“Όσον αφορά τα βακουφικά κτήματα στο Νομό Άρτης, το μεγαλύτερο βακούφι στην περιοχή και σε όλη την Ήπειρο ήταν το βακούφι του Φαΐκ Πασά αφιερωμένο στο ομώνυμο τζαμί και στο Ιμαρέτ. Το βακούφι περιλάμβανε τα αγροκτήματα Βίγλα, Στρογγυλή, Μαράτι (παράφραση του Ιμαρέτ) και Παναγίας Ιμαρέτ Μαρατοβουνίου. Τα αγροκτήματα Βίγλα και Στρογγυλή είχαν απαλλοτριωθεί και διανεμηθεί σε ακτήμονες ήδη από το 1919, ενώ το Μαράτι και το Μαρατοβούνι μετά το 1923. Σύμφωνα με έγγραφο του Γραφείου Εποικισμού Άρτας του Μαΐου του 1923, το γεώμορο και η ενοικίαση των βοσκών των παραπάνω αγροκτημάτων, πλην του Μαρατοβουνίου, απέφερε έσοδα 22.500 δραχμών. Τη διαχείριση των βακουφικών αυτών αγροκτημάτων, εφόσον ήταν εγκαταλελειμμένα το τζαμί του Φαΐκ Πασά και το Ιμαρέτ, είχε ο μουφτής Φιλιππιάδος και η εκεί μουσουλμανική κοινότητα. Στο αγρόκτημα Μαρατοβουνίου, που είναι η περιοχή γύρω από το Ιμαρέτ και εντός του Τοπ Αλτί της αγροτικής, δηλαδή, περιφέρειας της Άρτας, εκτός από βακουφικά αγροκτήματα του Ιμαρέτ προσδιορίζονται από τη Διεύθυνση Εποικισμού του υπουργείου Γεωργίας και κάποια αγροτεμάχια που ήταν βακούφια τζαμιού των Ιωαννίνων. Βακουφικές εκτάσεις υπήρχαν και στο αγρόκτημα Ρόκα.” (Πηγή : «Narda – Οθωμανική Άρτα: Η μετάβαση από την ύστερη οθωμανική περίοδο στην ελληνική πόλη», επιμ. Ηλίας Σκουλίδας, Σκουφάς τ. ΙΖ΄, τχ 106 (Άρτα 2016) βασισμένο στο βιβλίο του Γ. Γκλαβίνα ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ Της ΑΡΤΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1881)
Στη φωτογραφία : Το τζαμί του Φαϊκ πασά που αποτελούσε τον πυρήνα του Ιμαρέτ, του Ισλαμικού πτωχοκομείου στο Μαράτι, όπως αποτυπώθηκε από τον Αριστοτέλη Ζάχο το 1916. (Φωτο από το Μουσείο Μπενάκη όπως αναδημοσιεύτηκε στο Λεύκωμα Φωτογραφιών Α. Ζάχου “ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΑΝΤΙΣΤΙΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΖΑΧΟ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ”, Επιμέλεια Γ. Κίζης, Πολιτιστικό ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, 2008)
Το δεύτερο μέρος του πίνακα με το βακουφικά κτήματα στην πόλη της Άρτας το 1881. (Πηγή : «Narda – Οθωμανική Άρτα: Η μετάβαση από την ύστερη οθωμανική περίοδο στην ελληνική πόλη», επιμ. Ηλίας Σκουλίδας, Σκουφάς τ. ΙΖ΄, τχ 106 (Άρτα 2016) βασισμένο στο βιβλίο του Γ. Γκλαβίνα ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ Της ΑΡΤΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1881)
