“ΤΟ ΞΕΦΛΟΥΔΙΣΜΑ” – ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

————————————-
“………….Η νοικοκυρά του σπιτιού, παρ’ όλες τις εργασίες της ημέρας, είχε έτοιμες πίτες, αυγά βρασμένα, τυρί, ντομάτες που μοσχοβόλαγαν, ελιές, κοκορέτσι, μεζέδες καλομαγειρεμένου κρέατος, τηγανίτες καμωμένες με τσίπουρο, άσπρο, καλό αλεύρι ξεσιττισμένο και με ζάχαρη επάνω και τις έδινε μέσα σε καθαρά πιάτα ζεστές – ζεστές. Κερνούσε τσίπουρο, κρασί κόκκινο ή άσπρο, κυδώνια, σύκα, πασμάδες, σταφύλια διατηρημένα, καρύδια και ό,τι άλλο είχε ο νοικοκύρης.
Κατά την διάρκεια του ξεφλουδίσματος, για να περάσει η ώρα και για να μην κάθονται στα μούτα, σιωπηροί, έλεγαν ανέκδοτα έξυπνα, έλεγαν παραμύθια γεμάτα νόημα, σωφροσύνη και εξυπνάδα, γλωσσοδέτες, αινίγματα έξυπνα, ποιήματα αυτοσχέδια και κυρίως τραγούδια. Τα τραγούδια τα άρχιζαν οι μισοί και επαναλάμβαναν τα ίδια λόγια οι άλλοι μισοί. Την ώρα εκείνη γίνονταν ένας σιωπηλός διαγωνισμός για το καλύτερο τραγούδι και τον καλύτερο τραγουδιστή. Αυτά σχολίαζαν τις άλλες μέρες : “Είδεις μωρέ εικείνους ου Γιαννακούλας τς Χρήσταινας τι ουραία π’ τραγδάει”, θάλεγαν τις επόμενες μέρες όπου βρίσκονταν “απ’ αφνούς π’ ξεφλούδαγαν εικείνου του βραδ’!”
Όταν έρχονταν η ώρα του φαγητού, έστρωναν την τάβλα, απάν’ έστρωναν κατακαίνουργα και καλοπλυμένα μεσάλια, πάνω στα οποία απίθωναν το πλούσιο φαγητό και τα άλλα εδέσματα, σαλάτες, τυριά δγιαούρτι, λαχανόπιτες, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και χίλια δυο καλούδια καθώς και καλοζυμωμένο και καλοψημένο φρέσκο, σταρίσιο ψωμί από άσπρο σιτάρι αγανιά και κόκκινο ή άσπρο κρασί ποιότητος, “αργασμένο” όπως έλεγαν, κι έτσι φαίνονταν και το έχος του νοικοκύρη. Εκεί φαίνονταν η νοικοκυροσύνη, η αρχοντιά, η συμπεριφορά των αντρών και των γυναικών και όλης της οικογένειας αλλά και η σειρά του σπιτιού. Έτσι έλεγαν “πάρε γυναίκα από σειρά και σκύλα από κοπάδι”………………..
Μετά απ’ το φαγητό και το τραγούδι ξανάπιαναν εργασία στο ξεφλούδισμα κι όταν έρχονταν η ώρα για ύπνο, οι κοντινοί πάειναν στα σπίτια τους ενώ για τους άλλους έστρωναν καινούργια στρωσίδια και με καινούργια σεντόνια και σαίσματα κοίμιζαν την αργατειά, τους μουσαφιραίους να τους ευχαριστήσουν.
Κι όταν έφευγαν, αυτοί έλεγαν στους νοικοκυραίους “Άει, αφήνουμι υγεία και καλή αντάμουσ’ κι τ’ χρόν’ να’νι καλύτερα κι πιρσότερα τα μπιρκέτια σας”. ”(Πηγή: ‘Αρθρο του Ι. Σκούτα στο περιοδικό ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 276, 2002)

Στη φωτογραφία : Σκάλισμα του καλαμποκιού στο οροπέδιο του Γαβρόβου στη δεκαετία του 1950 ( Φωτο από Αρχείο Πολιτιστικού Συλλόγου Γιαννιώτι, Δήμος Γεωργίου Καραισκάκη)

Δημοσιεύθηκε στην Λαογραφικά και άλλα. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *