ΟΡΡΑΟΝ : Η ΠΕΤΡΙΝΗ ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ

————————–
Ο αρχαίος οικισμός με τα καλοδιατηρημένα σπίτια που βρίσκεται στο λόφο Καστρί μεταξύ του Αμμότοπου Άρτας και του Γυμνότοπου Πρέβεζας, έγινε γνωστός το 1931, όταν τον επισκέφθηκε ο Nicolas Hammond, ακούραστος περιηγητής της Ηπείρου. Ωστόσο ο οικισμός ταυτίστηκε με το Όρραον μόλις το 1985, με βάση μια λίθινη ενεπίγραφη στήλη, που βρέθηκε στον αρχαίο ναό του Απόλλωνα στην Άρτα και περιελάμβανε την συνθήκη καθορισμού των συνόρων μεταξύ των αρχαίων πόλεων της Αμβρακίας (σημερινή Άρτα) και της Χαράδρου (σημερινή Φιλιππιάδα) (Πηγή : https://www.elliniko-panorama.gr/…/orraon-i-petrini…)

Στη φωτογραφία το Σπίτι 1 – τοµή µε αποκατεστηµένα τα ανατολικά δωµάτια. Κάτοψη και όψη από τα δυτικά. Κλίµακα 1:200. (Πηγή: Hoepfner, W. (2005) ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ 5000 π.χ.- 500 µ.χ., University Studio Press)

ΟΡΡΑΟΝ : ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΔΙΑΤΗΡΗΜΕΝΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ

——————————–
“Η κ. Ανθή Αγγέλη, προϊσταμένη της Εφορίας Αρχαιοτήτων Πρέβεζας, αρχαιολόγος που έχει συμμετάσχει στις ανασκαφές του Όρραον αναφέρει: «Το Όρραον έχει την εξής ιδιαιτερότητα: γενικά τα αρχαία σπίτια κτίζονταν ως ένα επίπεδο 70- 80 εκατοστών με λίθινα θεμέλια αλλά από εκεί και πάνω η δόμηση συνεχιζόταν με πλίνθινα τούβλα, για αυτό και σώζονται μέχρι ένα μικρό ύψος. Επειδή, όμως, στη γύρω περιοχή του Όρραον αφθονεί, όπως και σήμερα, ο ασβεστόλιθος και η εξόρυξη του είναι σχετικά εύκολη, οι κάτοικοι εδώ έχτισαν τα σπίτια τους εξολοκλήρου από πέτρα, μέχρι και το ύψος της στέγης. Στον ελλαδικό χώρο δεν υπάρχουν άλλα τέτοια διατηρημένα σπίτια και αυτά στο Όρραον μας δίνουν μια πολύ καλή εικόνα για την αρχιτεκτονική των ιδιωτικών κατοικιών εκείνης της περιόδου. Υπήρχε ένας προθάλαμος και μια εσωτερική αυλή που γύρω της διατάσσονταν αρκετά δωμάτια. Ένα τμήμα του σπιτιού μπορεί να ήταν μονώροφο για να εξασφαλίζει καλύτερο φωτισμό αλλά τα σπίτια του Όρραον ήταν δύο ορόφων. Στην «Οικία Α» διασώζεται και η βάση της πέτρινης κλίμακας που οδηγούσε πάνω»”.(Πηγή : Άρθρο του Αρτινού Αλέξη Γαγλία με τίτλο “Όρραον: Η άγνωστη πέτρινη πόλη της Ηπείρου όπου διασώζονται τα καλύτερα διατηρημένα σπίτια της ελληνικής αρχαιότητας” στην εφημερίδα Huffpost, Greece. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο στο λινκ https://www.huffingtonpost.gr/…/arxaiologia-ipeiros…

Στη φωτογραφία : Όρραον – Το σπίτι 1, όπως φαίνεται από τα βορειοανατολικά, µετά την ανασκαφή και την αναστήλωση. (Πηγή: Hoepfner, W. (2005) ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ 5000 π.χ.- 500 µ.χ., University Studio Press)

