1964-65 : Μια παρέα φωτογραφίζεται στην Πλατεία Σκουφά, με φόντο την Παρηγορήτισσα. Από αριστερά : Κωστ. Μπανιάς, Βασ. Παππάς, Μιχ. Νικάκης και Τάκης Μασσαλής.
(Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά)

1964-65 : Μια παρέα φωτογραφίζεται στην Πλατεία Σκουφά, με φόντο την Παρηγορήτισσα. Από αριστερά : Κωστ. Μπανιάς, Βασ. Παππάς, Μιχ. Νικάκης και Τάκης Μασσαλής.
(Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά)

——————-
18-2-1952 : H Διοργανωτική Επιτροπή Αποκριάς αποτελούμενη από εκπροσώπους φορέων και σωματείων της πόλης της Άρτας αποστέλλει έγγραφο προς τον Δήμο Άρτας, ζητώντας οικονομική ενίσχυση για την διοργάνωση του εορτασμού της αποκριάς και την βράβευση των τριών καλύτερων αρμάτων. (Από το Aρχείο Δήμου Αρταίων)

1970ς : Πανηγύρι στους Μελισσουργούς. Το χορό σέρνει ο μπάρμπα Γιάννης Θεοδώρου και ακολουθούν ο κ. Δ. Ρίζος, δικαστικός και ο κ. Δ. Τσοβόλας, δικηγόρος και πρώην βουλευτής ΠΑΣΟΚ. (Από τη συλλογή Ε.Κ.)

“Πρώτα ξεκινάει το καγκελάρι, τραγουδιέται με το στόμα και χορεύεται από δύο κύκλους, έναν αντρικό, εξωτερικά κι έναν γυναικείο, εσωτερικά. Φαίνεται και το γυναικείο πόδι στην φωτογραφία. Στο καγκελάρι, χόρευε ο παππούς μου μπροστά, κατά παράδοση, ο μπάρμπα Γιάννης. Στο καγκελάρι οι χορευτές κρατιούνται αγκαζέ ο ένας με τον άλλο, σφιχτοπλεγμένοι. Ο πρώτος του χορού κάνει τις στροφές, το διπλοκάγκελο ” συ που σερνεις τον χορό κάνε διπλοκάγκελο, κι είμαι ξένος και θα ιδώ και θα πάω να μολογώ…” Μετά παίρνει την παράκληση να ισιώσει τον χορό ” τώρα σιάσε τον χορό…” και όλοι επανέρχονται στην αρχική τους θέση. Τότε αρχίζει το “Μαρία λεν την Παναγιά”. Σηκώνονται τα όργανα και ακολουθούν τους χορευτές, μια γύρα στον χώρο και κατόπιν αρχίζει το πανηγύρι. Εδώ η φωτογραφία είναι αφού έχει τελειώσει το καγκελάρι και ο παππούς χορεύει την Μαρία. Είναι όμως ίδια η παράταξη των χορευτών. Φαίνονται και τα γυναικεία πόδια στον εσωτερικό κύκλο.” Σχόλιο κ. Ελένης Θεοδώρου.
————–
1954 : Η Δ’ τάξη του 2ου Δημοτικού Σχολείου Άρτας (παιδιά που γεννήθηκαν 1943-44) με την δασκάλα τους κ. Νίκη Μεθόδιου. Η φωτο είναι από το Αρχείο του κ. Ι. Στόγια όπως την επιμελήθηκε ο κ. Κ. Μπανιάς.


———————–
Το κάστρο είναι χτισμένο πάνω στο τείχος της αρχαίας Αμβρακίας, το οποίο ήταν κατασκευασμένο από τεράστιες πέτρες που προκάλεσαν την προσοχή των περιηγητών. Παλιότερα ο Κυριάκος ο Αγκωνιάτης (15ος αιώνας) και αργότερα πολλοί νεότεροι περιηγητές θαύμασαν το μέγεθός τους. Υπάρχει πέτρα μήκους 5,35 μ. ύψους 2μ. και πλάτους 0,95 μ. Οι πέτρες είναι άψογα τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, έτσι ώστε ο Ορλάνδος να υμνεί την “αισθητική πειθαρχία” των αρχαίων.
Στη φωτο οι τεράστιες πέτρες του τείχους της αρχαίας Αμβρακίας στην ανατολική πλευρά του κάστρου από φωτο άγνωστου δημιουργού (Πηγή Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών).

