—————–

1931 – ΑΕΤΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΩΝ : Κώστας Χαρίσης, Ευάγγελος Γκονέζος, Γεώργιος Γκονέζος, Αλέκος Πλάκας, Κωσταντής Μαστρογιάννης, Κώστας Μποτσώλης (Αίλουρος), …….Μαστρογιάννης (Φωτο κ έρευνα κ. Κ. Μπανιάς)
—————–

1931 – ΑΕΤΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΩΝ : Κώστας Χαρίσης, Ευάγγελος Γκονέζος, Γεώργιος Γκονέζος, Αλέκος Πλάκας, Κωσταντής Μαστρογιάννης, Κώστας Μποτσώλης (Αίλουρος), …….Μαστρογιάννης (Φωτο κ έρευνα κ. Κ. Μπανιάς)
1953, Ιούνιος. Στα εγκαίνια του Εθνικού Παναμβρακικού Σταδίου Παίκτες Ολυμπιακού Άρτας : Ιωάννης Νικολάου (Παλιούρας), Αλέκος Πλάκας, Ευάγγελος Μιμιγιάννης και ο μικρός Γεώργιος. Ι. Γιώτης (Φώτο κ έρευνα κ. Κ. Μπανιάς)

1939 : Οικογένεια Τρομπούκη στους Μελισσουργούς. Αριστερά ο Δημήτριος Τρομπούκης, δίπλα ο γιος του Χαράλαμπος, η σύζυγος του Κωσταντίνα Σταμάτη από τα Θεοδώριανα και τα παιδιά τους, ο Ιωάννης, που πέθανε βρέφος και ο Δημήτριος, μετέπειτα Αντιδήμαρχος Αρταίων και Πρόεδρος και Γραμματέας του Ε. Κ. Άρτας.
(Φωτο από το Αρχείο του κ. Σπυρίδωνα Αθαν. Τρομπούκη, Έρευνα κ. Κ. Μπανιά)


H προτομή του ποιητή Κώστα Κρυστάλλη στην Άρτα πριν μεταφερθεί, σε φωτο από Συλλογή Βήχα.

Στα Τζουμέρκα, με τις τόσο σκληρές καιρικές συνθήκες, την πρώτη θέση είχαν τα ενδύματα εκείνα που θα μπορούσαν να ζεστάνουν περισσότερο. Να πως περιγράφεται η γυναικεία φορεσιά στο βιβλίο “ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ”
“Μαντήλια από λεπτό ύφασμα βαμβακένιο,
εσκέπαζαν των πιο εύπορων μαλλιά της κεφαλής τους.
Και τις γριές τις έβλεπες με μακριά μαντήλια,
Πού’ χαν το χρώμα τ’ ουρανού, στις πιο πολλές το μαύρο.
Κι οι νιότερες, οι άγαμες έδεναν το τσεμπέρι,
Μαντήλι λεπτούφαντο με σύμπλεγμα ανθέων,
Μ’επίχρυσα τεχνήματα και μ’αργυρά στολίδια,
Συνόδευε στις πλάτες τους τις μακριές πλεξίδες.
Πλεχτή φανέλα ολόλευκη ζέσταινε το κορμί τους.
Δίμτενα και αμάνικα και λουλακί βαμμένα
Ήτανε τα σεγκούνια τους τα λέπτο υφαμένα.
Σιγά σιγά με τον καιρό άλλαξε η ραφή τους,
Ήρθε ο σάκος ο κοντός , το όμορφο πολκάκι*,
Η ζακέτα η ευρύχωρη από μαλλί ή φέλπα*,
Που τέλειωνε στη μέση της σε ζώνη υφασμένη,
Σε ζώνη άλλοτε αργυρά με τις μεγάλες πόρπες,
Στη μέση απ’ όπου κρέμονταν* και τα φουστάνια*
Που φτάνανε και κάλυπταν πιο κάτ’ από το γόνα,
Ώστε να μην σκεπάζουνε τις κάλτσες, τα τσουρέπια,
Που’ χανε ξόμπλια κεντητά, πλουμίδια μεταξένια
Και που σφιχτά τα κράταγαν στα πόδια οι καλτσοδέτες.
Κι οι πιο μεγάλες έριχναν στους ώμους τους εσάρπες,
Τα σάλια, που τα πλέκανε οι κόρες και οι μάνες.”
Πολκάκι : κοντό σακάκι υφασμάτινο, σφιχτό στη μέση
Φέλπα : βελούδινο ύφασμα
Ποδιά : πεποικιλμένη με έγχρωμες κλωστές
Φούστα, φουστάνι : βαθύ κυανόμαυρο, οι δε νιότερες ποικιλούφαντο και χρώμα της αρεσκείας τους.
(Από το βιβλίο ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ ΑΡΤΑΣ, Έκδοση Κοινότητας Θεοδωριάνων, Αθήνα,2006)
Στη φωτογραφία η κ. Σταμάτη με παραδοσιακή Τζουμερκιώτικη φορεσιά στις 3 Ιανουαρίου 1958, σε κεντρικό ξενοδοχείο των Αθηνών, στη γιορτή του Ξενιτεμένου Ηπειρώτη. (Φωτο από συλλογή Ε. Πλεύρη)

