1970 : ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΜΠΑΙΚΟΥΣΗ ΣΤΟ ΜΟΥΧΟΥΣΤΙ ΑΡΤΑΣ

Η συνοικία Beykus στην Άρτα απαντάνται ήδη στα μισά του 18ου αιώνα στα γαλλικά αρχεία, όπου ο Αχμέτ Κούρτ πασάς χτίζει σεράι.
Οι αδελφοί Μπαικούση, που μάλλον πήραν το όνομα από παραφθορά της Τούρκικης λέξης από Μπεηκούς σε Μπαικούς, ήταν Αρτινοί, ιδιοκτήτες του καφενείου, με καταγωγή μάλλον από Καλαρρύτες… . Ήταν ένα όμορφο στέκι των ανθρώπων του κάμπου. Εκεί έδιναν ραντεβού οι εργάτες πριν φύγουν για να κόψουν πορτοκάλια. Μπροστά διακρίνεται το περίπτερο όπου τελευταίος ένοικος ήταν ο Σεραφείμ Καρακώστας. Στο ίδιο σημείο πριν μερικά χρόνια φτιάχτηκε το μαγαζί Αερικό, το οποίο λειτούργησε κάμποσο καιρό με μουσικά σχήματα. Δυστυχώς το κτίριο σήμερα παραμένει κλειστό και αναξιοποίητο.

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

“Ο ΛΗΣΤΑΡΧΟΣ ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ”

Ο Βαλτινός καραγκιοζοπαίχτης Γιάννης Ρούλιας από αγάπη για τον τόπο του εμπνεύστηκε την φιγούρα του Μπαρμπαγιώργου και έγραψε το έργο «Ο ΛΗΣΤΑΡΧΟΣ ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ»
Ο «Γιάννης Μπεκιάρης» φαίνεται να είναι ένα έργο παλιότερο από την κατηγορία των ληστρικών. Το έργο αποδίδεται στον καραγκιοζοπαίχτη Ρούλια, που έζησε στην περιοχή. Ο Μπεκιάρης ήταν από τον Κραβασαρά (Αμφιλοχία) και έδρασε στην περιοχή Βάλτου.Εμφανιζόταν με στολή Συνταγματάρχη και λήστευε πλούσιους, προίκιζε φτωχά κορίτσια, τα στεφάνωνε με πλούσια τσελιγκόπουλα, κυνηγούσε τους ληστές και τους κλέφτες, και όλα αυτά προσπαθούσε να τα κάνει ανώνυμα. Όταν τον ρωτάγανε πώς σε λένε, έλεγε: «Μη σε μέλει». Αρνιότανε ότι είναι ληστής και δήλωνε ότι χτυπά την αδικία και την κλεψιά, για να βοηθά τους φτωχούς.
Ο δημιουργός του έργου, Γιάννης Ρούλιας γεννήθηκε το 1872 στην Αμφιλοχία. Έδρασε σαν καραγκιοζοπαίχτης στην Αιτωλοακαρνανία, τη Δυτική Στερεά και την τουρκοκρατούμενη τότε Ήπειρο. Στην Αθήνα, είχε το θέατρό του στην περιοχή του Σταδίου, τουλάχιστον από το 1895, το οποίο λεγόταν Ο Μπαρμπαγιώργος. Φέρεται να συνεργάστηκε με το θρυλικό καραγκιοζοπαίκτη Μίμαρο (Δημήτρης Σαρδούνης ή Σαρντούνης). Στην Αθήνα, όπως λέγεται, γνώρισε την αποθέωση του κοινού. Σύμφωνα με τον τύπο της εποχής, τις παραστάσεις στο θεάτρο του Ρούλια παρακολουθούσε πλήθος πεντακοσίων ατόμων. O Ρούλιας υπήρξε ο σπουδαιότερος καραγκιοζοπαίκτης της ελληνικής πρωτεύουσας για μια δεκαετία, από το 1895 μέχρι το 1905, χρονιά του θανάτου του. Στην προφορική παράδοση της ιστορίας του ελληνικού Καραγκιόζη, ο Ρούλιας αναφέρεται ως ο δημιουργός της φιγούρας του Μπαρμπα-Γιώργου, του γνωστού φουστανελά τσέλιγκα. Αυτός τον επέβαλε στο αθηναϊκό κοινό, με τα χαρακτηριστικά του «τελειοποιημένα», μάλλον μετά από τον «ατυχή» πόλεμο του 1897 , στοχεύοντας στην ενίσχυση του ηθικού των Ελλήνων, που είχε τσαλακωθεί από την ταπεινωτική ήττα. Το ξυλοφόρτωμα του Βεληγκέκα , στον οποίο αποτυπωνόταν η συμπεριφορά του Τούρκου δυνάστη (αλλά και του Έλληνα «χωροφύλακα», συγκαλυμμένα), από τον ατίθασο Καραγκιοζοπαίκτη έκανε γρήγορα τον Μπαρμπα-Γιώργο ιδιαίτερα αγαπητό στο κοινό του Καραγκιόζη. Τραγουδούσε ο ίδιος στις παραστάσεις του. «…….Εγώ ανακάλυψα τον Μπαρμπαγιώργo… Τον Μπαρμπαγιώργo εγώ τον έβγαλα από την ψυχή μου, καλύτερα να πω, τον κουβάλησα από το χωριό μου, την πατρίδα μου. Ο Μπαρμπαγιώργoς είναι Ρoυμελιώτης, ρε, κι άμα δεν ξέρεις από Ρούμελη, Μπαρμπαγιώργo δεν καταλαβαίνεις».-ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ Γ.ΒΑΧΟΓΙΑΝΝΗ-ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΙΑ
Πέθανε το Μάρτη του 1905. Ο καραγκιοζοπαίκτης Παναγιώτης Μιχόπουλος υποστήριζε ότι μετά το θάνατο του, η γυναίκα του Ρούλια, μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα οικονομικά, έπαιζε η ίδια Καραγκιόζη χωρίς να το αντιλαμβάνεται το κοινό.
ΠΗΓΗ : https://tasosandriotis.blogspot.com/