——————————
Η επί της όχθης του Αράχθου ανατολική πλευρά του κάστρου της Άρτης, από την οποία το κάστρο ήταν αδύνατο να προσβληθεί.
Μια ακόμη πανέμορφη καρτ- ποστάλ από το Αρχείο της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών, άγνωστου δημιουργού.

————————–
Πρέπει να χτίστηκε γύρω στα 1230 μ.Χ., γιατί το 1227 που ο Μιχαήλ Β’ Δούκας παντρεύτηκε την Αγία Θεοδώρα, η Άρτα, όπως γράφει ο βιογράφος της, ήταν ατείχιστη. Στα χρόνια του διαδόχου του Μιχαήλ ήταν κτισμένο, καθώς αναφέρεται στο Χρονικό του Μορέως. Τοποθετημένο στο βορειοανατολικό τμήμα της πόλης, περιβάλλει τον εκεί χαμηλό λόφο. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι για την διευκόλυνση διαφυγής των κατοίκων προς το κάστρο, οι περισσότεροι δρόμοι της παλιάς πόλης οδηγούσαν σ’αυτό.
Στη φωτο άποψη της βόρειας πλευράς του κάστρου από το αρχείο της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών. Εδώ ο δημιουργός της καρτ-ποσταλ χαρακτηρίζεται ως άγνωστος, ωστόσο στο σχόλιο θα δείτε την ίδια κάρτα όπου ως εκδότης αναγράφεται ο Σαλομων Χατζής.


“Το Γιοφύρι της Άρτας ήταν σύνορο ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία απ’ το 1881 μέχρι το 1912. Από δω , στ΄ανατολικά του Γιοφυριού, η ελληνική σημαία. Από κει, στα δυτικά, η τούρκικη.
Στα δυο άκρα του Γιοφυριού υπήρχαν καγκελωτές πόρτες που το βράδυ έκλειναν. Μόλις έδυε ο ήλιος, απ’ την μεριά των Τούρκων ακουγόταν ένα μπουρί- ένα σάλπισμα καθορισμένο- και έκλεινε η πόρτα, για να ξανανοίξει με την ανατολή του ήλιου.
Οι Αρτινοί που είχαν δουλειές στο τούρκικο, είχαν πασαπόρτι για ένα μήνα με πληρωμή, κι όσοι είχαν μαγαζιά στο μαχαλά του Γιοφυριού, στην τούρκικη μεριά, έπρεπε να περνάνε το γεφύρι φορώντας κόκκινα φέσια.’Ετσι, πρωί-πρωί, πέρναγαν με τα φεσάκια τους οι Μιχαλαίοι, ο Μάρκος Γαρουφαλιάς, ο Βασίλης Λαλάκος κι άλλοι πολλοί που είχαν μαγαζιά με υφάσματα στο τούρκικο, κι έκαναν χρυσές δουλειές, γιατί εκεί ψώνιζε όλος ο κάμπος.
Απ’ την μεριά των Τούρκων υπήρχε μεγάλη φτήνεια σ’όλα τα είδη. Δεν ξέρω γιατί. Ήταν αφορολόγητα? Τόκαναν για προπαγάνδα? Πάντως οι Αρτινοί έμπαιναν στον πειρασμό με κίνδυνο της ζωής τους να κάνουν λαθρεμπόριο, ν’αγοράσουν διάφορα είδη στο τούρκικο με λίγα χρήματα , να τα περάσουν παράνομα στο ελληνικό και να τα μοσχοπουλήσουν.
Άλλοι πέρναγαν τα λαθραία τη νύχτα, μέσα απ’ το γιαλό, ακόμα και με άλογα. Άλλοι που πέρναγαν λίγα πράγματα, προσπαθούσαν να τα περάσουν κρυμμένα απάνω τους ή σε καλάθια. Γι’ αυτό μόλις πέρναγαν στο ελληνικό τους γινόταν έρευνα. Υπήρχε εκεί ένας σταθμός. Τους άντρες τους έψαχναν οι χωροφύλακες, τις γυναίκες, γυναίκα. Για ένα διάστημα υπηρέτησε εκεί η Καλαμπάκου, που δεν έκανε χατήρια. Ήταν πολύ αυστηρή, σωστός διάολος. Αν βρισκόταν το λαθραίο, κατασχόταν. Και στους άντρες έβαζαν πρόστιμο. Στις γυναίκες- – πού έκρυβαν στ’ απόκρυφά τους κανένα μεταξωτό – τους έβγαζε η γυναίκα – φύλακας το βρακί και το κρέμαγε στον πλάτανο (το γνωστό πλάτανο του Αλή -Πασά) για ρεζίλεμα.
Στο Γιοφύρι είχαν το στέκι τους πολλοί αρβανίτες Γκέκηδες, που πουλούσαν χαλβάδες, μπιρμπίλια υπέροχα, στραγάλια, λουκούμια λουρίδες του ενός μέτρου μάκρος και πέντε πόντων πάχος, σε τρία χρώματα, ροζ, άσπρο, θαλασσί. Μ’ ένα δίλεπτο έπαιρνες περισσότερο από πιθαμή. Γι’ αυτό, μόλις κονομάγαμε κανένα δίλεπτο, γραμμή για το Γιοφύρι και χορταίναμε ζαχαρωτά. Οι γκέκηδες φτιάναν ακόμα τον “μπουζά” το καλοκαίρι, ένα πολύ ωραίο δροσιστικό ποτό, περιζήτητο τότε που δεν υπήρχαν ψυγεία και πάγος. Και το χειμώνα μέχρι το Πάσχα, φτιάναν το υπέροχο σαλέπι τους”.
(Μια γλαφυρότατη περιγραφή του Λεωνίδα Βλάχου , όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τομ. ΤΣ’, τχ. 56-57, 1980)
Στη φωτο το μεθοριακό φυλάκιο και το τελωνείο που χτίστηκε από τους Τούρκους αμέσως μετά την παραχώρηση της Άρτας στο Ελληνικό κράτος το 1881 και υφίσταται μέχρι σήμερα, λειτουργώντας σαν λαογραφικό μουσείο …Αριστερά το τελωνείο και δεξιά το φυλάκιο με τις πολεμίστρες …
(Η φωτογραφία του E. Labranche, σε έκδοση του Μουσείου φωτογραφίας “Χρήστος Καλεμκερής” του Δήμου Καλαμαριάς, όπως δημοσιεύτηκε από τον κ. Βασίλειο Χολέβα στην ομάδα “Παλιές φωτογραφίες Άρτας”)

