Κομπότι Άρτης

————————

1970 : Συγκομιδή Πορτοκαλιού κάπου μεταξύ Λουτρού και Κομποτίου. (Από το αρχείο του Βαλτινού φωτογράφου Θωμά Παππά)

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά γύρω από την πόλη | Σχολιάστε

TΟ ΤΡΙΩΔΙΟ

Άνοιξε το Τριώδιο σήμερα.Τριώδιο είναι το βιβλίο της Εκκλησιαστικής Ακολουθίας των ύμνων που ψάλλονται από την Κυριακή του Τελώνη και Φαρισαίου, μέχρι και του Μ.Σαββάτου. Με την εμφάνιση και τον βαθμιαίο καταρτισμό του σαρανταήμερου της νηστείας προ του Πάσχα, ακολούθησε και η ανάγκη της δημιουργίας σχετικής ασματικής ποίησης και της συλλογής της σε ένα βιβλίο. Έτσι δημιουργήθηκε το εκκλησιαστικό βιβλίο Τριώδιο, το οποίο περιλαμβάνει ιερά ποιήματα από τον 5ο ως τον 15ο αιώνα. Το πρώτο έντυπο του Τριωδίου εξεδόθη στην ελληνική γλώσσα το 1522 μ.Χ.. Η πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου λέγεται και Προφωνή ή Προφωνέσιμη, επειδή παλιά προφωνούσαν, δηλαδή διαλαλούσαν ότι άρχιζαν οι αποκριές. Επίσης λέγεται και αμόλυτη ή απόλυτη, επειδή τότε οι ψυχές των πεθαμένων βγαίνουν στον Πάνω Κόσμο. Η πρώτη εβδομάδα τελειώνει την Κυριακή του Ασώτου.
Ωστόσο στο μυαλό σχεδόν όλων μας η έναρξη του Τριωδίου σηματοδοτεί την έναρξη της Αποκριάς. . Όταν λέμε «ανοίγει το τριώδιο», εννοούμε ότι αρχίζουν οι Αποκριές. Οι Αρτινοί γιόρταζαν τις Απόκριες πάντα με πολύ κέφι. Όταν παλαιότερα τα χωριά πλημμύριζαν από νεολαία και ήταν όλο ζωή στήνονταν γλέντια σχεδόν σε κάθε σπίτι. Οι παρέες κατασκεύαζαν αυτοσχέδιες μάσκες και αποκριάτικες φορεσιές και γύρναγαν όλο το χωριό. Στην πόλη ξεκινούσαν οι συνεστιάσεις και τα γλέντια και οι χοροί σε μεγάλα και σε μικρά μαγαζιά και καφενεία.

Στη φωτο μια Μελισσουργιώτικη παρέα στις αρχές του 1960 διασκεδάζει αποκριάτικα στο καφενείο του Θανάση Τρομπούκη στη στοά επί της Σκουφά, απέναντι από την οδό Παντοκράτορος. Διακρίνονται : οι Γιώργος Γιώτης, Γιάννης Γιώτης, Αναστασία Κάτσινου, Βαγγέλης Κάτσινος, Νίτσα Σφαλτού-Καραβασίλη, Γιώργος Καραβασίλης, Δημήτρης Καραβασίλης, Ρένα Γιώτη-Τσοβόλα, Σοφία Καραβασίλη, Στέλιος Κάτσινος, Χρυσούλα Τρομπούκη, Δωροθέα Τρομπούκη, o Θανάσης Τρομπούκης και άλλοι. (Από συλλογή Ε.Κ.)

———————–

1961 : Σκηνή από το Καρναβάλι της Άρτας στη Πλατεία Μονοπωλείου (Πηγή : Τα νέα της Μικροσπηλιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Αποκριές | Σχολιάστε

“ΝΙΑ ΜΥΓΑ” – ΜΟΛΟΗΜΑ ΣΕ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ

“…..Τσ’ ήβρα τσ πρατίνες κι τσ’ ήφερα πίσω ολ’ νύχτα, κι αφού είχα κακιά απουσταμάρα είπα να κοιμ’θού λίγο ιδώ στον πλατανάκ’. Αμ τί ήταν να το ιπού. Δεν προλαβαίνου να κλείσου τα μάτια κι έρτε μωρέ πιδί μ’ μ’ νια μύγα κι αρχνάει. Ένα βάξμο αχπάν απ’ το κεφάλ’ μούρθε λιγοθμιά. Ανού τα μάτια, κάνω νια έτσ’ με το χερ’ φευγ’.
Ματαπάω να τα κλείσω, μόλις πέρω τον πρώτο πάλι η διαλόμγα. Ψ’λά στου μστακ’κι δώθε κι άιντε, κι πάει κι χώνεται μες τ’μύτ’. Λες κι μούχωσες το δαίμονα μ’ φαν’κε. Σ’κώνομαι απάν’ τ’νάζομαι, φτου, τ’ βαρού, είπα καμπόισις Παναίες, φευγ’. Απ’ να σ’ μπει του γ’ρουν’ σήμερα για δ’λειά σ’ είπα. Άμα πιθάνω θα λαρώσω.
Πέρου τον τρουβά, π’ τον είχα για μαξλάρ’ κι τον βάνου στα μούτρα, βάνου ένα λ΄θάρ’ για προυσκέφαλου κι είπα τώρα θα κοιμ’θού νια τρίμα, κι να σ΄κωθώ να πάου σπίτ’ να ιδού τι γεν’ται οι θ’κοί μ’. Ε, όταν είχα κοιμ’θεί ακού ένα νταβαν’σμα μες τ’ αυτί κι κατ’ μι φουρφούλαε στου κιφάλ’.Γίγκα Τούρκος. Ωρέ χαντοκομός μ΄ σήμιρα. Τί χάλευε η μύγα ψ’λα στη μένα? Δεν πάενε παρέκεια κ’ αυτήν…”
(Απόσπασμα από το αντίστοιχο άρθρο της Βασιλικής Τζαχρήστα όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 203, 1993)

Μάρτης 1993 : O γερο – τζιομπάνος Πάνος Τσιλιγιάννης, απόστασε ολημερίς ορθός να στομώνει τα πρόβατα στην αμαλαιά και τον “έκλεψε” ψίχα στο προσήλιο, τυλιγμένος με τη μούργκα κάπα του και νανουρισμένος από το γλυκό αχολόι των ταιριασμένων κουδουνιών στο Κατάφουρκο Βάλτου. ( Φωτο Νίκου Καρατζένη)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

“Τα τραγιά”

—————–

“Tα τραγιά – τα οποία ήταν από τα πρώτα οικόσιτα ζώα στη γη – συνυπάρχουν ειρηνικά με τους ανθρώπους και αποτελούν ένα ουσιώδες μέρος της συλλογικής συνειδήσεώς μας. Συνυπάρχουμε εδώ και 10.000 χρόνια περίπου. Είναι προφανές ότι ένα έργο της αρχαϊκής περιόδου, ένα από τα πιο δυνατά και αξιόλογα αρχαία ελληνικά γλυπτά, ο Μοσχοφόρος, έχει εμπνεύσει τον Χαμπίδη. Με αποτέλεσμα η τρυφερότητα και η αμεσότητα του έργου με τον νέο άνδρα που κουβαλάει το κατσίκι στους ώμους του, να είναι εξίσου οικείες – ιδιαίτερα στους Έλληνες – όσο και πρωτότυπες”.

Ενα απόσπασμα από την κριτική του Clark Lawrence, Ιστορικού της Τέχνης, για τους πίνακες του Πάβλου Χαμπίδη με τον τίτλο «Τραγιά», στην έκθεσή του στην γαλλερί Genesis στο Κολωνάκι το 2018, απ’ όπου και η φωτογραφία.