1976 : Αναμνηστική φωτογραφία από επίσκεψη στον οικισμό του Ορράου. Βλέπουμε την δυτική πλευρά του σπιτιού 1, προς τη µεριά του δρόµου µε τα παράθυρα, γείσο και λίθους από ένα αέτωµα κατά χώραν. ((Πηγή φωτογραφίας : Hoepfner, W. (2005) ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ 5000 π.χ.- 500 µ.χ., University Studio Press) 

Δημοσιεύθηκε στη Στο δρόμο προς το Ξηροβούνι | Σχολιάστε

1812 : Ο ΑΓΓΛΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ HENRY HOLLAND ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

———————–
“Στο δρόμο προς Πέντε Πηγάδια, 30.10.1812
Περίπου οχτώ μίλια από την Άρτα, περάσαμε το χωριό Κουμτσάδες (μετονομάστηκαν σε Αμμότοπο το 1927) που βρίσκεται σε μια μικρή πεδιάδα ανάμεσα στα βουνά και περικλείεται από δάση. Στις εκτάσεις που ανήκουν στο χωριό καλλιεργείται σημαντική ποσότητα καπνού, που φημίζεται για την άριστη ποιότητά του. Από εκεί συνεχίσαμε την ανάβαση των βουνών, απολαμβάνοντας μερικά έξοχα πανοραμικά τοπία των πεδιάδων και του Αμβρακικού κόλπου. Σε αυτό το οροπέδιο, το χαμηλότερο τμήμα του πρανούς των λόφων είναι σκεπασμένο από δέντρα, κυρίως πλατάνια και διάφορα είδη δρυών. Ένα είδος δρυός το οποίο παρατήρησα εδώ, πιστεύω ότι είναι quercus cerris, με πλατιά, βαθιά δαντελωτά φύλλα και ένα μεγάλο βελανίδι μέσα σε τριχωτό περίβλημα. Από το δέντρο αυτό βγαίνει καλή ξυλεία, τόσο σε διαστάσεις όσο και σε ποιότητα. Η δρυς τύπου βελανιδιάς, quercus ægilops, αφθονεί επίσης σ’ αυτήν την περιοχή. Αυτό το δέντρο γενικά δεν είναι μεγάλου μεγέθους, το βελανίδι είναι χωμένο βαθιά σ’ ένα χοντρό και φολιδωτό περίβλημα, το οποίο είναι το τμήμα που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη βαφής. Η εξαγωγή του καρπού της βελανιδιάς αποτελεί ένα σημαντικό κλάδο εμπορίου από διάφορα μέρη της Τουρκίας.
Σε μία απόσταση 15 μιλίων από την Άρτα περάσαμε το σεράι των Μουλιανών, ένα μεγάλο οικοδόμημα παράξενα τοποθετημένο ανάμεσα στα βουνά, όπου ο βεζίρης περιστασιακά διανυκτερεύει στα ταξίδια του από και προς την ακτή [του Αμβρακικού]. ( Τα Μουλιανά μετονομάστηκαν το 1927 σε Γοργόμυλο. Σήμερα από το παλαιό χωριό παραμένουν λίγα σπίτια, καθώς έχει δημιουργηθεί νέος οικισμός, πάνω στο δρόμο για Πέντε Πηγάδια, ο οποίος ονομαζόταν αρχικά Νέος Γοργόμυλος, αλλά τώρα είναι γνωστός απλά ως Γοργόμυλος.) (Πηγή : Ο ΑΓΓΛΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ HENRY HOLLAND ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ, Νίκος Δ. Καράμπελας, 2009, Πρεβεζάνικα Χρονικά, τχ. 45-46)

Στη φωτογραφία : Λεπτομέρεια χάρτη της βορειοδυτικής Ελλάδος από το βιβλίο του Holland “Travels in the Ionian Isles, Albania, …” (Συλλογή Ιδρύματος Ακτία Νικόπολις, ΙΑΝ 368)