Η εγκατάσταση του αρματολού δεν ήταν απλό πράγμα. Η τοπική αρχή εισηγούνταν τον διορισμό αρματολού. Η εισήγηση γίνονταν στην αρμόδια υπηρεσία που είχε έδρα την Κωνσταντινούπολη, κι όταν εγκρίνονταν ο διορισμός γίνονταν τελετή εγκατάστασης μπροστά στο μεκχεμέ (δικαστήριο). Ο προσκυνημένος κλέφτης δήλωνε μπροστά στους κοτζαμπάσηδες, τον κατή και το μουσελίνι, το «ιταάξι» (την υποταγή)κι έπαιρνε το «μουρασελέ» (διορισμό). Ο κατής του έδινε το πανωφόρι της τιμής (καπότο), του εύχονταν όλοι «καλή φύλαξη» και πήγαινε στην έδρα του επίσημα. Λέγονταν καπετάνιος κι είχε τους υπασπιστές του και τα παλληκάρια του κι ένα πρωτοπαλλήκαρο.
Οι ομάδες φύλαξης λέγονταν «μάγγες», ήταν ανάλογες με την έκταση της περιοχής και μισθοδοτούνταν απ’ αυτή. Σύμφωνα με τον Φίνλεϊ οι αρματολοί ήταν συγκροτημένοι στα πρότυπα της πατριάς με κληρονομική διαδοχή των αρματολικιών τους.
Οι τοπικές αρχές μπορούσαν να διορίσουν «οπλαρχηγό», με περιορισμένες αρμοδιότητες κι αυτόν τον διόριζε ο Τούρκος πρόκριτος, δηλαδή ο «αγιάν».Αυτός ήταν ένας φύλακας του δερβενιού.
Οι αρματολοί και τα αρματολίκια αποτελούσαν μια νέα τάξη μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ήταν απαλλαγμένοι από φορολογία και οπωσδήποτε θα είχαν αναλάβει απέναντι στον κατακτητή ορισμένες υποχρεώσεις όπως η τήρηση της τάξης κυρίως σε δασώδεις και δυσπρόσιτες περιοχές. Ο αρματολός ασφαλίζοντας τις κλεισούρες, βοηθούσε τον κατακτητή να εισπράττει ελεύθερα τη φορολογία από τους κάμπους. Πολύ συχνά όμως ο ραγιάς κυνηγημένος εύρισκε καταφύγιο στον αρματολό με τον οποίο ο κλέφτης σιγά σιγά ανέπτυξε αγαθές σχέσεις. Στο στάδιο αυτό της αλληλοϋποστήριξης, μπορεί να ιδεί κανείς τα αρματολίκια σαν στρατιωτικές σχολές και στρατόπεδα όπου γυμνάζονταν οι Έλληνες και μάθαιναν την τέχνη του πολέμου. Πολλές φορές οι Τούρκοι και οι κοτζαμπάσηδες (οι οποίοι ζητούσαν από παντού μοιράδι), επενέβαιναν και εξευτέλιζαν τον αρματολό. Ο δρόμος τότε ήταν ανοιχτός για το βουνό….
(Πηγή : ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΗΠΕΙΡΟΣ, Ν. Ζιάγκος, Αθήνα 1974)
(Ηπειρώτης Αρματολός, Φωτο από διαδίκτυο)

1938 : Ιερά μονή Αγίου Γεωργίου. Εβραίοι και χριστιανοί γλεντάνε. Εδώ το ζεύγος Χατζή χορεύει με χριστιανούς φίλους στην αυλή του Μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου στο Βουργαρέλι Άρτης, στα Τζουμέρκα.
Φωτό από αριστερά: Νίκη Μεθόδιου, Μωυσής Χατζής, Ερνέστα σύζυγος Μωυσή Χατζή, άγνωστη, Αρτεμισία Αλίβερτη, Θωμάς Μεθόδιος, Σοφία Τσαλαπάτη, άγνωστος.
(Φώτο από το βιβλίο του Κ. Τσιλιγιάννη “Η Εβραϊκή Κοινότητα της Άρτας”, Θεσσαλονίκη, 2004)

Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου “όπου τον Ιούλιο του 1821 οι οπλαρχηγοί των Τζουμέρκων και Ραδοβυζίων εκήρυξαν την Επανάστασιν υψώσαντες την Σημαίαν, υπό τας ευλογίας του ηγουμένου της Μονής Χριστοφόρου. Ειναι λοιπόν η Μονή του Αγίου Γεωργίου Δροσοπηγής, η Αγία Λαύρα της περιοχής”.
(Φώτο και σχόλιο από ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΥΚΩΜΑ ΝΟΜΟΥ ΑΡΤΗΣ,1971)

——————
Στη μέση με τις ριγωτές μπλε φανέλες οι Άσσοι του Παναμβρακικού : 1.Λέανδρος Παπακίτσος 2.Σωτήρης Συγγούνας 3.Δημήτρης Συγγούνας 4.Δημήτρης Κ. Στρεβίνας 5.Αντρέας Καναβάτσας, 6.Κ.Τοπουλίδης 7.Αντρέας Μπανταλούκας. Όλα τα ονόματα στο σχόλιο που ακολουθεί. (Φωτο και έρευνα κ. Κ. Μπανιά)

Και τα ονόματα……

——————–
Στα χρόνια του Σουλεϊμάν Α’, ιδρύθηκαν στην Ελλάδα μια σειρά από αρματολίκια. Στην επαρχία της Άρτας δυο ήταν τα αρματολίκια που αναγνώρισε η τουρκική εξουσία: του Ραδοβυζίου και των Τσουμέρκων. Έδρα των τελευταίων ήταν η Χώσεψη και το Βουργαρέλι. Αρματολός των Τσουμέρκων κατά το 1750 καταγράφεται ο Δημήτριος Κουτελίδας ή Χωσεψίτης. Την ίδια εποχή αρματολός των Αγράφων ήταν ο Γερο Γιάννης Μπουκουβάλας, ο οποίος βοήθησε το ληστή Γιώργο Καλαντζή να εκδιώξει το Δημήτριο Κουτελίδα, να καταλάβει τα Τσουμέρκα και να αναγνωριστεί από τους Τούρκους αυτός ως αρματολός τους.
Η οικογένεια των Κουτελιδαίων αφού εκδιώχθηκε από το λήσταρχο Καλαντζή, παρέμεινε για πολλά χρόνια στη Σκουληκαριά και το Βάλτο. Όταν ο Καλαντζής ισχυροποιήθηκε, προχώρησε και κατέλαβε την περιφέρεια Ραδοβυζίου και απομάκρυνε από εκεί τους διάφορους οπλαρχηγούς του. Τις δυο αυτές περιφέρειες (Τσουμέρκων και Ραδοβυζίου) διατήρησε ο Καλαντζής μέχρι το 1770 όταν επιστρέφοντας από μια εκστρατεία για να διώξει τους Τούρκους από την Ακαρνανία όπου είχαν πάει για λεηλασίες, σκοτώθηκε στο χωριό Βελετζικό, από ένα Τούρκο που του είχε στήσει ενέδρα.
Τον Καλαντζή διαδέχτηκε στα δυο αρματολίκια ο Γερο- Καστανάς και μετά το θάνατό του, σε σύντομο χρονικό διάστημα, τον διαδέχτηκε στο αρματολίκι Τσουμέρκων ο γιος του Γεώργιος και στο αρματολίκι Ραδοβυζίου ο άλλος γιος του Αθανάσιος. Κατά το 1796 ο Γεώργιος Καστανάς αρρωσταίνει από οξύτατη ποδαλγία και φεύγει για την Πρέβεζα, αφού παραχωρήσει την οπλαρχηγία των Τσουμέρκων στο γαμπρό του, από αδελφή, Ασπροποταμίτη Κωνσταντίνο Πουλή, ταυτόχρονα δε ο αδελφός του Αθανάσιος παραχώρησε το αρματολίκι του Ραδοβυζίου στον ανηψιό του από άλλη αδελφή, Μανώλη.
Όταν κατά το 1804, ο Κων/νος Πουλής διευκόλυνε την ομάδα του Κίτσου Μπότσαρη να διαφύγει, μετά το χαλασμό της Μονής του Σέλτσου, ο Αλή Πασάς τον καθαιρεί από αρματολό και τότε το μεγαλύτερο τμήμα του Ραδοβυζίου παραχωρήθηκε στο Γώγο Μπακόλα. Την ίδια εποχή το αρματολίκι των Τσουμέρκων παραχωρήθηκε στο Νικόλαο Κουτελίδα, γιο του Δημητρίου Κουτελίδα.