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Οι τσελιγκάδες

—————-

Μάιος 1992 : Ο Μελισσουργιώτης τσέλιγκας γέρο-Μήτρο Καψάλας “έρουσε” τα τραιά του κοπαδιού του κάπου κοντά στον κάμπο της Άρτας . (Φωτο από το αρχείο Νίκου Καρατζένη)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΠΟΙΜΕΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΠΟΥ ΠΟΛΛΟΙ ΤΗΝ ΕΖΗΣΑΝ ΣΤΟΝ ΟΡΕΙΝΟ ΟΓΚΟ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

—————-

“……Φύλαξα ο ίδιος τα πρόβατα. Τα είδα να «ροβολούν» ήσυχα – ήσυχα βόσκοντας, να «σκαπετούν» σε κάποιον αυχένα και να εξαφανίζονται σαν να τα κατάπινε η γη. Τα «σαλάγησα» για να φθάσουμε γρηγορότερα στο μαντρί. Τα «στόμωσα» για να βοσκούν καλύτερα και εκεί που ήθελα εγώ. Τα είδα να «μαρκηώνται» στο «στάλο», να «λαϊάζουν» το βράδυ όταν κοιμόνταν και να ακούγεται μόνο το ομαδικό αναμάσημα της τροφής τους. Είδα μερικά πρόβατα να «φιδιάζονται» και τον τσοπάνο να τρυπάει με βελόνα το φιδιασμένο μέρος, να το πιέζει απ’ όλες τις πλευρές για να βγει το δηλητήριο μαζί με το αίμα και μερικές φορές να ρουφάει το φιδιασμένο μέρος και να φτύνει τα υγρά που έβγαιναν. Άλλα να είναι «βούρλα» και να γυρίζουν ασταμάτητα γύρω-γύρω. Παρακολούθησα εγχείριση του βούρλου, κόψιμο του κρανίου εκεί που ήταν πολύ μαλακό, αφαίρεση της «τρέλας», που ήταν μια κύστη γεμάτη άσπρα σπυριά και ράψιμο πάνω στην τρύπα του κομματιού του κόκαλου που αφαιρούσαν και ενός μάλλινου υφάσματος. Ξεχώριζα γρήγορα ποιες προβατίνες ήταν η «μπροσνέλα» του κοπαδιού και ποιες η «κοντνέλα», ποιες οι «μαρμάρες» και ποιες τα «γηροκόμια». Γνώριζα τα σημάδια τους στα αυτιά, τα «πισωκλείδικα», τα «μπροστοκλείδικα», τα «φουρκάφτκα», όσα είχαν «κόκκα» ή «ξουραφιά», τα «τρυπάφτκα» τα «κουτσιάφτκα». Μου άρεσαν πιο πολύ τα «κάλεσια» πρόβατα και τα «ορθοκέρατα» γίδια. Τα «πισωκέρατα» μου φαίνονταν πιο ήσυχα και πιο αδύναμα.Έφαγα «γιομίδια» με «μεσαρκά» από τα πρόβατα «ξυνόγαλο» από το «γαλατσάκι» ή από τη «βούρτσα», χτυπώντας ο ίδιος την «κορφή» που είχε με το «βουρτσόξυλο». Έφαγα «νυρστά», «καπετάνο», «στριφτόπτα», «ψαρόπτα», «λαχανόπτα», «γαλατόπτα», «ζμάρι», «κουσμάρι», γάλα «ίγκυρο», «τραχανά», «χυλό», που ήταν «χλιος» και δεν με έκαψε στο στόμα. Βρέθηκα μακριά από τη στάνη και με έκοψε «λόρδα» από την πείνα και «λίμαξα» για μια «χαψιά» ψωμοτύρι. Πέταξα αγανακτισμένος τη «φολλίνα», όταν είδα ότι δεν έχει ούτε ένα σπυρί τυρί. «Χάλεψα» ένα κομμάτι ψωμί από το «σύντροφό» μου στο κοπάδι. «Μάργωσα» όταν αναγκάσθηκα να κοιμηθώ βρεμένος και «χαύδωσα» στη φωτιά για να μπορέσω να στεγνώσω. «Χάβωσα» όταν είδα ένα ανθρώπινο «κφάρι».
Έπαιξα «τριότα», «ενηάρα», «φίτσια» με «αμάδα», «σκλαβάκια», «σέγκια», «γιαλάκα», «γρούνα»”.
(Απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο του Νίκου Κατσαρού «Οι αρχαιοελληνικές Ρίζες του Σαρακατσιάνικου Λόγου» όπως δημοσιεύτηκε στην ομάδα ΟΡΕΙΝΟΣ ΒΑΛΤΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ)