Δημοσιεύθηκε στη Περιηγητές που πέρασαν από την Άρτα | Σχολιάστε

ΟΙ “ΠΗΓΩΝΙΕΣ” ΣΤΟ ΞΗΡΟΒΟΥΝΙ

———————–
Τον Μάιο κάνει την εμφάνισή του στο Ξηροβούνι ένα πανέμορφο αγριολούλουδο με έντονο πορφυρό χρώμα. “Πηγωνιά” το λένε οι ντόπιοι. Ο Παυσανίας το χαρακτήρισε ως «πασάων βοτανέων βασιληίδα» ενώ πολλούς αιώνες αργότερα και οι Κινέζοι θα το ονομάσουν «βασιλέα όλων των λουλουδιών». Ο λόγος για την Άγρια Παιώνια, την οποία συναντούμε κάθε άνοιξη στις πλαγιές, στην κορυφή του Ξηροβουνιού. Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για την άγρια παιώνια στο λινκ https://dasarxeio.com/2019/02/11/64126/

Η φωτογραφία είναι του George Velios

———————-

Μια πλαγιά στο Ξηροβούνι, γεμάτη με άγριες παιώνιες. (Φωτο George Velios)

————-
Ατενίζοντας τον Άραχθο και τα Τζουμέρκα από την κορυφή του Ξηροβουνίου.
(Φωτο George Velios)

Δημοσιεύθηκε στη Στο δρόμο προς το Ξηροβούνι | Σχολιάστε

1812 : Ο ΑΓΓΛΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ HENRY HOLLAND ΣΤΟ ΞΗΡΟΒΟΥΝΙ

————————

“Η περιοχή γύρω από τα Μουλιανά και μέχρι τα Πέντε Πηγάδια είναι γυμνή και έχει μια άγρια ακαλλιέργητη φύση. Τα βουνά από τα οποία ανεβαίναμε στο σημερινό μας ταξίδι, αποτελούνται από συμπαγή ασβεστόλιθο, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί το κύριο χαρακτηριστικό ενός πολύ μεγάλου ασβεστολιθικού σχηματισμού που εκτείνεται στην Αλβανία και σε άλλα μέρη της Ελλάδος. Το χρώμα του πετρώματος είναι, γενικά, σχεδόν λευκό σαν γάλα. Αφού το εξέτασα, δεν πιστεύω ότι περιέχει μαγνήσιο, αλλά μάλλον υπάρχει αρκετό πυρίτιο στη σύνθεσή του. Η γενική εμφάνιση του ασβεστόλιθου αυτού μοιά ζει εντυπωσιακά με εκείνο της βόρειας Ιρλανδίας. Έχω δει πολύ απ’ αυτόν στην Ελλάδα και μπορεί κανείς, σχεδόν ακριβολογώντας, να το ονομάσει κιμωλία……..” (Πηγή : Ο ΑΓΓΛΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ HENRY HOLLAND ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ, Νίκος Δ. Καράμπελας, 2009, Πρεβεζάνικα Χρονικά, τχ. 45-46)

Στη φωτογραφία : Αρχαία λείψανα στο Ξηροβούνι, πάνω από τα Πιστιανά (Φωτο από συλλογή Γ.Μ.)