Ο γαμπρός Κωσταντίνος Πλεύρης με το συγγενολόι στο δρόμο για την εκκλησία( Φωτο από συλλογή Ελένης Πλεύρη)

Η νύφη, Κωνσταντίνα Σταμάτη, βγαίνει από το σπίτι της πλαισιωμένη από τα αδέλφια της. Από αριστερά ο Κωνσταντίνος Βασιλείου Σταμάτης, δικηγόρος, ο Δημήτριος Βασιλείου Σταμάτης, ναυπηγός, ο Γεώργιος Βασιλείου Σταμάτης. τσέλιγκας, ο πατέρας της νύφης, Βασίλειος Μητρογιάννης ή Σταμάτης μεταγενέστερα και ο Ιωάννης Τσιρογιάννης, ιατρός. Πίσω στη τελευταία σειρά βρίσκονται ο Δημήτρης Χρ. Τζαδήμας και ο αδερφός του Βασίλης (πρόεδρος του χωριού για πολλά χρόνια). Ακριβώς πίσω από τον γιατρό Τσιρογιάννη βρίσκεται η Φωτεινή Τζαδήμα.(Από τη συλλογή της Ελένης Πλεύρη)

1942 : Το Ιταλικό Μηχανικό κατασκευάζει πλωτή γέφυρα στον Άραχθο ( Φωτο απο το βιβλίο Η ΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ του Κ. Βάγια, Άρτα, 2004)

30 Απριλίου 1942 : “ Σήμερα ετερματίσθη η κατασκευή της δευτέρας γέφυρας Αράχθου πλάι από την αρχαίαν γέφυραν την οποίαν κατασκεύασαν οι Ιταλοί διά να περνούν τα τανκς, βαρέα πυροβόλα, αυτοκίνητα κτλ.” Σημείωση στο Ημερολόγιο του Παπά Σταύρου Παπαχρήστου, ο οποίος κατέγραφε τις “ενθυμήσεις” του που αφορούν τη διάρκεια της κατοχής στην Άρτα, στις τελευταίες σελίδες του Ευαγγελίου του Ιερού Ναού του Αγίου Δημητρίου.
Στη φωτογραφία από το βιβλίο του κ. Βάγια, η πλωτή γέφυρα των Ιταλών δίπλα στο ιστορικό γεφύρι.

———–
1948-49 : Νεαροί Αρτινοί, γεννηθέντες το 1931-32, σε αναμνηστική φωτογραφία στην είσοδο του Α’ Γυμνασίου Άρτας (Από συλλογή Ρ.Κ.)