Στη φωτο ο Τόλης Δ. Μολώνης, πενήντα χρόνια τζιομπάνος, από τα Πράμαντα των Τζουμέρκων με τη γυναίκα του Χρύσω τον Ιούνιο του 1992, όπως τον απαθανάτισε ο Νίκος Καρατζένης.

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

1938, Δεκαπενταύγουστος – Θοδωριανίτισσες με τ’ ασημοζώναρα

Από αριστερά : Ιουλία Παπαδημητρίου (δασκάλα από το Βουργαρέλι), Μαριάνθη Κοντογιάννη, Αγνή Κομπορόζου, Σοφία Τσακωμένου, Ελισσάβετ Λακκοπούλου, Αικ. Παπαδημητρίου, Μαρίνα Τσιρογιάννη, Σπυριδούλα Μαντέλλου, Κική Χάιδου.

( Η φωτο είναι του Σπ. Μελετζή και οι πληροφορίες από το βιβλίο του κ. Σκουτέλα ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ ΑΡΤΑΣ, Αθήνα, 2006).

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΣΠΙΤΟΚΑΛΥΒΟ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ

———————–1932 : Σπιτοκάλυβο με σκεπή από άχυρα και τσατμά και δίπλα αχυροκαλύβα, σε ένα χωριό κοντά στην Άρτα όπως το αποθανάτισε με το φακό της η Doreen Canaday Spitzer, όταν πέρασε απ’ την περιοχή… ο τίτλος της φωτογραφίας στη συλλογή της είναι : Peasant village near Arta with thatched huts . Collection: Doreen Canaday SpitzerEdit