Η οθωμανική εξουσία, που χαρακτηρίζεται από τον έντονα συγκεντρωτικό της χαρακτήρα, βασίστηκε ιδιαίτερα στο θεσμό των βακουφιού. Πρόκειται για ένα μουσουλμανικό θεσμό. Ο ιδρυτής του βακουφιού ήταν υπεύθυνος να προικίσει μία ιδιοκτησία από τα έσοδα ενοικίων (γης ή καταστημάτων), αποποιούμενος ο ίδιος την κυριότητά του. Θεωρείτο ότι αν και δεν είχε πλέον την κυριότητα της ιδιοκτησίας ή των κληροδοτημάτων της, θα ανταμειβόταν στην άλλη ζωή. Επιπρόσθετα, οι τότε αλλά και οι μετέπειτα γενιές θα ευλογούσαν τον ευεργέτη τους. Πολλές φορές το παράδειγμα έδινε ο ίδιος ο σουλτάνος με την προίκιση οικοδομημάτων, οπότε και ίδρυε ένα βακούφι, συμβάλλοντας έτσι στην αστική ανανέωση. Αν και βακούφι μπορούσε να συστήσει ο οποιοσδήποτε ενήλικος μουσουλμάνος, άνδρας ή γυναίκα, για προφανείς λόγους στην ίδρυση βακουφιών πρωτοστατούσαν η οθωμανική δυναστεία και οι υψηλοί κρατικοί αξιωματούχοι. • Προϋπόθεση για την ίδρυση ενός βακουφιού είναι η δεσμευόμενη πηγή εισοδήματος να αποτελεί πλήρη ιδιοκτησία του αφιερωτή (μπορεί να διατεθεί μέχρι το 1/3 της περιουσίας). Από τη στιγμή της αφιέρωσης η ιδιοκτησία περνά στο Θεό. • Κατά τη στιγμή της αφιέρωσης συντάσσεται ειδικό έγγραφο (βακφιγιέ), όπου αναγράφονται λεπτομερώς οι πόροι του βακουφιού, το προβλεπόμενο εισόδημα, ο τρόπος διαχείρισης, το ύψος των μισθών των διαχειριστών κλπ. • Τη διαχείριση ασκούσε ο διαχειριστής (μουτεβελλής). Στα μεγάλα βακούφια υπήρχαν επίσης ταμίας και επόπτης. Την εποπτεία της λειτουργίας και τον εν γένει διαχειριστικό έλεγχο ασκούσε ο καδής ή ειδικά ορισμένος επιθεωρητής. Δυνατότητα μετατροπής σε βακούφι είχαν: • σπίτια και κάθε είδους κτίρια, • αστικά οικόπεδα, • κήποι (λαχανικών ή με οπωροφόρα δένδρα), • αμπέλια, ελαιώνες κ.τ.ό. (αρκεί να μην είχαν δημιουργηθεί σε πρώην αγροτική γη). Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων κτιριακών συγκροτημάτων και δραστηριοτήτων ήταν: • Ιμαρέτια: συγκροτήματα που στέγαζαν ευαγείς ή φιλανθρωπικές δραστηριότητες (τζαμί, μεντρεσές, νοσοκομείο, ξενώνας, κουζίνα για τους φτωχούς, λουτρό), μαζί με τα εμπορικά ή/και βιοτεχνικά κτίρια που πρόσφεραν τους πόρους για την συντήρηση αυτών των δραστηριοτήτων ή άλλων κοινωφελών έργων (κρήνες, δεξαμενές, υδραγωγεία, δρόμοι, γέφυρες κλπ.). • Χάνια (ξενώνες ή/και συγκροτήματα που στέγαζαν μαγαζιά και εργαστήρια, καραβάν σεράγια (πανδοχεία για την εξυπηρέτηση εμπορικών καραβανιών), μπεζεστένια (σκεπαστές αγορές). • Ζαβιγιέδες: μοναστηριακού τύπου συγκροτήματα στην ύπαιθρο, που συνδύαζαν τις θρησκευτικές λειτουργίες με την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών. Για τα βακούφια εντός της Άρτας και της αγροτικής περιφέρειάς της, πληροφορίες δίνει έγγραφο του Νομάρχη Άρτας προς το υπουργείο Εσωτερικών του 1884 με το οποίο και ενόψει της εφαρμογής νόμου για τη διαχείριση της βακουφικής περιουσίας στην Ελλάδα (Νόμος ΑΡΠΓ΄ της 17ης Απριλίου 1884) στέλνεται κατάλογος των βακουφιών του Δήμου Αρταίων που είχε συνταχθεί από τον Καϊμακάμη της Φιλιππιάδας το 1881. Απαριθμούνται 39 βακουφικές περιουσίες μαζί με τα εγκαταλελειμμένα 5 τζαμιά και τον έναν τεκέ, ενώ δίνονται και πληροφορίες για τα έσοδα που αποφέρουν ή την αξία τους, για τον αφιερωτή και τον μουτεβέλη (διαχειριστή). Ενδεικτικά αναφέρεται η ύπαρξη εργαστηρίων, μύλων, οικοπέδων, αποθηκών, οικιών, περιβολιών που ήταν βακούφια, ενώ τις μεγαλύτερες προσόδους απέφερε ένα ξενοδοχείο (χάνι) με εργαστήρια στην περιοχή του Πλατάνου που ήταν βακούφι της Αϊσέ Χανούμ και είχε διαχειριστή τον Χαλήλ Εφέντη από τα Ιωάννινα. Να σημειωθεί ότι τη διαχείριση των βακουφιών ελλείψει μουσουλμανικής κοινότητας και μουφτή είχε το οθωμανικό προξενείο της Άρτας μέχρι τουλάχιστον το 1885, ενώ αργότερα, σύμφωνα με τη σχετική ελληνική νομοθεσία, η διαχείριση των βακουφιών της Άρτας μεταβιβάστηκε στην εγγύτερη μουσουλμανική κοινότητα, αυτή, δηλαδή, των Τρικάλων. (Πηγές : 1.İnalcık, Halil, Η Οθωμανική Αυτοκρατορία: η κλασική εποχή, 1300-1600, μτφρ. Μ. Κοκολάκης, Αθήνα, 1995. 2. «Narda – Οθωμανική Άρτα: Η μετάβαση από την ύστερη οθωμανική περίοδο στην ελληνική πόλη», επιμ. Ηλίας Σκουλίδας, Σκουφάς τ. ΙΖ΄, τχ 106 (Άρτα 2016) βασισμένο στο βιβλίο του Γ. Γκλαβίνα ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ Της ΑΡΤΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1881)
Στη φωτογραφία : Πίνακας με τα βακουφικά κτήματα στην πόλη της Άρτας το 1881(1ο μέρος), από το άρθρο του κ. Η. Σκουλίδα
Αριστερά : Κώστας Γιώτης, (προσφυγόπουλο από Βουκουρέστι, ο Ρουμάνος του Αετού & Παναμβρακικού 1937-1957), Δήμος Γκανιάτσας, Γεώργιος Κυπραίος, Γεώργιος Αλυμάρας, Δημήτριος Σταθάκης, Κώστας Ντάρδας, Πάνος Γιώτης (αδελφός του Κώστα), Ιορδάνης Ορφανίδης (Γκολαδόρος του Παναμβρακικού, έπεσε στο ύψωμα Κούτσι στη Χιμάρα στις 2 Ιανουαρίου 1941). Δεξιά κάτω ο Χαράλαμπος Γιώτης, θρυλικός ιερέας από τους Μελισσουργούς. (Φωτο και έρευνα Κ. Μπανιάς)
1937 : Η Οικογένεια Σαρλή στον Πλάτανο στους Ταμπακιάδες. Από αριστερά : H Μαργαρίτα, δασκάλα, η Σοφία, καθηγήτρια Γαλλικών, η Θεοδώρα, η Αλίκη, δασκάλα, η Κοραλία και ο Κώστας Σαρλής. Στην κάτω σειρά τα αδέλφια Πάπαρη : Ο Λύσανδρος, η Γιούλια, δασκάλα και ο Γεώργιος Πάπαρης.(Φωτο από αρχείο Σ. Σαρλή, έρευνα Κ. Μπανιάς)
————————- “Η συνοικία εκτείνεται από τη βόρεια πλευρά του κάστρου μέχρι το λόφο της Μητρόπολης. Ο Σεραφείμ Βυζάντιος την ονομάζει Δάφνη. Αυτή είναι η επίσημη ονομασία της. Υπήρχε μια πανύψηλη δάφνη κοντά στο ναό της Ευαγγελίστριας, ενώ κυκλοφορούσε η δοξασία πως όποιος ανέβαινε στα πιο ψηλά κλαδιά της έβλεπε τη θάλασσα. Λέγεται και συνοικία των βυρσοδεψών, επειδή εκεί από αιώνες λειτουργούσαν τα βυρσοδεψεία της πόλης. “Ταμπακιάδες” ονομάστηκε από τους Τούρκους, γιατί “ταμπάκ” σημαίνει βυρσοδέψης. Το τελευταίο βυρσοδεψείο ήταν του Τσιλιγιάννη. Ήταν πάντα όμορφη περιοχή με σπιτάκια μονώροφα, ή διώροφα, με αυλόγυρους και ασπρισμένα πεζούλια, με το πηγάδι και τον πλάτανο, με το φούρνο της Χαρωνούς, το αρχοντικό Παπακώστα και τους ναούς της Ευαγγελίστριας (1857), της Παναγίας της Κορωνησίας (1390), και το μικρό εκκλησάκι της Ελεούσας (στην οδό Κουγκίου, προστατευμένο σήμερα κάτω από ξύλινο υπόστεγο). Όλοι οι κάτοικοι των Tαμπακιάδων εκκλησιάζονταν στο ναό του Αγίου Νικολάου που ανεγέρθη το 1852 και επισκευάστηκε και υψώθηκε το 1871. Νεωκόρος για πολλά χρόνια διετέλεσε ο Γιάννης Μπλέτσος, που είχε τσαγκάρικο στην οδό Στουδίτου. Όταν φούσκωνε και υπερχείλιζε ο Άραχθος, τα νερά του πλημμύριζαν τους δρόμους της συνοικίας, λίμναζαν για μέρες, ενώ πολλές φορές έμπαιναν στις αυλές και στα σπίτια. Οι άνθρωποι όμως των Tαμπακιάδων δεν πτοούνταν, ακόμα και στις αντίξοες συνθήκες ήταν χαρούμενοι, ενωμένοι, με αυξημένο αίσθημα αλληλεγγύης. Τα σπίτια είχαν τις πόρτες ανοικτές για τους περίοικους και τους περαστικούς. Ακόμα και η Ανάστω η ζητιάνα ήταν καλοδεχούμενη παντού. Κάποια στιγμή έφτανε στο πηγάδι και ζητούσε από τις γυναίκες που συναντούσε να της αντλήσουν λίγο νερό να πιεί, μια που αυτή ήταν ανήμπορη. Τις Κυριακές που δεν είχε δουλεία, ο Πάπαρης έβγαινε με ένα κασμά κι ένα φτυάρι για να ανοίξει τα αυλάκια όλων των σπιτιών, να σκαλίσει όλους τους κήπους και να προσφέρει όση εκδούλευση χρειάζονταν ο κάθε γείτονας. Από την άλλη ο πρόσχαρος Κώστας Γιαννής περπατούσε τραγουδώντας κι έλεγε τα αστεία του στις παρέες που μαζεύονταν τα απογεύματα στα σοκάκια. Στους Tαμπακιάδες ένας σαπωνοποιός είχε πουλήσει το σπίτι του σε έναν Εβραίο. Πέρασαν λίγα χρόνια κι άρχισε να το ζητάει πίσω. Με τα πολλά ο Εβραίος υπέκυψε και πούλησε ξανά το σπίτι στον πρώτο ιδιοκτήτη του. Σαν έντοκο δάνειο δηλαδή. Εκεί ήταν το εργαστήριο της Αθανασίας Τσιλιγιάννη που παρασκεύαζε “βαρκίνα”. Ήταν δε αυτή ένα υγρό καθαριστικό και λευκαντικό, απαραίτητο για το πλύσιμο των ρούχων, την εποχή που δεν κυκλοφορούσε η χλωρίνη. Οι γυναίκες πήγαιναν με τα δικά τους μπουκάλια και την αγόραζαν, ο δε τρόπος παρασκευής της ήταν μυστικός. Κοντά στο πηγάδι ήταν το σπίτι της γιαγιάς μου Φεβρωνίας, διώροφο με αυλή και πλυσταριό. Στο απέναντι οικόπεδο του Βατάτζη τα πιτσιρίκια παίζανε σκλέτζα και το Πάσχα μαζεύονταν όλοι για να ψήσουν τα αρνιά τους.” (Άρθρο του κ. Σωτήρη Σαρλή για τους Ταμπακιάδες, όπως δημοσιεύτηκε στη σελίδα του στο facebook, απ’ όπου και η φωτογραφία)
2002 – Ιούνιος : Τα Μελισσουργιώτικα ποτάμια – δεξιά η Μπρέσιανη και αριστερά η Ρούιστα. Στο βάθος η διάβαση Αυτί. (Φωτο από το Περιοδικό της Ηπειρωτικής Εταιρείας, τχ. 293, 2005)
——————– “Αξημέρωτα φτάνουμε στα ποτάμια. Ο Σπύρος έκοψε μπροστά καμιά δεκαπενταριά πρόβατα και τα κριάρια με τα κουδούνια και τα πέρασε απέναντι. Ο ίδιος πήρε θέση καμιά πενηνταριά μέτρα πιο κάτω από το γεφύρι ώστε να προλαβαίνει όσα πρόβατα θα παράσερναν τ’ αγριεμένα κύματα. Πέρασαν καμιά κατοστή πρόβατα με τη σειρά ένα-ένα πάνω στο γεφυράκι, όταν όμως πλάκωσε το κοπάδι στάθηκε αδύνατο να τηρηθεί η τάξη. Πάνω από διακόσια πρόβατα έπεσαν μέσα στα ορμητικά νερά του ποταμού πασχίζοντας να ριχτούν στην αντίπερα όχθη. Πολλά απ’ τα πρόβατα τα κατάφεραν. Αρκετά όμως αχαμνά ζυγουράκια και γερασμένες προβατίνες “είδαν το χάρο με τα μάτια τους”. Τα ξέβραζε το ποτάμι ως το σημείο που στεκόταν ο Σπύρος. Άλλα τα έπιανε με την γκλίτσα του, άλλα με τα χέρια του πέφτοντας μέσα στο ποτάμι, άλλα τα ενθάρρυνε με τις φωνές του……… Τα καημένα τα προβατάκια σαν πέρασαν το ποτάμι , τινάζονταν να στραγγίσουν το παγωμένο νερό από πάνω τους. Πολλά μαζεύτηκαν κουβάρι από τη νυχτιάτικη ψυχρολουσία. Ιούνιος μήνας στα βουνά, το πρωινό αγέρι ήταν φονικό, τα νερά κρούσταλλα από τα χιόνια, ο ήλιος πουθενά…..Τελευταίες πέρασαν πάνω στο γεφυράκι οι γίδες του κοπαδιού, προσεκτικές – προσεκτικές σαν μεγαλοκυρίες φροντίζοντας να μην βρέξουν ούτε τα ακρόνυχά τους. Το μικρό πουλάρι το πήρε αγκαλιά ο Σπύρος και το πέρασε άβρεχτο απέναντι. ….”(Πηγή Άρθρο του Ν. Καρατζένη με τίτλο Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΝΟΜΑΔΩΝ ΣΤΙΣ ΒΟΥΝΟΚΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ, Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 293, 2005)
Στη φωτογραφία “Ξυλογέφυρο στους Μελισσουργούς” (Η φωτο είναι του Β. Γκανιάτσα από το βιβλίο του Α. Σχισμένου ΑΡΑXΘΟΣ, Ο ΘΕΟΠΟΤΑΜΟΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, Αθήνα, 2002)
——————- “Η γλυκιά προσμονή του ξεκινήματος για τα βουνά με είχε κυριέψει από το απόγευμα της 2ας Ιουνίου, ώστε το βράδυ άργησε πολύ να με πάρει ο ύπνος στη Φτέρη, τοποθεσία ανάμεσα από Πράμαντα και Μελισσουργούς. Δυο ώρες προτού χαράξει η μάννα μου πάσχιζε να με ξυπνήσει ανάλαφρα ψιθυρίζοντας στ’ αυτί μου τη φράση-θέσφατο στα ποιμενικά χρονικά: “Ξύπνα παιδάκι μου, ήρθε η ώρα να φύγουμε”…..Ήδη οι δικοί μου είχαν αρμέξει τα πρόβατα και είχαν φορτώσει στ’ άλογα τα εργαλεία της ποιμενικής ζωής καρδάρια, κακκάβια, το μεγάλο καζάνι για το πήξιμο του γάλακτος, δοχεία για το τυρί, τις κάπες, τα μάλλινα στρωσίδια, αλλά και τα εφόδια για τις πρώτες μέρες στα βουνά : Δυο ταψιά ψωμί καθάριο, αλεύρι ροκίσιο για σταχτοκουλούρες, αλάτι για το τυρί και για το αλάτισμα των προβατιών, λίγα φασόλια, τη μπούγλα με το λάδι, το μπουκάλι με το πετρέλαιο για τη φέξη. Μπήκε μπροστά ο αδερφός μου. Μαύλισε κάνα δυο φορές τα πρόβατα που ανταποκρίθηκαν με βελάσματα στο κάλεσμά του και κίνησαν για το δρόμο. Οι γίδες μας βρέθηκαν στη μέση του κοπαδιού, ενώ τα δυο τζομπανόσκυλα στο φτερό του. Εγώ πήρα τη θέση μου στο τέλος του κοπαδιού κι η αδερφή μου παραπίσω με τ’ άλογα……………… Μπροστά από το κοπάδι μας πορεύονταν κι άλλων νομάδων προβατοκόπαδα σε απόσταση δυο χιλιομέτρων περίπου, ενώ ακούγονταν πίσω μας κυπριά και κουδούνια. Περάσαμε αχάραγα το ελατοδάσος της Αγίας Παρασκευής και φτάνουμε στη “Ράχη Μεγάλη”. Αχνά μέσα στο θαμπόφωτο αντικρύζουμε τα πρώτα φώτα στους Μελισσουργούς, νυσταγμένα και αργοπορημένα. Διασχίζουμε το χωριό και τραβάμε για τα ποτάμια. Εκεί όλα τα κοπάδια περνούσαν μια μαρτυρική δοκιμασία κάθε άνοιξη και φθινόπωρο καθώς τα ποτάμια που ξεχύνονται από το Βροτόπι, το Αυτί και τη Μπρέσιανη είναι πάντα κατεβασμένα. Τα πρόχειρα ξύλινα γεφυράκια που έχουν σκαλώσει στα κοτρόνια οι Μελισσουργιώτες ποιμένες είναι εντελώς αναποτελεσματικά. Τα πρόβατα είναι βιαστικά και δεν περιμένουν τη σειρά. Τα περισσότερα πέφτουν στα παγωμένα νερά, παίρνουν κρύωμα και αργότερα στα βουνά, όταν πιάνουν οι ζέστες, όσα είναι αδύναμα πεθαίνουν….”(Πηγή Άρθρο του Ν. Καρατζένη με τίτλο Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΝΟΜΑΔΩΝ ΣΤΙΣ ΒΟΥΝΟΚΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ, Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 293, 2005)
Στη φωτογραφία “Ανεβαίνουν στα βουνά οι τσελιγκάδες με τα κοπάδια” (Φωτο του Κ. Μπαλάφα από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 2003)
————————– Παλιά φωτογραφία του Κάστρου της πόλης με το παρακάτω σχόλιο στο οπισθόφυλλο : “Άρτα. Η πόλις, Πρωτεύουσα του ομώνυμου Νομού εις την Ήπειρον, απετέλεσε, ως γνωστόν, σπουδαίον κέντρον Βυζαντινής τέχνης. Μεταξύ των έργων της εξόχου αυτής τέχνης, είναι και το περίφημο κάστρο της πόλεως, το οποίον σώζεται σήμερον, ως εις την φωτογραφίαν.” (Φωτο από Οίκο δημοπρασιών)
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.