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

“Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ”

Παλιότερα, τότε που η οικονομική δυνατότητα της χώρας ήταν άθλια, οι κοινότητες είχαν θεσμοθετήσει την επιβολή της Προσωπικής Εργασίας για την κατασκευή, βελτίωση και συντήρηση διαφόρων κοινωφελών έργων. Ο θεσμός υποχρέωνε τους ενήλικους κατοίκους της κοινότητας να προσφέρουν εργασία με δικά τους μέσα ( τσαπιά, αξίνες, φτυάρια, βαριοπούλες κτλ.) για την κατασκευή ή την βελτίωση των κοινοτικών έργων. Το Κοινοτικό Συμβούλιο καθόριζε τον αριθμό των υποχρεωτικών ημερών εργασίας, τα χρονικά όρια και το ύψος του ημερομισθίου ή του προστίμου που έπρεπε να πληρώσει εκείνος που για οποιοδήποτε λόγο δεν θα εκπλήρωνε την υποχρέωσή του. Κάθε ενήλικας άνδρας, έπρεπε να δουλέψει τα επιβεβλημένα μεροδούλια δωρεάν. Εξαιρούνταν βέβαια οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι στρατιωτικοί, αστυνομικοί και άλλα παραπλήσια επαγγέλματα, επίσης οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και οι ανήμποροι. Ο θεσμός ίσχυε μέχρι το 1982.
Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο της εφημερίδας «ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΓΝΩΜΗ» του 1956 με τίτλο, “Η Προσωπική εργασία”, το οποίο αναδείκνυε τις δυσκολίες των κατοίκων για την επιλογή της ακατάλληλης χρονικής περιόδου που είχε οριστεί η προσωπική εργασία :
«Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
Εις πολλά ορεινά και ημιορεινά χωριά υποχρεούνται οι κάτοικοι την εποχή αυτήν να διαθέσουν την προσωπική των εργασία σε διάφορα οδοποιητικά έργα για να ξεχρεωθούν από την αξία του χορηγηθέντος σε αυτούς σίτου και αραβόσιτου. Η εποχή όμως αυτή ύστερα από τις πολύμηνες κακοκαιρίες είναι περισσότερο κατάλληλη για την προετοιμασία των αγρών των και κήπων και τόσων άλλων εργασιών αναγκαίων για την καλλιέργεια. Είναι η πλέον κατάλληλη για τις δικές των γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες. Πότε θα εργαστούν στα χωράφια των, πότε θα καλλιεργήσουν όταν επί ημέρες θα είναι απασχολημένοι σε άλλες εργασίες για να πληρώσουν με την προσωπική των εργασία του λίγου αραβόσιτου, που έλαβαν; Η προσωπική των αυτή εργασία μπορεί να διατεθεί σε έργα σε άλλη εποχή, που οι εργασίες των για την καλλιέργεια και βελτίωση της παραγωγής των είναι λιγότερες.
Οι κάτοικοι των ενδιαφερομένων χωριών παρακαλούν τον κ. Νομάρχη όπως εκτιμήσει την κατάσταση κατά την οποία προέχει η προετοιμασία και καλλιέργεια των αγρών των και ας διατάξει σχετικώς». 