1313

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

“ΚΑΝΑΡΑΣ” : Η ΘΟΔΩΡΙΑΝΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ

Οι άσχημες καιρικές συνθήκες και η φτώχια ανάγκαζαν πολλούς Θεοδωριανίτες να ξεχειμωνιάζουν σε άλλα μέρη. Κατέβαιναν κυρίως στην περιοχή της Άρτας αλλά και αλλού, όπως στο Βόλο και στο Ξηρόμερο. .Όσο ο Άραχθος αποτελούσε το σύνορο, ως το 1913, δεν πήγαιναν μακριά και ξεχείμαζαν στα λόγκια γύρω απ’ την Άρτα, με κυριότερα στέκια τα Κομίτσιανα, το Πλατανόρεμα, το Πουρνάρι, το Θεοτοκιό, το Καραμούτσι κ.α. Ακόμη και σήμερα σώζονται μερικά τέτοια Θοδωριανίτικα στέκια. Εκεί έστηναν τα κονάκια τους, το νοικοκυριό τους, βοσκούσαν τα κοπάδια τους και με τα μουλάρια τους ή ζαλιγκωμένοι κουβαλούσαν καυσόξυλα και τα πουλούσαν στην Άρτα για τις ασβεσταριές, που ήταν αρκετές τότε στην περιοχή. Δυνατότητα για κάποιο μεροκάματο στον κάμπο τότε δεν υπήρχε, γιατί πέρα απ’ τον Άραχθο ήταν τούρκικο.
Ύστερα από το 1913 που δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις για απασχόληση στον κάμπο της Άρτας, οι πιο πολλοί Θοδωριανίτες – εκτός απ’ τους κτηνοτρόφους- κατέβαιναν στην Άρτα. Εκεί άρχιζαν να στήνουν τα αχυροκαλύβια τους με καλάμια και άχυρα, ανάμεσα στα βράχια της Βαλαώρας, σε σχήμα τρούλου (σούρλας), γι αυτό τις έλεγαν και σουρλωτές ή σουρλοκαλύβες. Εκεί, σε ένα χώρο 12-15 τετραγωνικών μέτρων ζούσαν πολύτεκνες οικογένειες των 8 και παραπάνω ατόμων. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στη θέση Καναράς (γι αυτό τους έλεγαν και Καναριώτες), ανάμεσα από τον αμυντικό στρατώνα στο λόφο της Περάνθης, το μοναστήρι της Αγίας Φανερωμένης και το εβραϊκό νεκροταφείο, ενώ στη δυτική πλευρά προς το γεφύρι, ήταν τα Μελισσουργιώτικα και στα βόρεια τα Πραμαντιώτικα.
Απ’ τους πρώτους που εγκαταστάθηκαν στον Καναρά ήταν οι Τατσαίοι, οι Τζουβαραίοι, οι Φακαίοι κι οι Κολτουκαίοι. Σιγά σιγά άρχισαν να παραχειμάζουν εκεί όλο και περισσότεροι μέχρι που λίγο πριν τον πόλεμο του 1940, ο Καναράς έγινε ένα είδος μόνιμου χειμαδιού. Σκέψη για μόνιμη κατοικία στον Καναρά δεν υπήρχε ακόμη , γιατί έκανε θραύση η ελονοσία κι όλοι περίμεναν την άνοιξη ν’ ανοίξει ο Σταυρός για να γυρίσουν στο χωριό που διατηρούσαν και το χειμώνα τα ζωντανά. Έτσι, μια κι ο Καναράς έγινε μόνιμο χειμαδιό, εκτός απ’ τα σουρλωτά αχυροκάλυβα, άρχισαν σιγά σιγά να εμφανίζονται και τα σπιτοκάλυβα. Αυτά ήταν ένα είδος σπιτιού με τοίχους από τσατμά με καλάμια και λάσπη απ’ το κοκκινόχωμα του Καναρά και σκεπή αχυρένια σε δυό πλάκες που ενώνονταν με καβαλάρη. Μόνο ο Δήμο- Λιούκας είχε σπίτι με πέτρα και κεραμίδια του ενός δωματίου……

Απόσπασμα από άρθρο του κ. Κώστα Τζαλοκώστα για τον Καναρά, όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του κ. Σκουτέλα ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ ΑΡΤΑΣ, Αθήνα, 2006. Στη φωτο η Ελένη Τασιά έξω από το καλύβι της στον Καναρά από τη συλλογή του Π. Λάκκα, στο ίδιο βιβλίο) 

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

ΠΙΣΤΙΑΝΑ ΑΡΤΗΣ

1968 : ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ ΠΙΣΤΙΑΝΩΝ
Το χωριό Πιστιανά (Νέας Ελλάδας) είχε τρία σχολεία : ένα στα Πλατάνια ( που εικονίζεται στη φωτογραφία), ένα στο κέντρο των Πιστιανών, δίπλα στην εκκλησία και ένα στον συνοικισμό Ποτιστικά που σήμερα έχει σκεπαστεί από τα νερά του Αράχθου. Σήμερα δεν έχει κανένα.

——————-

1960ς :Τρεις συνάδελφοι δάσκαλοι, που υπηρέτησαν στα τρία σχολεία των Πιστιανών για αρκετά χρόνια στις δεκαετίες 1960-70. Αριστερά ο κ. Γιώργος Καρράς που υπηρέτησε στα Πλατάνια, στο κέντρο ο κ. Θανάσης Βούλγαρης, που υπηρέτησε στο σχολείο του κέντρου και δεξιά ο κ. Μπάμπης Ανυφαντής που υπηρέτησε στο σχολείο των Ποτιστικών. Εδώ διασκεδάζουν στο πανηγύρι του Αγίου Κωσταντίνου στο χωριό. (Φωτο από συλλογή Α. Καρρά)

Δημοσιεύθηκε στη Στο δρόμο προς το Ξηροβούνι | Σχολιάστε