Δημοσιεύθηκε στη Στο δρόμο προς το Ξηροβούνι | Σχολιάστε

Μια Αρτινή παρέα σε φωτογραφία του Δ. Μητσιάνη…

1929 : Μια Αρτινή παρέα σε μια ακόμη υπέροχη φωτογραφία του Δ. Μητσιάνη.
Εικονίζονται από αριστερά : οι Αδελφοί Κώστας και Ιωάννης Γιαννής, (Κατάστημα Υποδημάτων ο πρώτος και Ταξίαρχος ο δεύτερος), ο Ευάγγελος Μαργώνης (Κομμωτής), ο Κωνσταντίνος Τζιμόπουλος (Μουσικός) και ο Γεώργιος Μεθόδιος (Κατάστημα Υποδημάτων). Ο Κωνσταντίνος Τζιμόπουλος ήταν παντρεμένος με την Ευαγγελία Μαζαράκη. Χρόνια μουσικός, στην ορχήστρα του Ζακ Ιακωβίδη. Σαξοφωνίστας και διάφορα πνευστά. Το βασικό όργανο ήταν το σαξώφονο, αλλά έπαιζε και τρομπέτα, κλαρίνο, τρομπόνι, κορνέτα. Ήξερε βέβαια και κιθάρα, πιάνο και ακορντεόνΛάτρης της Κορωνησίας.[ Φωτο από αρχείο Άννας Κ. Γιαννή, έρευνα Κ. Μπανιάς]

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Στην οδό Σκουφά του ’50

1950ς : Στην οδό Σκουφά, λίγο πιο κάτω από την κεντρική Πλατεία (?). Δεξιά ο Λ. Μαστραπάς με τον Αντώνη Μοσκούτη ή Μουσχούτη, καροτσέρη στο επάγγελμα. (Από συλλογή Λ.Μ.)

1957 : Στη Σκουφά, περίπου στο ίδιο σημείο με την προηγούμενη φωτογραφία (?) (Φωτο από συλλογή Γ. Μόρτη)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

ΠΟΙΜΕΝΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ, “ΠΕΡΙ ΑΓΚΛΙΤΣΑΣ”

————————-
“Κλείτσα”, ορθοτέρα “γκλίτσα, αγκλίτσα, αγκουλίτσα”. Από τη λέξη” αγκών”, κατά την άποψη του αειμνήστου καθηγητού μας Νίκου Βέη. (Η. Βασιλάς, Ηπειρωτική Εστία, τχ. 107).
Την ετυμολογία αυτήν της λέξης σχολιάζει σε άλλο τεύχος ο Αθανάσιος Παπαχαρίσης :
“Δύσκολον κάπως να συσχετίσωμεν την λέξην Αγκλίτσα – κλίτσα – κλίτσος αμέσως και χωρίς ενδιάμεσον σταθμόν με την λέξην “αγκών”, όπως κατά δήλωσιν του κ. Βασιλά ήθελεν ο Βέης. Θείος είναι ο αγκών και ανεψιά η αγκλίτσα. Δεν είναι πατέρας και θυγατέρα. Και έχει και άλλους θείους και άλλας θείας η αγκλίτσα : αγκή (=αγκάλη), το άγκος ( =κοιλάς), αγκοίνη (=αγκάλη, κεκαμμένος βραχίων), αγκάλη, άγκιστρον, άγκυρα. Μάννα της είναι η λέξη “αγκύλη”, θηλυκόν του επιθέτου αγκύλος,-η,-ον (=κυρτωμένος).
