—————————–
Έργο του Γιάννη Μόραλη – Mελάνι, μολύβι και υδατόχρωμα σε χαρτί, 21χ14 εκ.
Δωρεά του καλλιτέχνη στην Εθνική Πινακοθήκη, Αρ. έργου : Π.7967/3

—————————–
Έργο του Γιάννη Μόραλη – Mελάνι, μολύβι και υδατόχρωμα σε χαρτί, 21χ14 εκ.
Δωρεά του καλλιτέχνη στην Εθνική Πινακοθήκη, Αρ. έργου : Π.7967/3

“Για το θέμα της ύδρευσης των Πραμάντων, εδώ έχουμε να πούμε μερικά για την ιστορία του Αράπη που ίσως είναι προϊόν παραδόσεων, αλλά και κατά έναν τρόπο αληθή. Ο Αράπης ήταν μαύρος εργολάβος, κατασκευαστής γεφυριών και κτίστης περί τον 11ο αιώνα. Λέγεται δε ότι παρεξηγήθηκε από μια μερίδα συνεργάτες του, γιατί πήγαινε από την Άρτα στην περιοχή των Πραμάντων και εδίδασκε την τέχνη του κτίστη και ακόμη ότι έφτιαχνε και πυλοσωλήνες, όπου μετέφερε το νερό από θέση σε θέση. Γλίστρησε σ’ έναν γκρεμό, μιας και ήταν μεθυσμένος και τραυματίστηκε βαριά. Μεταφέρθηκε στην Άρτα, όπου πέθανε μετά τρεις μέρες. Ακόμη λέγεται ότι οι Πραμαντιώτες διδάχθηκαν από τον Αράπη την κτιστική τέχνη.” (Πηγή : ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΑ, Κ. Τσακτσίρας)
Στη φωτογραφία “Οι γέροντες στη βρύση των Πραμάντων” – Δεκαετία του 60. Από αριστερά : Κώστας Γκούβας, Κώστας Σιαπλαούρας (Αρμύρας), , Γιώργος Ζαχαρή Μολώνης, Χαράλαμπος Βάνας και Χρήστος Μολώνης*. (Φωτο από το Φωτογραφικό Αρχείο A.Bερτόδουλου ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα- Γιάννινα, 1995)
*Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Σωτήρη Τσιλιγιαννη που έκανε την έρευνα για τα ονόματα των γερόντων που εικονίζονται στη φωτογραφία.

“Ούτως επωνομάσθη επειδή αυτόθι πριν ή συνοικισθή έβοσκαν πρόβατα, άτινα παρά των εντοπίων λέγονται πράμαντα. Το χωρίον τούτο περιέχει οικογενείας 530, εποπτευομένας υπό 4 εγχωρίων ιερέων και εκκλησιαζομένας εν τοις Ναοίς αγίας Παρασκευής, αγίου Νικολάου, αγίας Κυριακής και αγίου Γεωργίου. Ομοίως και εις τα εξωκκλήσια 4 της Κοιμ. Της Θεοτόκου, 4 του προφήτη Ηλιού, αγίου Νικολάου, αγίου Κωσταντίνου, αγίας Μαρίνης, αγίου Χριστοφόρου, αγίας Τριάδος και αγίας Παρασκευής. Οι κάτοικοι εισίν άπαντες εργατικοί, καταγινόμενοι εις την τεκτονικήν, ξυλουργικήν, οικοδομικήν, γεωργικήν, ποιμενικήν και τινες εις την εμπορίαν……..Περί την ευάερον ταύτην χώραν υπήρχον ποτε τρία χωριά, προ πολλού μεν κατεστραμμένα, συμπεριλαμβανόμενα δε ήδη εις την χώραν και καλούμενα υπό των εγχωρίων, το μεν Χριστός, όπου υπάρχουσι και ερείπια αρχαιοτάτης Μονής, το δε Λουβένιστα, όπου σώζεται ιερός ναός του αγίου Χριστιφόρου, το δε Συγγενά, έχον και ναόν του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, καλούμενον υπό των εγχωρίων, Ασπροκκλησιά. Εντός του χωρίου ποταμίσκος τις ρέει, προερχόμενος εκ του όρους Στρογγύλα και ενούμενος μετά του ποταμού Μελισσουργών Γκογκόρου εισβάλλει εν τω Ινάχω. Εσυστήθησαν αυτόθι προ μικρού τρεις σχολαί, δημοτική, ελληνική και παρθεναγωγείον.”
(Πηγή ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ, Σεραφείμ Ξενόπουλου, Άρτα, 1881)
Στη φωτογραφία “Τα Πράμαντα” με φόντο τη Στρoγγούλα, με το φακό του Απόστολου Βερτόδουλου την δεκαετία του ’60 (Φωτο από το Φωτογραφικό Αρχείο A.Bερτόδουλου ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα- Γιάννινα, 1995)

1946-48 : Από αριστερά διακρίνονται η Βασιλική Τσιμπλή-Καρατζένη, ο Κώστας Μέλιος (Δάσκαλος), η Δημήτρω Σάββα, η Πανάγιω Μέλιου-Καλοκαίρη, η Βασιλική Μπαλάσκα-Λάκα και η Φροσύνη Τσιμπλή-Γεροκόμου. Στην κάτω σειρά, καθιστοί από αριστερά ο Γιώργος Τσιμπλής, ο Χρήστος Τσιμπλής και ο Κώστας Μπαλάσκας. Η περιοχή είναι σε πάροδο σήμερα της οδού Ανεμομύλων. Στη φωτογραφία διακρίνεται καθαρά το σπιτοκάλυβο με τοίχους από τσατμά και αχυροσκεπή εκεί που αργότερα κτίστηκαν τα πέτρινα σπίτια της οικογένειας Τσιμπλή. (Φωτο από αρχείο Αριστοτέλη Λάκα)

———————-
1920ς : Καρτ-ποστάλ με τίτλο «Ναός Παρηγορήτριας εν Άρτη» του εκδοτικού Οίκου P&C (Πάλλης & Κοτζιάς ), Αθήνα όπου διακρίνεται το καμπαναριό της εκκλησίας. Η συγκεκριμένη φέρει αφιέρωση με ευχές από την Οικογένεια Σχωρτσανίτη. ( Φωτο από Οίκο Δημοπρασιών)

———————-
“Τα παιδιά -αγόρια και κορίτσια- των Δημοτικών και Γυμνασίων της πόλης συνήθιζαν να παίζουν προπολεμικά, διάφορα παιγνίδια. Επίσης τα εξωσχολικά παιγνίδια έπαιρναν μεγάλη έκταση κατά τις γιορτές. Των δε καλοκαιρινών διακοπών τα παιγνίδια καθημερινά έδιναν κι έπαιρναν στις πλατείες της πόλης και στα προαύλια των σχολείων και εκκλησιών. Τα παιδιά -αγόρια και κορίτσια- άλλοτε έπαιζαν μαζί και άλλες φορές ξεχωριστά. Τα παιγνίδια που παίζονταν ήταν : Το “κρυφτό”, τα “αμπέλια, χωράφια κι ελιές”, η “σκλέντζα”, τα “κεραμιδάκια”, ο “μούτσουκας”, οι “καρύδες”, οι “καβάλες”, η “γατσούλα”, το “λουρί και το γκουρμπάτσι”, το “σπίρτο”, το “μπουκάλι” και άλλα. Τα παιδιά της μικρής ηλικίας έπαιζαν την “κουμπάρα”, τα “βαφτίσια” και το “παραμάδι”. Από τα παιγνίδια αυτά ξεχωρίζουμε τα αθώα που ήταν : τα αμπέλια, χωράφια κι ελιές, η σκλέντζα, τα κεραμιδάκια, ο μούτσουκας, οι καρύδες, το λουρί και το γκουρμπάτσι και η κομπανιά. Τα άλλα που παίζονταν όπως οι καβάλες, η γατσούλα, το σπίρτο και το μπουκάλι, ήταν τα πονηρά. Επειδή την προπολεμική εποχή οι γονείς ήταν πολύ αυστηροί στα παιδιά τους, δεν τα άφηναν να παίζουν μεταξύ τους κι έτσι μερικά πολύ έξυπνα, σοφίστηκαν τα πονηρά παιγνίδια. Όταν παίζονταν η γατσούλα, τα αγόρια έβαζαν μπροστά τα κορίτσια να κάνουν τις γάτες και να νιαουρίζουν μπουσουλώντας κι έτσι τους δίνονταν η ευκαιρία να χαϊδέψουν λιγάκι τα πόδια των κοριτσιών, αλλά και να δουν και λίγο παραπάνω , μια και τα αγόρια έκαναν τους γάτους. Με το κρυφτό τα παιδιά πήγαιναν να κρυφτούν πίσω από σπίτια, δέντρα, αυλές με λουλούδια, για να μην τους βρει η μάνα που φύλαγε και μετρούσε μέχρι τα 100, ώστε να τους δοθεί ο χρόνος να κρυφτούν. Είχαν δε καθιερώσει, ώστε όταν θα κρύβονταν, να πηγαίνουν ένα αγόρι και ένα κορίτσι μαζί. Έτσι τους δίνονταν η ευκαιρία να αγκαλιαστούν και να φιληθούν ακόμη.
Το παιγνίδι με το σπίρτο ήταν το πιο πονηρό. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι έμπαιναν στο παιγνίδι. Έβαζαν το σπίρτο στο στόμα τους και προσπαθούσαν ποιος από τους δύο θα κόψει περισσότερο το σπίρτο και έτσι έσμιγαν τα χείλη τους και φιλιόντουσαν. Επίσης και με το μπουκάλι. Αγόρια και κορίτσια έκαναν κύκλο και τα κορίτσια κάθονταν κάτω στη γη ανάμεσα από τα αγόρια. Ένας της παρέας γύριζε το μπουκάλι και σε όποιο κορίτσι ή αγόρι έδειχνε το στόμιο του μπουκαλιού, το φιλούσε.” (Πηγή ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΑ, Κ. Τσακτσίρας)
Στη φωτογραφία “Κυριακή πρωί, ώρα για παιγνίδι” (Φωτο του Κ. Μπαλάφα από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 2003)

“Όσον αφορά τα βακουφικά κτήματα στο Νομό Άρτης, το μεγαλύτερο βακούφι στην περιοχή και σε όλη την Ήπειρο ήταν το βακούφι του Φαΐκ Πασά αφιερωμένο στο ομώνυμο τζαμί και στο Ιμαρέτ. Το βακούφι περιλάμβανε τα αγροκτήματα Βίγλα, Στρογγυλή, Μαράτι (παράφραση του Ιμαρέτ) και Παναγίας Ιμαρέτ Μαρατοβουνίου. Τα αγροκτήματα Βίγλα και Στρογγυλή είχαν απαλλοτριωθεί και διανεμηθεί σε ακτήμονες ήδη από το 1919, ενώ το Μαράτι και το Μαρατοβούνι μετά το 1923. Σύμφωνα με έγγραφο του Γραφείου Εποικισμού Άρτας του Μαΐου του 1923, το γεώμορο και η ενοικίαση των βοσκών των παραπάνω αγροκτημάτων, πλην του Μαρατοβουνίου, απέφερε έσοδα 22.500 δραχμών. Τη διαχείριση των βακουφικών αυτών αγροκτημάτων, εφόσον ήταν εγκαταλελειμμένα το τζαμί του Φαΐκ Πασά και το Ιμαρέτ, είχε ο μουφτής Φιλιππιάδος και η εκεί μουσουλμανική κοινότητα. Στο αγρόκτημα Μαρατοβουνίου, που είναι η περιοχή γύρω από το Ιμαρέτ και εντός του Τοπ Αλτί της αγροτικής, δηλαδή, περιφέρειας της Άρτας, εκτός από βακουφικά αγροκτήματα του Ιμαρέτ προσδιορίζονται από τη Διεύθυνση Εποικισμού του υπουργείου Γεωργίας και κάποια αγροτεμάχια που ήταν βακούφια τζαμιού των Ιωαννίνων. Βακουφικές εκτάσεις υπήρχαν και στο αγρόκτημα Ρόκα.”
(Πηγή : «Narda – Οθωμανική Άρτα: Η μετάβαση από την ύστερη οθωμανική περίοδο στην ελληνική πόλη», επιμ. Ηλίας Σκουλίδας, Σκουφάς τ. ΙΖ΄, τχ 106 (Άρτα 2016) βασισμένο στο βιβλίο του Γ. Γκλαβίνα ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ Της ΑΡΤΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1881)
Στη φωτογραφία : Το τζαμί του Φαϊκ πασά που αποτελούσε τον πυρήνα του Ιμαρέτ, του Ισλαμικού πτωχοκομείου στο Μαράτι, όπως αποτυπώθηκε από τον Αριστοτέλη Ζάχο το 1916. (Φωτο από το Μουσείο Μπενάκη όπως αναδημοσιεύτηκε στο Λεύκωμα Φωτογραφιών Α. Ζάχου “ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΑΝΤΙΣΤΙΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΖΑΧΟ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ”, Επιμέλεια Γ. Κίζης, Πολιτιστικό ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, 2008)