Γνωστά παιδιά του Νικολάου Κουτελίδα ήταν οι δυο οπλαρχηγοί της Επανάστασης, Μήτρος και Γιαννάκης και οι δυο κόρες εκ των οποίων η μία παντρεύτηκε τον Γιακουβάκη Στουρνάρη, ξάδελφο του αρματολού του Ασπροποτάμου Νικολάου Στουρνάρη και η άλλη τον Δημήτριο Κυρτσιά, κατόπιν ιερέα από το Θεοδώριανα.
Σύμφωνα με τον Νικόλαο Τόσκα («Χώσεψη, συμβολή εις την λαογραφίαν μας, Αθήναι 1864») τα παιδιά του Νικολάου Κουτελίδα γεννήθηκαν στη Σκουληκαριά κατά την περίοδο της εξορίας της οικογένειάς τους εκεί. Το 1812 πεθαίνει ο Νικόλαος Κουτελίδας και το αρματολίκι των Τσουμέρκων περνάει στα χέρια του πρωτότοκου γιου του Μήτρου, ο οποίος στο μεταξύ είχε παντρευτεί την αδελφή του Γώγου Μπακόλα απ’ την Σκουληκαριά. Ο Γιαννάκης παντρεύτηκε την Κωνσταντινιά Οικονόμου της οικογένειας Αναγνώστη Οικονόμου από την Σκουληκαριά επίσης. Άλλη αδελφή του Γώγου Μπακόλα ήταν παντρεμένη με τον Στέργιο Νικ. Στουρνάρη. Με το κύκλωμα αυτό των γάμων, η οικογένεια Κουτελίδα από την Χώσεψη απέκτησε ισχυρούς συγγενείς-συμμάχους τόσο στο Ραδοβύζι όσο και στον Ασπροπόταμο που ήταν το αρματολίκι των Στουρναραίων κι έτσι, την περίοδο της Επανάστασης γίνεται ισχυρός παράγοντας του αγώνα.
Το 1818, ο επικεφαλής της οικογένειας των Κουτελιδαίων Μήτρος, γενναίος και θερμός πατριώτης, έχοντας στο πλευρό του τον νεώτερο αδελφό του Γιαννάκη, γενναίο και σκληρό πολεμιστή, είναι από τους πρώτους στην περιοχή που μυήθηκαν στο μυστικό της Φιλικής Εταιρείας, μαζί με τον Μακρυγιάννη, Γώγο Μπακόλα, Γεώργιο Τσαρακλή (αρματολό Νέων και Παλεών Πιστιανών και Μπρένιστας) και αργότερα και άλλους. Κατά την περίοδο αυτή, όλοι οι προαναφερθέντες, μαζί και άλλοι, φρόντιζαν να αγοράζουν όπλα και πολεμοφόδια, κυρίως από την Άρτα, και να τα κρύβουν. Γράφει ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του:
«τα κρύβαμε εκεί οπούχαμε το μπαρούτι και εις τα ταβάνια των σπιτιών μας και αρματώναμε τους Επτανησιώτες και άλλους και τους δίναμε και πολεμοφόδια και τους καπεταναίους όθεν έκανε χρείαν δίναμε και των ιδίων καπεταναίων».
Όπως λέει η παράδοση, οι καπεταναίοι των Τζουμέρκων και Ραδοβυζίων Γώγος Μπακόλας, Κουτελιδαίοι, Μάρκος Μπότσαρης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Ιωάννης Ράγκος, Κουτσονίκας και Ίσκος συγκεντρώθηκαν τον Ιούλη του 1821 στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Βουργαρελίου και κήρυξαν την Επανάσταση στα Τζουμέρκα και Ραδοβύζια, “υψώσαντες τη σημαία υπό τας ευλογίας του ηγουμένου της Μονής”.
(Πηγές :
1.ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΚΟΥΤΕΛΙΔΑΣ, ΦΗΜΙΣΜΕΝΟΙ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΙ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ Δ. Καρατζένης, Αθηνα, 1985
2. ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ . Παρουσίαση-σχόλια Δημήτρη Φωτιάδη. Εισαγωγή-επιμέλεια Έλλης Αλεξίου. Πρόλογος Γιάννη Βλαχογιάννη. «Ιστορικές Εκδόσεις 1821)
Στη φωτογραφία το μπουγιουρντί του Μεχμέτ Ρεσίντ, που διορίζει τον Μήτρο Κουτελίδα Αρματολό των Τσουμέρκων στις 23 Δεκεμβρίου 1821. (Πηγή : e-oikodomos.blogspot).