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Γαβριά Άρτης

————————-

1935 : “Κατασκευή αμαξιτής οδού εν Γαβριά διά προσωπικής των κατοίκων εργασίας” ( Φώτο απο ΛΕΥΚΩΜΑ ΝΟΜΟΥ ΑΡΤΗΣ, 1937)

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά στον Κάμπο της Άρτας | Σχολιάστε

ΚΟΜΠΟΤΙ, 1950ς

1950ς : Σχολή μοδιστρικής στο Κομπότι Άρτας της δασκάλας Κατερίνας Βαρέλη. Είναι η κυρία στο κέντρο με την μεζούρα στο λαιμό (Φωτο από ανάρτηση κ. Μ. Κ. στην ομάδα Παλιές Φωτογραφίες Λούρου)

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά γύρω από την πόλη | Σχολιάστε

ΤΟ ΜΟΥΧΟΥΣΤΙ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

——————

Στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας του ελλαδικού χώρου, τα περισσότερα εμπορικά πανηγύρια της Ηπείρου και της Θεσσαλίας γίνονταν κάθε Αύγουστο και Σεπτέμβριο.Στην΄Ηπειρο την εποχή εκείνη οι σπουδαιότερες εμποροπανηγύρεις ήταν των Ιωαννίνων, της Άρτας, της Κόνιτσας και της Παραμυθιάς. Οι εμποροπανηγύρεις αυτές, με εξαίρεση, ίσως, των Ιωαννίνων, είχαν τοπικό χαρακτήρα. Η κυκλοφορία των αγαθών στην τοπική, εσωτερική αγορά εκείνη την εποχή γινόταν με τρεις τρόπους: α) τη μόνιμη, καθημερινή αγορά (μαγαζιά), β) την εβδομαδιαία αγορά (παζάρι), και γ) την εμποροπανήγυρη. Οι εμποροπανηγύρεις ήταν αυστηρά οργανωμένες αγορές, ετήσιου χαρακτήρα, όπου συγκεντρωνόταν πλήθος εμπορευμάτων και εμπόρων, από γειτονικές ή μακρινές περιοχές, κατά τη διάρκεια διαφόρων μηνών του έτους. Οι εμποροπανηγύρεις συνέβαλλαν στη σύνδεση της οικονομίας πόλης-υπαίθρου, στην κυκλοφορία του νομίσματος και στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών.Ενδιαφέρον παρουσιάζει τοιχογραφία από το νάρθηκα της Μονής Βλαχερνών στην Άρτα (τέλη 13ου αιώνα), που απεικονίζει σκηνές υπαίθριας αγοράς και πλανόδιους εμπόρους, που πουλούσαν την πραμάτεια τους κατά τη διάρκεια της λιτανείας της εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας στην Κωνσταντινούπολη.Τον 18ο αιώνα η Άρτα ήταν το κέντρο μιας εύφορης αγροτικής περιοχής, που παρήγαγε άφθονο σιτάρι, καπνό, κερί, μετάξι, βαμβάκι, δέρματα, μαλλιά, ξυλεία, αυγοτάραχο από τον Αμβρακικό κ.ά.
Ο λόγιος Μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος μας πληροφορεί ότι στην Άρτα γινόταν από παλιά στη συνοικία Μουχούστιον εμπορικό πανηγύρι, που άρχιζε στις 14 Σεπτεμβρίου και έληγε στις 24 του ίδιου μήνα, όπου προσέρχονταν έμποροι και αγοραστές από διάφορες περιοχές της Ηπείρου. Μας πληροφορεί επίσης ότι κάθε Πέμπτη γινόταν παζάρι, δηλαδή εβδομαδιαία αγορά, τροφίμων και ενδυμάτων, για εξυπηρέτηση των κατοίκων. Η λέξη Μουχούστι είναι αρβανίτικη που σημαίνει εμποροπανήγυρη. Κατά μιαν άλλη εκδοχή προέρχεται από το τουρκοαραβικό Medhuseua, που σημαίνει ζωοπάζαρο. Στη συνοικία Μουχούστι της Άρτας, που βρισκόταν στα χρόνια της oθωμανικής κυριαρχίας απέναντι από το ναό της Παρηγορήτισσας, υπήρχαν τέσσερις νερόμυλοι και το έτος 1869 κρεοπωλεία και ιχθυοπωλεία. Επίσης κατά τη διάρκειά της γινόταν ζωεμπόριο, αλλά και εμπόριο αγροτικών, κτηνοτροφικών, καθώς και προϊόντων εισαγωγής. Τον 18ο αιώνα επίσης οι Βενετοί είχαν δείξει έντονο ενδιαφέρον για την εμποροπανήγυρη της Άρτας. Παρά τη μεγάλη διάδοση των εμποροπανηγύρεων κατά τον 18ο αιώνα, υπήρχαν και σημαντικά εμπόδια στη διεξαγωγή τους, που σχετίζονταν με τους κινδύνους μετάδοσης επιδημιών, κυρίως της πανούκλας, τις ληστρικές επιθέσεις, καθώς και τις τοπικές ταραχές. Στις περιπτώσεις αυτές το εμπόριο σταματούσε εντελώς ή συνεχιζόταν μειωμένο. Οι τόποι διεξαγωγής των εμποροπανηγύρεων είναι γνωστό ότι ήταν επιρρεπείς στη μετάδοση της πανούκλας. Πολλές φορές και η ίδια η πόλη της Άρτας ήταν επίκεντρο πανούκλας. Πόλη με στενά δρομάκια, υποτυπώδη ύδρευση από πηγάδια, βρύσες, ακάλυπτα κανάλια, αλλά και ανυπαρξία αποχετευτικού συστήματος, με λιμνάζοντα νερά από τις βροχοπτώσεις και τα λύματα των σπιτιών, αποτελούσε τόπο ανάπτυξης παθογόνων μικροοργανισμών, που προκαλούσαν συχνά επιδημίες. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Ανδρέα Μαρίνου, που μας πληροφορεί ότι τον Μάιο του έτους 1708, έμποροι από την Άρτα ξεκίνησαν φορτωμένοι με την πραμάτεια τους για την εμποροπανήγυρη στο Μοσχολούρι. Στο δρόμο έμαθαν ότι στο Μοσχολούρι είχε εκδηλωθεί επιδημία πανούκλας και επέστρεψαν στην Άρτα. Οι πρόκριτοι της πόλης, όμως, τους απομόνωσαν στο μοναστήρι του Θεοτοκιού, για να περάσουν το χρονικό διάστημα της καραντίνας (quarantina), που ήταν σαράντα μέρες.
Καθώς πέρναγαν τα χρόνια, γινόνταν μια σταδιακή μετατόπιση του χώρου διεξαγωγής της εμποροπανήγυρης.
Το ζωοπάζαρο παρέμεινε ως τη δεκαετία του 1960 στο «Μουχούστι», ενώ το εμπόριο των άλλων αγαθών μεταφέρθηκε έξω από το κάστρο, στα νοτιοανατολικά της πόλης σ’ ένα πλάτωμα, της οδού Άρτας-Ιωαννίνων.


Στη φωτογραφία “Ζωοπανήγυρη στην Ήπειρο”, David Seymour, 1950’s

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

ΤΟ ΜΟΥΧΟΥΣΤΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ (Μια προσωπική αφήγηση του Σωτήρη Σαρλή)

Κάποιος παλιός δικηγόρος της Άρτας έλεγε πως το όνομα Μουχούστι βγήκε από παραφθορά της λέξεως Αμμόχωστος. Κι αφού ονομάστηκε έτσι η συνοικία που απλώνεται στα νοτιοδυτικά της Παρηγορήτισσας μέχρι το παλαιό νοσοκομείο λόγω της ιδιομορφίας του ποταμού, ύστερα πήρε το όνομα αυτό και η εμποροζωοπανήγυρη που γίνονταν εκεί.
Ο Σεραφείμ Ξενόπουλος γράφει πως η συνοικία ονομάστηκε έτσι από τη Μονή Μουχουστίου Πλάκας του χωριού Ραφταναίοι, η οποία είχε κτήματα στη θέση αυτή.
Κατά την άποψη του Γιάννη Τσούτσινου, δεν έδωσε η περιοχή το όνομα στο πανηγύρι, αλλά το πανηγύρι στην περιοχή. Η λέξη Μιχούστι (όχι Μουχούστι) είναι Αρβανίτικη και σημαίνει εμποροπανήγυρη. Απ’ τους Αρβανίτες ονομάστηκε έτσι η συνοικία, γιατί σ’ αυτή γίνονταν το πανηγύρι. Κι η Παναγιά στο Μοναστήρι των Ραφταναίων ονομάστηκε κι αυτή Μουχουστιώτισσα γιατί στον περίβολό της γίνονταν εμποροπανήγυρη στις 8-9 Σεπτεμβρίου.
Αυτά διαβάζω στο βιβλίο του Γιάννη Τσούτσινου ΑΡΤΙΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ.
Θυμάμαι λοιπόν το πανηγύρι που γινόταν στην περιοχή που αναφέρεται πιο πάνω και το λούνα παρκ στο προαύλιο του 1ο δημοτικού σχολείου. Εκεί είδαμε τον γύρω του θανάτου σε δύο εκδοχές. Αυτή που οι μηχανές στριφογύριζαν στα εσωτερικά τοιχώματα ενός κυλίνδρου και αυτή όπου η κίνηση γίνονταν μέσα σ’ ένα μεταλλικό πλέγμα σε σχήμα αυγού.
Μια χρονιά το πανηγύρι σκορπίστηκε σε όλες τις πλατείες της πόλης, με αποτέλεσμα να μην έχει συνοχή και φυσικά να μην έχει την αναμενόμενη επιτυχία.
Αργότερα μεταφέρθηκε στην άλλη πλευρά της πόλης, στο χώρο πίσω από το κάστρο εκεί όπου είναι σήμερα η πλατεία με το άγαλμα του Καραϊσκάκη και το 4ο δημοτικό.
Στο πανηγύρι το πρώτο πράγμα που συναντούσαμε ήταν το καροτσάκι με μαλλί της γριάς.
Το καταλαβαίναμε από τη μυρουδιά κι έπειτα βλέπαμε τον χαρούμενο γεράκο που ρωτούσε το όνομα κάθε πιτσιρίκου και ενώ στριφογύριζε την μανιβέλα και μάζευε τις κλωστές της λιωμένης ζάχαρης, του σκάρωνε κι ένα τραγούδι. Για μένα τραγούδησε δυνατά, «πάρε κι εσύ Σωτήρη μη κάνεις τον μπατίρη». «Δεν ξαναπαίρνω μαλλί της γριάς, είπα στον πατέρα μου, με κάνει ρεζίλι με το τραγούδι του». Είχα βέβαια την περιέργεια να δω πως φτιάχνεται αυτός ο άσπρος αφρός στο καλαμάκι, αλλά δε έφτανα να κοιτάξω μέσα στη μηχανή του κι έτσι παρέμεινα με την απορία κάμποσα χρόνια.
Έβλεπες ταπέτα, κουβέρτες, φλοκάτες, ρούχα, παιγνίδια και δύο ειδών χαλβάδες, τον μαλακό μαύρο και τον άσπρο που ήταν σκληρός και τον έκοβαν με σκεπάρνι. Στο λούνα παρκ δημοφιλής ατραξιόν ήταν ο Τζιμ Αρμάο που λύγιζε σίδερα και το γοριλάκι δηλαδή η κοπέλα που μεταμορφώνονταν σε γορίλα μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Κάποια εποχή ήρθε και η ασώματος κεφαλή και σπάζαμε τη δική μας κεφαλή να καταλάβουμε το κόλπο που έκρυβε.
«Πάρε κόσμε» διαλαλούσαν την πραμάτεια τους οι έμποροι μπροστά στις παράγκες. Κι ένας άλλος έλεγε «πάρτε κορίτσια μη σας πάρει (παύση με νόημα) ο γαμπρός χωρίς προικιά»

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

ΑΡΤΑ – Η ΣΥΝΟΙΚΙΑ “ΜΧΟΥΣΤ” ΤΟ 1974

Στην φωτογραφία (από δημοσίευση του κ. Στάθη Μπαρτζώκα) το σημείο που τελειώνει η οδός Σκουφά, πριν την αρχή της Αλεξάνδρου Ζάρρα. Διακρίνεται ο Φούρνος του Γουνόπουλου και το μαγαζί του Σχίζα με τα μηχανάκια…Ο φούρνος του Άρη Γουνόπουλου βρισκόταν στην οικία του Στρατηγού Βαρδακούλα. Αργότερα τον φούρνο τον κράτησαν τα παιδιά του «Αφοί Γουνόπουλοι».Ο ‘Αρης Γουνόπουλος κατάγονταν από το Ορτού του Πόντου και είχε τέσσερα παιδιά, τον Κώστα, τον Δημήτρη, τον Φώτη και την Σοφία…….Στο Μουχούστι υπήρχαν δύο χάνια : Το χάνι του Βαρδακούλα, ανάμεσα από τον φούρνο του Γουνόπουλου και το καφενείο του Τσάπαλη από την Σκούπα. Σ’αυτό πήγαιναν συνήθως ταξιδιώτες από τον Αμμότοπο, την Σκούπα και την Ροδαυγή.Δίπλα στο χάνι υπήρχε ένα απ’ τα πηγάδια της πόλης.Το δεύτερο χάνι ήταν του Νάσσιου Τόλη, λίγο πιο πάνω απ΄τον φούρνο το οποίο είχε στο μπροστινό σπίτι υπνοδωμάτια και μαγειρείο και στο πίσω μέρος χώρο για κάρα και άλογα….Ακριβώς απέναντι απ’ τον φούρνο ήταν το Παντοπωλείο του Νίκου Καραβασίλη. Τυριά, λίπη, έλαια, εδώδιμα, αποικιακά και ο καλύτερος χαλβάς. Ο Νίκος Καραβασίλης, καταγόμενος απ’ τους Μελισσουργούς, παράλληλα με την κύρια ενασχόληση του με το εμπόριο, υπηρέτησε τη λογοτεχνία και τη ποίηση με ιδιαίτερη ευαισθησία και απλότητα.
Εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Ανθοί και Χίμαιρες», και τα διηγήματα «Χάθηκαν Αμνημόνευτοι», «Η τελευταία απαντοχή», «Στην ελπίδα και στην απόγνωση» «Ου…νταίσεις», «Προδομένη νοσταλγία» και τη νουβέλα «Μαντώ».

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

Ενθύμιον από την ραπτικήν.

16/9/1948 : Ενθύμιον από την ραπτικήν….Κάτω δεξιά η ονομαστή μοδίστρα της Άρτας Αγαθή Τσώλη με τις μαθήτριές της. Δίπλα της η Κούλα Νασιγκόγκου- Μαστραπά) (Φώτο από Συλλογή Β.Μ.)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Αναφορά στην Απελευθέρωση της Άρτας

1899 : Αναφορά στην Απελευθέρωση της Άρτας σε δημοτικό τραγούδι με τίτλο “Το Παράπονο των Ιωαννίνων”, σε δημοσίευμα της εφημερίδας “ΕΜΠΡΟΣ”…..Ο τίτλος τής μελέτης είναι ” Τό Αλβανικόν Ζήτημα”, υπό Λεοντίου Κ. Λεοντίου, Διδάκτορος τά Νομικά, Αθήνησι 1897, τήν οποία ο συγγραφεύς αφιερώνει ευλαβώς εις τόν Βασιλέα τών Ελλήνων Γεώργιον Α’. (Δημοσίευση από το αρχείο του @Georgio Sarro)

Δημοσιεύθηκε στη Η Απελευθέρωση το 1881 | Σχολιάστε