Το δεύτερο μέρος του πίνακα με το βακουφικά κτήματα στην πόλη της Άρτας το 1881.
(Πηγή : «Narda – Οθωμανική Άρτα: Η μετάβαση από την ύστερη οθωμανική περίοδο στην ελληνική πόλη», επιμ. Ηλίας Σκουλίδας, Σκουφάς τ. ΙΖ΄, τχ 106 (Άρτα 2016) βασισμένο στο βιβλίο του Γ. Γκλαβίνα ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ Της ΑΡΤΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1881)

Η οθωμανική εξουσία, που χαρακτηρίζεται από τον έντονα συγκεντρωτικό της χαρακτήρα, βασίστηκε ιδιαίτερα στο θεσμό των βακουφιού. Πρόκειται για ένα μουσουλμανικό θεσμό. Ο ιδρυτής του βακουφιού ήταν υπεύθυνος να προικίσει μία ιδιοκτησία από τα έσοδα ενοικίων (γης ή καταστημάτων), αποποιούμενος ο ίδιος την κυριότητά του. Θεωρείτο ότι αν και δεν είχε πλέον την κυριότητα της ιδιοκτησίας ή των κληροδοτημάτων της, θα ανταμειβόταν στην άλλη ζωή. Επιπρόσθετα, οι τότε αλλά και οι μετέπειτα γενιές θα ευλογούσαν τον ευεργέτη τους. Πολλές φορές το παράδειγμα έδινε ο ίδιος ο σουλτάνος με την προίκιση οικοδομημάτων, οπότε και ίδρυε ένα βακούφι, συμβάλλοντας έτσι στην αστική ανανέωση.
Αν και βακούφι μπορούσε να συστήσει ο οποιοσδήποτε ενήλικος μουσουλμάνος, άνδρας ή γυναίκα, για προφανείς λόγους στην ίδρυση βακουφιών πρωτοστατούσαν η οθωμανική δυναστεία και οι υψηλοί κρατικοί αξιωματούχοι.
• Προϋπόθεση για την ίδρυση ενός βακουφιού είναι η δεσμευόμενη πηγή εισοδήματος να αποτελεί πλήρη ιδιοκτησία του αφιερωτή (μπορεί να διατεθεί μέχρι το 1/3 της περιουσίας). Από τη στιγμή της αφιέρωσης η ιδιοκτησία περνά στο Θεό.
• Κατά τη στιγμή της αφιέρωσης συντάσσεται ειδικό έγγραφο (βακφιγιέ), όπου αναγράφονται λεπτομερώς οι πόροι του βακουφιού, το προβλεπόμενο εισόδημα, ο τρόπος διαχείρισης, το ύψος των μισθών των διαχειριστών κλπ.
• Τη διαχείριση ασκούσε ο διαχειριστής (μουτεβελλής). Στα μεγάλα βακούφια υπήρχαν επίσης ταμίας και επόπτης. Την εποπτεία της λειτουργίας και τον εν γένει διαχειριστικό έλεγχο ασκούσε ο καδής ή ειδικά ορισμένος επιθεωρητής.
Δυνατότητα μετατροπής σε βακούφι είχαν:
• σπίτια και κάθε είδους κτίρια,
• αστικά οικόπεδα,
• κήποι (λαχανικών ή με οπωροφόρα δένδρα),
• αμπέλια, ελαιώνες κ.τ.ό. (αρκεί να μην είχαν δημιουργηθεί σε πρώην αγροτική γη).
Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων κτιριακών συγκροτημάτων και δραστηριοτήτων ήταν:
• Ιμαρέτια: συγκροτήματα που στέγαζαν ευαγείς ή φιλανθρωπικές δραστηριότητες (τζαμί, μεντρεσές, νοσοκομείο, ξενώνας, κουζίνα για τους φτωχούς, λουτρό), μαζί με τα εμπορικά ή/και βιοτεχνικά κτίρια που πρόσφεραν τους πόρους για την συντήρηση αυτών των δραστηριοτήτων ή άλλων κοινωφελών έργων (κρήνες, δεξαμενές, υδραγωγεία, δρόμοι, γέφυρες κλπ.).
• Χάνια (ξενώνες ή/και συγκροτήματα που στέγαζαν μαγαζιά και εργαστήρια, καραβάν σεράγια (πανδοχεία για την εξυπηρέτηση εμπορικών καραβανιών), μπεζεστένια (σκεπαστές αγορές).
• Ζαβιγιέδες: μοναστηριακού τύπου συγκροτήματα στην ύπαιθρο, που συνδύαζαν τις θρησκευτικές λειτουργίες με την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών.
Για τα βακούφια εντός της Άρτας και της αγροτικής περιφέρειάς της, πληροφορίες δίνει έγγραφο του Νομάρχη Άρτας προς το υπουργείο Εσωτερικών του 1884 με το οποίο και ενόψει της εφαρμογής νόμου για τη διαχείριση της βακουφικής περιουσίας στην Ελλάδα (Νόμος ΑΡΠΓ΄ της 17ης Απριλίου 1884) στέλνεται κατάλογος των βακουφιών του Δήμου Αρταίων που είχε συνταχθεί από τον Καϊμακάμη της Φιλιππιάδας το 1881. Απαριθμούνται 39 βακουφικές περιουσίες μαζί με τα εγκαταλελειμμένα 5 τζαμιά και τον έναν τεκέ, ενώ δίνονται και πληροφορίες για τα έσοδα που αποφέρουν ή την αξία τους, για τον αφιερωτή και τον μουτεβέλη (διαχειριστή). Ενδεικτικά αναφέρεται η ύπαρξη εργαστηρίων, μύλων, οικοπέδων, αποθηκών, οικιών, περιβολιών που ήταν βακούφια, ενώ τις μεγαλύτερες προσόδους απέφερε ένα ξενοδοχείο (χάνι) με εργαστήρια στην περιοχή του Πλατάνου που ήταν βακούφι της Αϊσέ Χανούμ και είχε διαχειριστή τον Χαλήλ Εφέντη από τα Ιωάννινα. Να σημειωθεί ότι τη διαχείριση των βακουφιών ελλείψει μουσουλμανικής κοινότητας και μουφτή είχε το οθωμανικό προξενείο της Άρτας μέχρι τουλάχιστον το 1885, ενώ αργότερα, σύμφωνα με τη σχετική ελληνική νομοθεσία, η διαχείριση των βακουφιών της Άρτας μεταβιβάστηκε στην εγγύτερη μουσουλμανική κοινότητα, αυτή, δηλαδή, των Τρικάλων.
(Πηγές : 1.İnalcık, Halil, Η Οθωμανική Αυτοκρατορία: η κλασική εποχή, 1300-1600, μτφρ. Μ. Κοκολάκης, Αθήνα, 1995.
2. «Narda – Οθωμανική Άρτα: Η μετάβαση από την ύστερη οθωμανική περίοδο στην ελληνική πόλη», επιμ. Ηλίας Σκουλίδας, Σκουφάς τ. ΙΖ΄, τχ 106 (Άρτα 2016) βασισμένο στο βιβλίο του Γ. Γκλαβίνα ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ Της ΑΡΤΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1881)
Στη φωτογραφία : Πίνακας με τα βακουφικά κτήματα στην πόλη της Άρτας το 1881(1ο μέρος), από το άρθρο του κ. Η. Σκουλίδα

———————–
Αριστερά : Κώστας Γιώτης, (προσφυγόπουλο από Βουκουρέστι, ο Ρουμάνος του Αετού & Παναμβρακικού 1937-1957), Δήμος Γκανιάτσας, Γεώργιος Κυπραίος, Γεώργιος Αλυμάρας, Δημήτριος Σταθάκης, Κώστας Ντάρδας, Πάνος Γιώτης (αδελφός του Κώστα), Ιορδάνης Ορφανίδης (Γκολαδόρος του Παναμβρακικού, έπεσε στο ύψωμα Κούτσι στη Χιμάρα στις 2 Ιανουαρίου 1941). Δεξιά κάτω ο Χαράλαμπος Γιώτης, θρυλικός ιερέας από τους Μελισσουργούς. (Φωτο και έρευνα Κ. Μπανιάς)
