των Βυζαντινών Μνημείων της Ελλάδος” αναφέρεται σε θεμέλια που διασώζονται, τα οποία αποδίδονται στο τζαμί του Σουλτάν Μεχμέτ, πληροφορία η οποία δεν έχει τεκμηριωθεί. Η χρονολογία του παραμένει άγνωστη αλλά σύμφωνα με παραδόσεις, όπως μας μεταφέρει ο Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος, είναι σύγχρονο με το τζαμί του Φαίκ Πασά στο Μαράτι, χωρίς αυτό να έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά. Ο αυτοκράτορας Σουλτάν Μεχμέτ διέταξε την ανέγερση του τζαμιού εντός του φρουρίου στο όνομά του. Επειδή το τζαμί δεν οικοδομήθηκε κατά την επιθυμία του αυτοκράτορα, ο ίδιος δυσαρεστήθηκε και ανέστειλε τις εργασίες αποπεράτωσής του. Επειδή όμως το έργο παρέμεινε ημιτελές ο Φαίκ Πασάς διέταξε τον ακόλουθό του Σουλειμάν αγά Σελιαταρήν να αποπερατώσει το τέμενος. Αυτός όχι μόνο ολοκλήρωσε την κατασκευή του προαυλίου αλλά αφιέρωσε σε αυτό και δύο υποστατικά τη Βίγλα και τη Στρογγυλή αλλά και πολλά άλλα κτήματα. Μετά από μερικά χρόνια και έπειτα από απόφαση των Οθωμανών της Άρτας, οι πρόσοδοι του τεμένους μεταβιβάστηκαν με προεδρικό διάταγμα στον προϋπάρχοντα Τεκέ. Το τέμενος έλαβε την ονομασία Σουλτάν Μεχμέτ και Σουλειμάν αγά Τζαμισή.
2.ΣΟΥΛΤΑΝ ΜΠΑΓΙΑΖΗΤ ΤΖΑΜΙ
Το τζαμί του Σουλτάν Μπαγιαζήτ βρισκόταν στη δυτική πλευρά του κάστρου, δίπλα στον πύργο του ωρολογίου της πόλεως. Η χρονολογία της κτίσεως του παραμένει άγνωστη. Σύμφωνα με το όνομά του είναι έργο του Σουλτάνου Μπαγιαζήτ και οι πρόσοδοί του έφταναν μέχρι 3500 γρόσια ετησίως, ένα ποσό ικανό για να καλύψει τα έξοδα του τεμένους κατά τον Σεραφείμ Ξενόπουλο.
3. ΚΙΛΙΤΖ ΜΠΕΗ ΤΖΑΜΙ
Το τζαμί Κιλίτζ- μπέη, ανατολικά της πόλεως στη θέση Μονοπλειό. Η χρονολογία της κατασκευής του παραμένει άγνωστη. Ο Σεραφείμ Ξενόπουλος θεωρεί ότι είναι σύγχρονο με το τέμενος του Φαίκ Πασά. Πρόκειται για πληροφορία η οποία δεν είναι τεκμηριωμένη. Οι πρόσοδοί του ανέρχονταν στα 1000 γρόσια ανά έτος τα οποία διένεμε ο εκάστοτε Ιμάμης.
4.ΤΟ ΤΖΑΜΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΤΕΚΕ ΣΤΑ ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Η χρονολογία κατασκευής και ο κτήτοράς του παραμένουν άγνωστοι. Οι πρόσοδοί του έφταναν τα 1200 γρόσια ετησίως και υπεύθυνος για την διαχείρισή τους ήταν ο Ιμάμης.
5. ΤΟ ΤΖΑΜΙ ΤΩΝ ΜΠΕΗΔΩΝ ΝΟΤΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ
(Πηγή : Μεταπτυχιακή Εργασία ΜΕΛΕΤΗ ΑΠΟΚΑΤΑΤΑΣΤΑΣΗΣ – ΑΝΑΔΕΙΞΗΣ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΤΕΜΕΝΟΥΣ ΦΕΫΖΟΥΛ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ, Κ. Λάμπρου, Θεσσαλονίκη,2018)

Στη φωτογραφία : Καρτ-ποστάλ σταλμένη από την Άρτα, με έγγραφη αφιέρωση, που απεικονίζει την πόλη στις αρχές του 20ου αιώνα. Διακρίνεται το τζαμί του Κιλίτζ Μπέη με τον μιναρέ του μισοκατεστραμένο και η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με το καμπαναριό όπως είναι και σήμερα.Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε από τον Ανδρέα Οικονόμου στην ομάδα “Παλιές Φωτογραφίες Άρτας”

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε