Στα μέσα της δεκαετίας του 1940. Παίρνοντας το μονοπάτι για τους Μελισσουργούς, ο Κώστας Γκίζας του Νικολάου καβάλα στο ζώο. (Φωτο από αρχείο Αικατερίνης (Κατίνας) Νικολάου – Κούτσικου).

“Το έγγραφο του Νομάρχη Άρτης με ημερομηνία 13 Φεβρουαρίου 1885 που αφορά την καταγραφή των Οθωμανών που μετοίκησαν από την Άρτα μετά την απελευθέρωσή της το 1881, συνοδεύεται με αναλυτική κατάσταση με τα παρακάτω στοιχεία :
Στη φωτογραφία η δεύτερη σελίδα του καταλόγου με τις οληροφορίες για τους μετοικήσαντες από την Άρτα οθωμανούς κατοίκους. (Πηγή : ΓΑΚ, Κ.Υ.)

“Η εργασία παρουσιάζει την εξέλιξη του πληθυσμού στην πόλη της Άρτας τα μετεπαναστατικά χρόνια, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα 1831 – 1881, με βάση κυρίως τις αναφορές σε διάφορες ιστορικές πηγές που έχουν γραφεί κατά καιρούς.
Οι δυσκολίες που εμφανίζονται για την παρακολούθηση του πληθυσμού μιας περιοχής επί Τουρκοκρατίας, είναι ποικίλες. Τα στοιχεία από τις διάφορες πηγές άλλοτε έχουν αποσπασματικό χαρακτήρα, άλλες φορές, παρόλο που αναφέρονται στην ίδια χρονική περίοδο, διαφοροποιούνται αρκετά, ενώ μερικές φορές εκλείπουν εντελώς.
Η εργασία αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος καταγράφεται ο πληθυσμός της Άρτας μετά το 1830, ανά δεκαετία, έτσι ώστε να γίνει πιο εύκολη για τον αναγνώστη η παρακολούθηση του θέματος, λόγω των αρκετών και συγκεχυμένων πληροφοριών. Οι πηγές από τις οποίες αντλήθηκαν οι πληροφορίες είναι είτε ιστορικές, δηλαδή δοκίμια και έργα συγγραφέων που κατέγραψαν, εν καιρώ, τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην περιοχή, είτε περιηγητικές, από ταξιδιωτικούς οδηγούς, βιβλία γεωγραφίας ή συγγραφείς που επισκέφτηκαν την πόλη και δημοσίευσαν αργότερα τις εντυπώσεις από τις περιηγήσεις τους.
Το δεύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στην μοναδική, αδιαμφισβήτητη πλέον πηγή, που βασίζεται σε αρχειακά τεκμήρια, και αφορά τον πραγματικό αριθμό των Οθωμανών, που ήταν μόνιμοι κάτοικοι της πόλης και μετοίκησαν την εποχή λίγο πριν την απελευθέρωση της. Και τούτο γιατί μόλις πρόσφατα, κατά την έρευνά μου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, είχα την ευκαιρία να μελετήσω ένα έγγραφο του τότε Νομάρχη Άρτης προς το Υπουργείο Εσωτερικών με τον αναλυτικό κατάλογο των Οθωμανών μόνιμων κατοίκων που έφυγαν από την Άρτα, με λεπτομέρειες γύρω από την οικογενειακή και περιουσιακή τους κατάσταση, ακόμη δε και τα ονόματα όσων Αρτινών αγόρασαν τις περιουσίες τους.
Θα ήθελα στο σημείο αυτό να ευχαριστήσω ιδιαίτερα το προσωπικού του Αναγνωστηρίου της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, για την εξυπηρετικότητά τους και την βοήθεια τους στις έρευνές μου κατά καιρούς”. Αναστασία Γ. Καρρά
Μπορείτε να διαβάσετε την εργασία στο λινκ https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2024/12/Ο-ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ-ΤΗΣ-ΠΟΛΗΣ-ΤΗΣ-ΑΡΤΑΣ-1831-1881-2.pdf
ή στο https://independent.academia.edu/AnastasiaKarra4

“Η ομοιογενής, κατά κανόνα, προσφυγική παρέα, καταφεύγει σε δυο διακεκριμένα τοπογραφικά σημεία της πόλης : στην Πλατεία Σκουφά και στον Άραχθο. Το απροσδόκητα γαλήνιο ποτάμι, με την ψηλόλιγνη γέφυρα, προσφέρεται ως φιλόξενο σκηνικό βάθους για την κομψή και μοναχική γυναικεία παρέα.
Εικονίζονται : με το καλάμι η Άνιτσκα Αργυροπούλου από την Τραπεζούντα, στη μέση η Σόνια Σιδηροπούλου (αδελφή του καθηγητή των Γαλλικών στο Γυμνάσιο Θηλέων από την Ίλτσκαγια) και στο άκρο η Κυριακή Παπαδοπούλου”. (Πηγή : Ν’ ΑΚΟΥΓΑ ΤΗΝ ΛΑΛΙΑΝ ΤΟΥΣ, Ε. Ντάτση, Αθήνα, 2024)

“…..Υπάρχουν κι άλλες πικρές μνήμες. Η άφιξη στην πατρίδα, τα λοιμοκαθαρτήρια, ο θάνατος του παππού πριν καλά – καλά πατήσει το πόδι του στη νοσταλγημένη πατρίδα, η μεταφορά της οικογένειας με πλοία στην Κόπραινα του Αμβρακικού κι απ’ εκεί στον τελικό προορισμό, την Άρτα. Η οδοιπορία των εξαθλιωμένων οικογενειών και η διά βίου ενοχή της γιαγιάς που περπατούσε μαζί με τους άλλους, ακολουθώντας τα φορτωμένα με τα παιδιά κάρα, σέρνοντας στην πλάτη μια ετοιμοθάνατη πρόσφυγα, που τελικά την εγκατέλειψε στο δρόμο, γιατί είχε λυγίσει και η ίδια από το βάρος και την απόγνωση.
Υπάρχει ακόμη και η καταγραφή της τελικής πράξης : το τέλος του ταξιδιού, η εγκατάσταση στην Άρτα και η συμβίωση στον προσωρινό καταυλισμό προσφύγων, στο κτίσμα που βρισκόταν στον περίβολο του ερειπωμένου παλατιού των Δεσποτών της Ηπείρου. Συμβίωση της οποίας τον κτύπο και τους ρυθμούς νόησε βαθιά και κατέγραψε ο τεπεινός δημόσιος υπάλληλος Κώστας Καρυωτάκης : “Επιτέλους την έριξαν σε μια αποθήκη. Τριάντα οικογένειες προσφύγων που έμεναν εκειμέσα, είχαν χωρίσει τα νοικοκυριά τους πρόχειρα με φανταστικούς τοίχους, Μπόγοι, κασέλες, κουβέρτες απλωμένες, ξύλα βαλμένα στη γραμμή, εσχημάτιζαν τετράγωνα της τελευταίας αμύνης. Σ’ αυτές τις φωλιές ακινητούσαν ή εσάλευαν πένθιμα σκιές ανθρώπων. Τρεις – τρεις, πέντε – πέντε, σκορπισμένοι ανάμεσα σε ρυπαρά ρούχα και υπολείμματα επίπλων, ήταν σα να ψιθύριζαν παραμύθια ή να προσπαθούσαν σιγά ν’ αποτινάξουν το σκοτάδι…….
Η οικογένεια τελικά στήθηκε. Η εγκατάσταση στον προσφυγικό συνοικισμό της Άρτας, οριστική. Ο συνοικισμός χτίστηκε μετά το 1925 στην πλαγιά της Περάνθης, κάτω από τους στρατώνες, που βρίσκονται στην κορυφή του βουνού. Εκεί, στα ζεύγη των ισογείων λιθόκτιστων κατοικιών – ένα υπνοδωμάτιο με προθάλαμο, η νοσταλγημένη πατρίδα στέγασε τις οικογένειες των προσφύγων. Μοναδικοί γείτονες των “αούτηδων” (την αντωνυμία “αυτός” την πρόφεραν με την ξενική για τους νεοέλληνες αρχαία προφορά : αουτός) οι παράγκες των “χριστιανόγυφτων”, που αναπτύσσονταν βόρεια κατά μήκος του συνοικισμού. Ωστόσο το πετρώδες, άνυδρο, άδεντρο και αφιλόξενο τοπίο διέθετε μια ανακουφιστική διέξοδο : την αναπεπταμένη θέα που εκτείνονταν από τους πορτοκαλεώνες της πεδιάδας, τον βουερό Άραχθο με την ψηλόλιγνη γέφυρα έως την Κοιμωμένη του Ζαλόγγου στο βάθος του ορίζοντα, που όριζε τα παράλια του Ιονίου. Θέα μοναδική που όμως αδυνατούσε να διασκεδάσει την οδυνηρή πραγματικότητα της κοινωνικής περιθωριοποίησης των προσφύφων….” (Πηγή : Ν’ ΑΚΟΥΓΑ ΤΗΝ ΛΑΛΙΑΝ ΤΟΥΣ, Ε. Ντάτση, Αθήνα, 2024)
Στη φωτογραφία του 1931, στο φωτογραφείο του Δ. Μητσιάνη, εικονίζονται καθιστοί οι αρχηγοί της οικογένειας Παπαδοπούλου : η αναλφάβητη 43χρονη μητέρα με τον 23χρονο πρωτότοκο Χρήστο και οι τέσσερις αδελφές : Κυριακούλα, Αναστασία, Ευθυμία και η μικρή Μάνια. Η τριτότοκη Μαρίκα, που έφυηε με τα ασυνόδευτα στο Νοβοροσίσκ, βρίσκεται στο Ορφανοτροφείο των Σερρών. (Φωτο από το ίδιο βιβλίο)

“Σχολικό Έτος 1916 – 1917, Ελληνική Σχολή στη Δερπέντσκαγια, πολίχνη στην κοιλάδα Κουμπάν, στο Β. Καύκασο σε ίση περίπου απόσταση από το Κατεριντάρ – σημερινό Κρασνοντάρ – και το λιμάνι Νοβοροσίσκ. Οι ανθοφόροι, με γεωμετρική πειθαρχεία κλάδοι, που πλαισιώνουν την κεντημένη ευαρέσκεια των μαθητών της Ελληνικής Σχολής προς τον ελληνοδιδάσκαλο Ιωάννη Ππαπαδόπουλο, αυτονομούν αισθητικά, την προφορική αναγνώριση……… Το κάδρο με το ανθοφόρο μήνυμα κοσμούσε πάντοτε – και κοσμεί – τον τοίχο του σπιτιού μας, εκπέμποντας διαφορετικά, κατά περίσταση μηνύματα.
Το επόμενο σχολικό έτος 1917 – 1918, δεν ήρθε, ή μάλλον ήρθε, αλλά δεν τέλειωσε ποτέ. Η μητέρα μου, η Κερεκή, πήγε μόνο 40 μέρες σχολείο. Στη Δερπέντσκαγια πρόλαβε και έμαθε τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Αργότερα, μετά την εγκατάσταση της προσφυγικής οικογένειας στην Άρτα, έμαθε “από μόνη της” να διαβάζει και να γράφει με φωνητική γραφή. Ήταν τα εφόδια με τα οποία υπερασπίστηκε διά βίου τα “γράμματα που δεν πρόλαβε να μάθει” και τα “κειμήλια του πατέρα της”, όπως έλεγε που ήταν : εκτός από το τιμητικό κάδρο, ο Συνέκδημος του Ορθόδοξου Χριστιανού με αρκετές χειρόγραφες σελίδες από τον αγκιστρωμένο γερά στην χριστιανική ορθοδοξία, παππού μου, κι ένα λεξικό της γαλλικής. Τα άλλα βιβλία , τα έκαψαν για προσάναμμα στην Κατοχή……” (Πηγή : Ν’ ΑΚΟΥΓΑ ΤΗΝ ΛΑΛΙΑΝ ΤΟΥΣ, Ε. Ντάτση, Αθήνα, 2024)

Χάρτης της ευρύτερης περιοχής Κομποτίου, σχεδιασμένος από τον Γυμνασιάρχη Μπουραντά με τα τοπωνύμια της περιοχής. (Πηγή : ΤΟ ΚΟΜΠΟΤΙ ΑΡΤΗΣ, Λ. Τατσιόπουλος, Άρτα, 1971)

Πρόκειται για το Μητρώο Αρρένων του Κομποτίου, καραρτισθέν εν έτει 1883. Το Μητρώο φυλάσσεται στα ΓΑΚ Άρτης. (Πηγή ΓΑΚ Άρτης)
Έτος γέννησης 1848

Έτος γέννησης 1849

Έτος γέννησης 1850

Έτος γέννησης 1851

Έτος γέννησης 1852
