Oι πρώτες μάχες στην περιοχή της Άρτας, 18 -24 Απριλίου 1897

“………Όπως στη Θεσσαλία έτσι και στην Ήπειρο οι Τούρκοι ανέλαβαν την πρωτοβουλία και στις 18  του Απριλίου ξεκίνησαν εχθροπραξίες, με τριήμερο βομβαρδισμό της Άρτας, έχοντας τοποθετήσει  στα υψώματα βορειοδυτικά της πόλης μια συστοιχία δεκαέξι πυροβόλων  και κατά τη διάρκεια της ημέρας έριχναν καυτή φωτιά για αρκετές ώρες. Αυτή η επίθεση ήταν τόσο αποτελεσματική που  διαδόθηκε ότι κατευθύνθηκε από Γερμανούς αξιωματικούς. Τα καυτά πυρά του πυροβολικού εναντίον της Άρτας είχαν επίσης σκοπό να προετοιμάσουν τον δρόμο για την επίθεση στη γέφυρα της Άρτας και στην ίδια την πόλη.

Στις 20 Απριλίου, στις 4 το πρωί, όλες οι τουρκικές πυροβολαρχίες που είχαν τοποθετηθεί απέναντι από την πόλη εκτόξευαν πυρά στα ελληνικά οχυρά και ταυτόχρονα συνεχή πυρά πυροβόλων όπλων εκτοξεύονταν από τα χαρακώματα που είχαν σκαφτεί στις όχθες του ποταμού. Επίσης επιχειρήθηκε σε ένα σημείο και ένα πέρασμα έτσι ώστε  να τραβήξει την προσοχή των Ελλήνων. Αλλά καθώς οι υπερασπιστές της πόλης  ήταν εξίσου δυνατοί, η προσπάθεια απέτυχε. Ένα ισχυρότερο τουρκικό τμήμα που προχωρούσε κατά της γέφυρας αποκρούστηκε επίσης έτσι ο ηρωισμός και  το θάρρος του επιτιθέμενου τουρκικού στρατού, που έχασε αρκετούς αξιωματικούς, δεν οδήγησε σε κανένα αποτέλεσμα.

Προς τα μεσάνυχτα της 21ης Απριλίου οι Τούρκοι έκαναν μια τρίτη επίθεση στη γέφυρα που οι Έλληνες την υπερασπιζόταν τόσο γενναία. Οι Τούρκοι ήλπιζαν να πετύχουν αιφνιδιάζοντας τον εχθρό, αλλά απέτυχαν. Οι πυροβολαρχίες  κοντά τους υποστήριζαν τις μονάδες που επιτίθονταν, αλλά με την κάλυψη της νύχτας, οι επιτιθέμενοι επέστρεψαν στις θέσεις τους. Το επόμενο πρωί στις 10 η ώρα ένας Αλβανός έκανε σήμα στους Έλληνες ότι οι Τούρκοι είχαν αποσυρθεί τη νύχτα και είχαν εκκενώσει τα γειτονικά χωριά καθώς και τα φρούρια. Στην πραγματικότητα, οι επιτιθέμενοι είχαν επιστρέψει στη Φιλιππιάδα για να καταλάβουν το πέρασμα εκεί, και είχαν εγκαταλείψει όλη την περιοχή μπροστά της. Όταν έγινε γνωστή η οπισθοχώρηση, οι κάτοικοι της περιοχής εκείνης, που ήταν κυρίως Έλληνες, έτρεξαν στην Άρτα εκφράζοντας τη χαρά τους για την αναχώρηση των Τούρκων.

Η ελληνική σημαία υψώθηκε πάνω από τα πυροβολεία και το τουρκικό τελωνείο, στο οποίο εισέβαλε ο κόσμος. Διαδραματίστηκαν σκηνές  μεγάλου θορυβώδους και ταραχώδους ενθουσιασμού, καθώς 4000 Έλληνες στρατιώτες κατέλαβαν τα πυροβολεία και τα χαρακώματα που είχαν στήσει οι Τούρκοι για τον βομβαρδισμό. Όλοι αναθάρρησαν στη σκέψη και στην ελπίδα ότι η τουρκική κυριαρχία στην Ήπειρο είχε τελειώσει. Η κραυγή «Μέχρι τα Γιάνινα!» ακούστηκε δυνατά πέρα ως πέρα και η μάζα των χωρικών, κατασυγκινημένη, πίστευε ότι η επιτυχία που κατακτήθηκε ήταν το πρώτο βήμα για την απελευθέρωση της Ηπείρου. Ο τριήμερος βομβαρδισμός της Άρτας από τους Τούρκους δεν είχε κανένα αποτέλεσμα άξιο αναφοράς. Μόνο μερικοί όλμοι είχαν φτάσει στην πόλη και από αυτούς ο μεγαλύτερος αριθμός δεν εξερράγη.

Ο συνταγματάρχης Μάνος διέταξε αμέσως την καταδίωξη του εχθρού. Με ένα τμήμα της Μεραρχίας του διέσχισε την Άρτα στο Μπάνι και στράφηκε προς τη Φιλιππιάδα, ενώ μια Ταξιαρχία και 1500 Εθελοντές κατέλαβαν τη Στριβίνα που βρίσκεται περίπου 12 μίλια νότια του περάσματος Πέντε Πηγάδια. Η Τουρκική Ταξιαρχία, που μέχρι τότε βρισκόταν μπροστά στην Άρτα, αποσύρθηκε προς το Λούρο. Εκεί, στις παρυφές της Φιλιππιάδας περίμεναν την επίθεση των Ελλήνων στις 22  Απριλίου. Μετά από μια σύντομη μάχη, όπου οι Τούρκοι έχασαν αρκετές εκατοντάδες άνδρες και μερικά όπλα, οπισθοχώρησαν στο στένωμα των Πέντε Πηγαδιών, που ήταν μια θέση ισχυρά οχυρωμένη από τη φύση. Στις 23 Απριλίου ο συνταγματάρχης Μάνος κατέλαβε τη Φιλιππιάδα και την ίδια ώρα έφτασε η είδηση ​​ότι το οχυρό Ιμαρέτ, το ισχυρότερο τουρκικό οχυρό, απέναντι από την Άρτα δεν μπορούσε πλέον να αντέξει.

Η είδηση ​​της υποχώρησης στο πέρασμα των Πέντε Πηγαδιών και η εγκατάλειψη της περιοχής μέχρι το σημαντικό εκείνο σημείο προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια στην Κωνσταντινούπολη. Στα Γιάνινα εστάλησαν αμέσως διαταγές για αποστολή ενισχύσεων στο σημαντικό στενό των Πέντε Πηγαδιών που κυριαρχούσε  στον δρόμο προς τα Γιάννενα, καθώς και για τη συγκρότηση δύο νέων Μεραρχιών στη σκηνή του πολέμου στην Ήπειρο. Διαδόθηκε  ότι ο Achmed Fevzy, ο Γενικός Διοικητής αυτής της περιοχής επρόκειτο να ανακληθεί. Στα Γιάνινα επικράτησε  μεγάλος ενθουσιασμός λόγω της ανταρσίας που ξέσπασε μεταξύ των αλβανικών στρατευμάτων, η οποία τράβηξε την προσοχή των στρατιωτικών αρχών μακριά από τις επιχειρήσεις του πολέμου. Αυτή η συγκυρία ήταν ένα μεγάλο  πλεονέκτημα για τις επιτιθέμενες δυνάμεις. Στις 23 και 24 Απριλίου σημειώθηκαν νέες συγκρούσεις μεταξύ των στρατευμάτων του συνταγματάρχη Μάνου και πολλών τουρκικών τμημάτων, που είχαν απωθηθεί στο πέρασμα, χωρίς όμως καμία επίπτωση στη γενική κατάσταση των πραγμάτων. Οι επιχειρήσεις εκείνων των ημερών μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: οι Έλληνες πιστεύοντας με σιγουριά ότι οι στρατιωτικές τους επιχειρήσεις θα υποστηριζόταν από μια παράλληλη  εξέγερση του λαού, είχαν οχυρωθεί κοντά στην είσοδο του περάσματος και προσπαθούσαν να αποσπάσουν την προσοχή και τις δυνάμεις των Τούρκων κάνοντας ταυτόχρονες επιθέσεις σε διάφορα μέρη….. (Πηγή : 1.THE GREKO – TURKISH WAR from official sources by a German Staff Officer translated by Frederica Bolton, London, 1898)

Στη φωτογραφία “Το 9ο Σύνταγμα Πεζικού στο Κομπότι Άρτας” (Πηγή : ΓΕΣ ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ 1987)

Δημοσιεύθηκε στην Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.