Θα έλεγον λοιπόν κάποτε “αγκύλη ράβδος” και κατόπιν μόνον “αγκύλη” κατά παράλειψιν του ουσιαστικού ράβδος….. Εις ημάς δεν έφθασε το “αγκύλη”, έφθασε το υποκοριστικόν “αγκλίτσα”. Πλήρης και απαθής η λέξη θα ήτο “αγκυλίτσα”, αλλ’ απεσιωπήθη το άτονον ι (υ), όπως συμβαίνει εις τα βόρεια γλωσσικά ιδιώματα λόγω του δυναμικού τονισμού (Πρβλ. βλαρ’ αντί βλάρι, τρανταφλιά αντί τριαναταφυλλιά, σνι αντί σινί, σκλι αντί σκυλί κτλ.) Τώρα από το “αγκλίτσα”, ας προχωρήσουμε εις το “κλίτσα”. Η αιτιατική της “αγκλίτσα”, δηλ. άρθρον και ουσιαστικόν μαζί είναι μία τονική ενότης και ως εκ τούτου προφέρεται ως μια λέξη “τηναγκλίτσα”.
Αν προσέξωμεν, μέσα εις την συλλαβήν γκλι- ακούγεται ένα υπερωικόν ν, όπως εις τας λέξεις “άγγελος, αγκαλιά”. Προς σαφεστέραν δήλωσιν του πράγματος δυνάμεθα να ξαναγράψωμεν την λέξιν χρησιμοποιούντες και ένα λατινικόν γράμμα, όπως συνηθίζεται εις τοιαύτας περιπτώσεις “τηνανgλίτσα”.
Τώρα έγινε και με την γραφήν φανερόν ότι υπάρχουν δύο αλλεπάληλα ν, που δεν το συγχωρεί ο νόμος της απλολογίας, ο οποίος λειτουργών μας δίδει νέαν φάσιν της λέξεως την “gλίτσα”. Όταν δε έλθωμεν εις την ονομαστικήν, λέγομεν “η κλίτσα” (Πρβλ. τον gακό – ο κακός, τον gώστα- ο Κώστας, τον gερατά- ο κερατάς) ή, όπως εις πολλά μέρη, η “γκλίτσα” (δηλ. η νgλίτσα ) καθ’ ον τρόπον κατά τα ανωτέρω λεχθέντα από την “κουλιάστρα, την κλιάστρα” έγινε ονομαστή “η γκουλιάστρα , η γκλάστρα”. Το ν δηλαδή του άρθρου, είχε δεν είχε, εκόλλησε εις το ουσιαστικόν.
Από το θηλυκόν η “κλίτσα” επλάσθη και το αρσενικόν, “ο κλίτσος”. Δηλοί δε αύτη η λέξις, όσον γνωρίζω, πάσσαλον εις τον τοίχον εμπηγμένον προς ανάρτησιν της κάπας ή άλλων ιματίων ή ταγαρίων. Φαίνεται ότι ο κλίτσος, άλλοτε ή αλλαχού, θα ήτο κάπως κυρτωμένος, όπως κυρτωμένη ήτο και η κλίτσα.(Από το άρθρο του Α. Παπαχαρίση, ΠΡΟΣΘΗΚΑΙ ΕΙΣ ΤΙΝΑ ΤΟΥ ΠΟΙΜΕΝΙΚΟΥ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΥ ΤΟΥ ΣΠΥΡ. ΜΟΥΣΕΛΙΜΗ, Ηπειρωτική Εστία, τχ. 109, Μάιος 1961)

Στη φωτογραφία ο Σπύρος. Β. Καρατζένης με την αγκλίτσα, τον (ν)τρουβά και το κοπάδι του, μια ζωή “πρατάρης”. (Φωτο από αρχείο Νίκου Καρατζένη) 

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

ΠΟΥ ΕΦΑΓΕ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ Ο ΩΝΑΣΗΣ?

—————————-
“Εδώ έφαγε ο Αριστοτέλης Ωνάσης, έγραφε σε μια πόρτα του εστιατορίου του ο Θανάσης Ευταξίας. Κι αυτό είναι γεγονός, δεν είναι σόφισμα του Θανάση Ευταξία, για να προσελκύσει πελάτες, γιατί δουλειά είχε πολύ μεγάλη.
Εγώ με τον αείμνηστο Νίκο Σιμεντζή ψοφάγαμε τα βράδια του χειμώνα να καθόμαστε μαζί με τον Θανάση στο μαγαζί του και να μας διηγείται τις παράτολμες δραστηριότητές του, προπαντός της νύχτας, που σήμερα μπορεί να φάνταζαν κινηματογραφικά έργα με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Μποντ.
“Αλήθεια” τον ρωτάει ο Σιμεντζής, “έφαγε εδώ ο Ωνάσης; Tι ζήλεψε από σένα; Tη φάτσα σου ή τη φάτσα του μαγαζιού σου;” “Kαι τα δυο” του απαντά και συνεχίζει “Γιατί είμαι κακομούτσουνος ή το μαγαζί μου δεν είναι καθαρό; Kαι δεν έχει καλά φαγητά; Σ’ εκείνο το τραπέζι κάθισε, μάλιστα, και με κάλεσε να του κάνω λογαριασμό και του είπα : τιμή μου κύριε Ωνάση που καθίσατε στο μαγαζί μου για φαγητό, το τραπέζι αυτό είναι δικό μου”. “Έμαθα” μου είπε “ότι είσαι καλός μάστορας και καλός άνθρωπος και σ’ ευχαριστώ για το τραπέζι”. Άφησε ο Ωνάσης ένα πεντακοσάρικο για το γκαρσόν – πολλά λεφτά για τότε – και πήγε στο καλό του.
Την ωραία συζήτηση τη διέκοψε κάποιο γκαρσόν που ζήταγε απ’ τ’ αφεντικό το λογαριασμό για κάποιον πελάτη, για να τον γράψει ο ταμιακός στο βιβλιάριο γιατί τότε οι περισσότεροι πελάτες τρώγανε βερεσέ και πλήρωναν όταν κονομάγανε. Ρωτάει ο Θανάσης το γκαρσόν ”Άσπρο ή μαύρο;” “Άσπρο” απαντά. “Γράψε” λέει στον ταμία “άσπρο”. “Τι γίνεται Θανάση” του λέω, ”Χώρισες τους πελάτες σε μαύρους και άσπρους;” Έβαλε τα γέλια και μου είπε : “Mαύρο ή άσπρο είναι το ψωμί και χρεώνεται ανάλογα”. “Άσχετα με το φαγητό;” του λέω. “Ναι” μου λέει,” εφαρμόζω ανατολίτικο σύστημα (κολχόζ). Τους χώρισα με το άσπρο στους έχοντας και με το μαύρο στους μη έχοντας κι έχω κανονίσει ταρίφα στη δουλειά μου”. “Εσύ παιδί μου είσαι κομούνα μεγάλη” του λέει ο Σιμεντζής. “Αν το ήξερε ο Ωνάσης δεν θα ερχόταν στο μαγαζί σου”. “Εσύ” του λέει ο Θανάσης “που ξέρεις αν ο Ωνάσης δεν είναι πλούσιος κομουνιστής. Για μένα ξέρεις ποιος έδωσε τη σύσταση στον Ωνάση; Ο Φώτης ο χωροφύλακας, κατάλαβες;” Σκάσαμε στα γέλια”. (Από το βιβλίο του Γιάννη Παπακώστα ΤΑ ΔΙΑΤΗΡΗΤΕΑ, ‘Αρτα, 2010)

Στη φωτογραφία : 1960 – O θρυλικός εστιάτορας της οδού Σκουφά, Θανάσης Ευταξίας (“Γερμανός” μοτοσυκλετιστής στην ταινία Με την λάμψη στα μάτια) με τον ανεψιό του Δημήτρη Οικονόμου, υπάλληλο στη ΔΕΥΑ. (Αναδημοσίευση από την ομάδα Παλιές φωτογραφίες Άρτας, φωτο Thanasis Efthymiou)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΒΟΛΤΑ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΣΚΟΥΦΑ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’60

——————————–
Στη συμβολή των οδών Σκουφά και Βασιλέως Πύρρου, στεκόταν πάνω σε βάθρο και μέσα σε κυλινδρικό προστατευτικό περίβλημα ένας τροχονόμος. Από εκεί ξεκινούσε η βόλτα μας στην αγορά της Άρτας.
Το πρώτο μαγαζί που βλέπαμε ήταν το μπακάλικο του Μήτσου Σκορδή πάντα γεμάτο κόσμο. Μέσα δούλευε ο Γαρίφαλος εξυπηρετικός και κεφάτος.
Στη γωνία Σκουφά και Γριμπόβου το εστιατόριο Αβέρωφ ανταγωνιζόταν στις μυρουδιές το απέναντι εστιατόριο του Ζέρβα. Εκεί έτρωγαν ένα πιάτο φαί, εργένηδες, μαθητές από χωριά και επισκέπτες της πόλης.
Συνεχίζοντας στη Σκουφά συναντούσαμε το μπακάλικο του Αναγνωστόπουλου.
Το εμπορικό του Γιάννη Γιώτη με υφάσματα αλλά και έτοιμα ενδύματα. Πολλά καταστήματα που πουλούσαν ρούχα, έγραφαν στην πινακίδα τους «νεωτερισμοί», γιατί το έτοιμο ένδυμα ήταν κάτι καινούργιο εκείνο τον καιρό, όπως επίσης και το έτοιμο εσώρουχο.
Βλέπαμε το ξενοδοχείο Πάνθεον που στη κατοχή οι Γερμανοί το είχαν επιτάξει και εγκαταστήσει το φρουραρχείο τους, τη κομανταντούρ .
Το καφενείο του Κατσάρη είχε μια ατραξιόν που φαίνονταν από την τζαμαρία. Μια ψεύτικη μαϊμού που κάθονταν σε μια καρέκλα και κάπνιζε ένα τσιγάρο. Η καύτρα του έμοιαζε αναμμένη.
Στη γωνία του δρόμου που πήγαινε στον παντοκράτορα ήταν ένα πολύ μικρό μαγαζί , που ο ιδιοκτήτης του ο Χρήστος Σοκολάκης, στέκονταν απέξω χειμώνα καλοκαίρι και πουλούσε ζαχαρώδη προϊόντα. Από τις 25 Μαρτίου και πέρα έφερνε το μαλακό άσπρο παγωτό σίσσυ που έβγαινε από μια μηχανή και γέμιζε τα χωνάκια. Τη Μεγάλη Εβδομάδα διέθετε παγωτό νηστίσιμο.
Τα Γιωτάκια ήταν δύο αδέλφια που μαζί με έναν υπάλληλό στο πατάρι, πουλούσαν και επιδιόρθωναν παπούτσια, χωρίς να σταματάνε να διηγούνται σε γνωστούς και αγνώστους τα ερωτικά τους κατορθώματα. Με λεπτομερείς περιγραφές, με κομπασμούς, με υπερβολές, αλλά πάνω απ’ όλα με εχεμύθεια, διότι ποτέ δεν εξέθεταν πρόσωπα.
Το εμπορικό των αδελφών Χουλιάρα ήταν εκεί που παλιότερα είχε μαγαζί ο Νικόλαος Σκουφάς. Ο Τάκης, ο Γιώργος και ο υπάλληλος Σωτήρης, πρόθυμοι να κατεβάσουν τα πιο βαριά τόπια από τα πιο ψηλά ράφια.
Το καφενείο του Βήχα με μαρμάρινα τραπέζια και καθρέφτες στους τοίχους, συγκέντρωνε κυρίως άνδρες, για καφέ, ποτό και τσιγάρο.
Το φαρμακείο της Σόνιας Παπανικολάου- Τσέτη με το ξύλινο πάτωμα. Όσοι δούλευαν εκεί είχαν ταλέντο στο να αποκρυπτογραφούν τα ιερογλυφικά των γιατρών.
Το υπόγειο Αποστολίδη- Λυγούρα κάτω από το ζαχαροπλαστείο Ελβετικόν του Ιωάννου. Ο Αποστολίδης έπιανε το ρούχο που δοκίμαζες, το μάζευε τεχνηέντως από πίσω και σε κατάφερνε να το αγοράσεις ακόμα κι αν ήταν τρία νούμερα μεγαλύτερο.
Ο Λογοθέτης είχε ένα μαγαζί με βαφές και συνήθιζε να λέει στους πελάτες του «αν πετύχει το χρώμα να ‘ρθεις να με κεράσεις».
Λίγο πριν φτάσουμε στη πλατεία μονοπωλίου ήταν ο Δημητράκης Τσολιάς με τα έπιπλα. Πολυθρόνες, καναπέδες, τραπεζαρίες με πολύ στυλ και φινέτσα.
Απέναντι από την πλατεία μονοπωλίου το ξενοδοχείο Ακροπόλ του Γαλανού, από τα μπαλκόνια του οποίου μιλούσαν πολιτικοί και υποψήφιοι δήμαρχοι. Από κάτω το Ζαχαροπλαστείο του Σκανδάλη. Στη γωνία του δρόμου που έβγαζε στη Κασσωπίτρα άλλο περίφημο ζαχαροπλαστείο, το Νέον.
Στην πλατεία δίπλα απο τον Κατσαούνο ήταν το τσαγκάρικο του Καλαμπάκου.
Το εστιατόριο του Θανάση Ευταξία όπου έφαγε ο Ωνάσης. Δίπλα στη στοά ήταν το χάνι του Καραβασίλη, φαίνονταν στο βάθος άλογα και μουλάρια και μύριζε ελαφρώς η καβαλίνα . Απέναντι το κτίριο της φιλαρμονικής από όπου ακούγονταν τρομπέτες, κορνέτες και σαξόφωνα, που έκαναν πρόβες.
Η βόλτα μας τέλειωνε εκεί που δύο μουγκοί είχαν μαγαζί με ποδήλατα κοντά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Όταν δεν είχαν πελατεία, κάθονταν έξω σε ένα τραπεζάκι, πίνανε ούζο με μεζέ, και φλυαρούσαν με χειρονομίες και μούτες. (Η περιγραφή των καταστημάτων της Αγοράς και η φωτο είναι από το ιστολόγιο του Σ. Σαρλή)

Η οδός Σκουφά, η εμπορική καρδιά της Άρτας. Στα καταστήματά της συγκεντρωνόταν το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής δραστηριότητας της πόλης, αποτελώντας τον βασικό άξονα της αρτινής αγοράς κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. (Πηγή: Αρχείο Μ/Φ Συλλόγου «ΣΚΟΥΦΑΣ».)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΑΡΤΗΣ

“Το καλοκαίρι του1960 οι ομάδες Παναμβρακικός, Αετός, Ολυμπιακός, συγχωνεύτηκαν και έγινε η Αναγέννηση Άρτης με σήμα το γεφύρι». Έγιναν πολλές συναντήσεις, γενικές συνελεύσεις των σωματείων, κατ’ ιδίαν συναντήσεις και τελικά πήραν την κοινή απόφαση να υπάρχει μια δυνατή ομάδα στην Άρτα και να συσπειρώσει γύρω της όλο τον κόσμο. «Στην αρχή ήθελαν να πουν τη νέα ομάδα «Πύρρος», από το βασιλιά της Ηπείρου. Πάλι δεν τους καθόταν καλά. Μετά είπαν «Αμβρακία». Ιστορικό όνομα αλλά πάλι έψαχναν για κάτι άλλο, ώσπου μέσα από τις συζητήσεις προέκυψε το όνομα Αναγέννηση, με ασπρόμαυρες φανέλες και σήμα το ιστορικό γεφύρι της Άρτας».Έξι χρόνια μετά, το ίδιο παράδειγμα ακολούθησαν το 1966 και στα Γιάννινα που ίδρυσαν τον ΠΑΣ από τη συγχώνευση Ατρόμητου, Αβέρωφ και Ολυμπιακού. Θα έλεγα ότι η συγχώνευση της Άρτας ήταν οδηγός και παράδειγμα προς μίμηση σε πολλές άλλες πόλεις που έκαναν συγχωνεύσεις όπως στη Λάρισα, στα Γιάννινα, στη Βέροια, στις Σέρρες, στην Κατερίνη, στην Κοζάνη και αλλού».” (Από συνέντευξη του Κ. Μπανιά στην εφημερίδα gianninasports, 1/5/1915)

Στη φωτογραφία η Ομάδα της ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ το 1963, στη Β’ Εθνική. Μπορείτε να διαβάστε τα ονόματα των παικτών στο πρώτο σχόλιο. (Φωτο από αρχείο Κ. Ν. Παπαγιάννη, έρευνα Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε