Μερική άποψη του χωριού Ματσούκι. κτισμένου σε υψόμετρο 1100 μ. Η φωτογραφία είναι του Π. Βοκοτόπουλου από τον Οκτώβριο του 1970. (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Θεσσαλονίκη, 2011)

Μερική άποψη του χωριού Ματσούκι. κτισμένου σε υψόμετρο 1100 μ. Η φωτογραφία είναι του Π. Βοκοτόπουλου από τον Οκτώβριο του 1970. (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Θεσσαλονίκη, 2011)

1930 – Η οικογένεια Κωσταδήμα στο Ματσούκι. The Kostadimas family, Matsouki, 1930 (Πηγή : Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας)

Συνεχίζουμε την ανάρτηση του Μητρώου Δήμου Καλαρρυτών με τα έτη 1852 – 1854. (Πηγή : ΓΑΚ Άρτης)
Έτος γέννησης 1852


Έτος γέννησης 1853


Έτος γέννησης 1854


To μεγάλο καζάνι στην πίσω αυλή άχνιζε κι η Δροσούλα με ένα μεγάλο στυλιάρι ανακάτευε τα λιγοστά της ρούχα για να τα βάψει μαύρα. Τα δάκρυα κυλούσαν στα μαγουλά της σαν δυο μικρά ρυάκια και σκόρπιζαν μικρές, διάφανες στάλες πάνω στην τραχηλιά της…. Πριν μια μέρα έφτασε το χαμπέρι απ’ το χωριό της ότι πάει κι ο πατέρας της χάθηκε κι η Δρόσω έμεινε πια ολομόναχη στον κόσμο…
Ήταν μόλις 8 χρονών όταν ο πατέρας της την έστειλε ψυχοπαίδα στο αρχοντικό του Γιάννη Νίκα στην Άρτα. Η μάνα της πέθανε στη γέννα κι η γιαγιά της που την φρόντιζε όσο ο πατέρας της δούλευε στα χωράφια, πέθανε κι αυτή, έτσι ο πατέρας της την έδωσε ψυχοπαίδα στο σπίτι τ’ αφεντικού για το οποίο δούλευε πότε – πότε στα κτήματά του κατά το Λούρο. Δεν είχε κανένα παράπονο απ’ τ’ αφεντικά της η Δροσούλα, σαν τα παιδιά τους την είχαν, κι η κυρά της ήταν πολύ καλή και συμπονετικιά στην ορφάνια της. Δέκα χρόνια ήταν στη δούλεψή τους και δεν της είχαν πει ποτέ έναν κακό λόγο. Τον πατέρα της σπάνια τον έβλεπε, αν τύχαινε και κατέβαινε καμιά φορά απ’ το χωριό στην Άρτα για δουλειές. Το χωριό της δεν το λογάριαζε για χωριό, μόνο πικρές αναμνήσεις είχε…..Το μόνο που απέμενε τώρα ήταν ν’ ανέβει να πουλήσει τα δυο χωραφάκια και το σπιτοκάλυβο που της άφησε πεθαίνοντας ο πατέρας της και να μην γυρίσει πίσω ποτέ…
Ντυμένη στα μαύρα απ’ την κορφή ως τα νύχια έφτασε μετά από λίγες μέρες στο χωριό της η Δρόσω. Ο Θεός να το κάνει χωριό, μια αετοφωλιά ανάμεσα στα λόγγια και στα βράχια ψηλά στο Ξεροβούνι, ήταν το χωριό της. Το πρώτο της μέλημα ήταν να επισκεφτεί τον τάφο των γονιών της και να ρίξει ένα τρισάγιο στη μνήμη του. Ύστερα ροβόλησε ως το σπίτι της, ένα φτωχοκάλυβο από μπαγδατί και σκεπή από άχυρα να ρίξει μια τελευταία ματιά πριν φύγει… Τα χωράφια που της άφησε ο πατέρας της ήταν ξερκά, κάπου κοντά στη Στρεβίνα και θα ‘πιαναν καλά λεφτά για να συμπληρώσει το κομπόδεμα που βαστούσε η κυρά της και κάθε μήνα της έβαζε λίγα χρήματα. Θα έκλεινε τα 18 σε λίγους μήνες και της είχαν υποσχεθεί ότι θα βρίσκονταν ένα καλό παιδί και γι’ αυτή, να ανοίξει το δικό της νοικοκυριό… Είχε κιόλας βρεθεί αγοραστής για τα χωράφια της, ας ήταν καλά τ’ αφεντικό της που το φρόντισε…
Με τα λεφτά στον κόρφο, κάπου είκοσι χιλιάδες δραχμές, και τον τρουβά γεμάτο πεσκέσια για τ’ αφεντικά της πήρε η Δρόσω το δρόμο για την Άρτα. Πέρασε την ξύλινη γέφυρα του Λούρου μετά τη Στρεβίνα και πήρε το μονοπάτι ανάμεσα στις καλαμιές που θα την έβγαζε στη Φιλιππιάδα. Απ’ εκεί θα έβρισκε ένα κάρο να φτάσει ως το βράδυ στην Άρτα. Ξάφνου τα καλάμια ξεχώρισαν δίπλα της και τρεις άγριες μορφές στάθηκαν μπροστά της και της έκοψαν το δρόμο. Τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα με μαντήλια και οι λερωμένες κάπες τους, γεμάτες λάσπες και χορτάρια μαρτυρούσαν πως την περίμεναν εκεί ώρες πολλές …
– Τα λεφτά σου θέλουμε κυρά μου και θα σ’ αφήσουμε να φύγεις…έχεις το λόγο μας!
Έμεινε κοκαλωμένη η Δρόσω και τους κοίταζε. Αυτή η φωνή κάτι της θύμισε, τον γύφτο τον Τζαχήλα** που περιδιάβαινε τους δρόμους της Άρτας κι έβγαιναν οι νοικοκυρές να του δώσουν τα χαλκώματά τους να τα γανώσει….
– Εσύ είσαι μωρ’ Τζαχήλα? Πάρε τον τρουβά μου κι άσε με να πάω στον δρόμο μου…
Δεν πρόλαβε ν’ αποσώσει τα λόγια της η Δρόσω και το μαχαίρι την βρήκε κατάστηθα. Κι απέμεινε εκεί στην άκρη του δρόμου η Δροσούλα, με το βλέμμα της απορημένο να κοιτάζει τις κορφές απ’ τις καλαμωτές που χόρευαν στο φύσημα του ανέμου……
«Μέχρι σήμερα δεν κατωρθώθη να εξακριβωθή η ταυτότης του θύματος, του ανευρεθέντος προ 15 ημερών εις την γέφυραν του Λούρου μεταξύ Φιλιππιάδος και Στρεβίνης. Πάντως φαίνεται ότι η φονευθείσα ήταν μια υπηρέτρια της οικογένειας Ι. Νίκα η οποία προ μηνός μετέβη εις το χωρίον της δια να πωλήση μερικά χωράφια και επιστρέφουσα εκείθεν με τα χρήματα της πωλήσεως, ήτοι περίπου 20.000 δραχμές, συνελήφθη από δύο Αθιγγάνους κατοικούντας εν Φιλιππιάδι και τον Αθίγγανον Τζαχήλαν*, κάτοικον Άρτης και εφονεύθη διότι ηρνήθη να χορηγήση το ποσόν. Οι φερόμενοι ως αυτουργοί του εγκλήματος συνελήφθησαν και κρατούνται εις Φιλιππιάδαν». (Της Αναστασίας Καρρά)
*Η μυθοπλασία βασίζεται σε αληθινή ιστορία που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ στις 7 Ιουλίου του 1930 με τίτλο «Το ανευρεθέν πτώμα».
** Το υποκοριστικό «Τζαχήλας ή Τζαχείλας» συνόδευε μέχρι πρόσφατα στην Άρτα, όσους είχαν μεγάλα χείλη.
Στη φωτογραφία το ρεπορτάζ της εφημερίδας…

Σπασμένο πιάτο, αναμνηστικό ενθύμιο για την Ένωση της Ηπείρου και της Θεσσαλίας με την Ελλάδα το 1881. Α. Γρέζος. Σύρα (Από τη συλλογή του Μίμη Χριστοφιλάκη)


“Το χωριό Κωστακιοί στην πεδιάδα της Άρτας αποτελούσε ιδιωτικό τσιφλίκι, το οποίο είχε ιδιοκτήτη τον Καραπάνο, διέθετε 71 επίμορτους καλλιεργητές και η ετήσια παραγωγή του σε βρώμη ήταν 50.000 οκάδες, σε σιτάρι 15.000 οκ. και σε καλαμπόκι έφτανε τις 150.000 οκ (Σεπτ. 1913). Αλλού αναφέρεται ότι η Μαρία Ιωάννου Καραπάνου και ο Ιωάννης Καραπάνος κατείχαν κτηματικά μερίδια στους Κωστακιούς Φιλιππιάδας (1920).
Στη μεταγενέστερη πηγή αναφέρονται περισσότερες λεπτομέρειες για τους ιδιοκτήτες και την έκταση του τσιφλικιού. Ως ιδιοκτήτης αναφέρεται ο Ιωάννης Καραπάνος που κατείχε τα 4/5 του τσιφλικιού, συνολικά 13.129,349 στρ. με την εξής κατανομή :
– αγροί καλλιεργούμενοι α’ κατηγορίας 5.420,078 στρ.
– αγροί καλλιεργούμενοι β κατηγορίας 17,388 στρ.
– λειβάδια και κοφτολείβαδα 899,690 στρ.
– εξωχώραφα 77,098 στρ.
– συνοικισμός 836,103 στρ.
– έλη 5.560,413 στρ.
– χαντάκια και ρέματα 50,941 στρ.
– δρόμοι 119,855 στρ. και
– δάσος 147,853 στρ.
Το ελληνικό δημόσιο κατείχε το υπόλοιπο 1/5 του τσιφλικιού. Η μονή Κορωνησίας (εκπρόσωπος ο μητροπολίτης Πρέβεζας) κατείχε 307,294 στρ. από τα οποία 262,387 στρ. ήταν αγροί καλλιεργούμενοι και 44, 907 στρ. ήταν εξωχώραφα. Ο ναός του Αγ. Γεωργίου Κωστακιών εξουσίαζε 840,536 στρ. που κατανέμονταν ως εξής :
– αγροί καλλιεργούμενοι 769,174 στρ..
– εξωχώραφα 35,953 στρ .
– δάση 26,633 στρ. και
– αλώνια 8,794 στρ.
Η εκκλησία του Αγ Νικολάου κατείχε 146,375 στρ. καλλιεργούμενους αγρούς. Η μονή Γρηγορίου ή Κοίμ. Θεοτόκου Αγίου Όρους κατείχε επίσης αγρούς καλλιεργούμενους 53,133 στρ. Ο ναός του Αγ Δημητρίου είχε στην ιδιοκτησία του 6,301 στρ. όμοιους αγρού. Η ΕΤΕ διαχειριζόταν την ιδιοκτησία του Ναμπή εφέντη που αποτελούνταν από εξωχώραφα 19,085 στρ. Άλλη μια μικρή ιδιοκτησία ήταν του Χρ Τοαντή με αγρό καλλιεργούμενο, 8,250 στρ. Τέλος οι δημόσιοι δρόμοι του τσιφλικιού κάλυπταν 55,821 στρ. Άρα συνολική έκταση του κτήματος ανερχόταν στα 14.566,144 στρ. Η παραγωγή στο τεμάχιο του Ιωάννη Καραπάνου. που ήταν το μεγαλύτερο, έφτανε σε αραβόσιτο τις 330.000 οκ. σε σιτάρι, τις 82.000 οκ. και σε βρώμη τις 126.500 οκ.(1928)”. (Πηγή : Η ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΗΠΕΙΡΟΥ, Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 1912-1918, Κ. Βακατσάς, Ιωάννινα, 2001)
Στη φωτογραφία ο Κωσταντίνος Καραπάνος.

Κοινοτικό Υδραγωγείο σε χωριό της Άρτας την δεκαετία του ’70. (Φωτο από αρχείο Κ.Κ.)

Κάθε Σεπτέμβριο άρχιζε η συγκομιδή του βαμβακιού στον κάμπο της Άρτας. (Φωτο από αρχείο Α.Θ.)

Η Σύμβαση της 24ης Μαίου 1881, σύμφωνα με την οποία έγινε η προσάρτηση των Νέων Επαρχιών προέβλεπε την προστασία του γαιοκτητικού συστήματαος και δεν επέτρεπε αλλαγές στη μορφή της ιδιοκτησίας «ει μη διά γενικού νόμου εφαρμοστέου καθ’ όλον το Ελληνικόν Βασίλειον».
Στην περιοχή μας η μεγάλη ιδιοκτησία ήλεγχε πάνω από το 70% της καλλιεργούμενης γης. Έτσι η διατήρηση του κοινωνικού και οικονομικού συστήματος της Τουρκοκρατίας έφερε τη σύγκρουση κολλήγων και τσιφλικάδων και τους οδήγησε στην εξέγερση. Στους κολλήγους συμπαραστάθηκε ο Γ. Παχύς που αργότερα εκλέχτηκε βουλευτής Άρτης. Τους τσιφλικάδες εκπροσωπούσε ο Κ. Καραπάνος, κι αυτός βουλευτής Άρτης.
Οι συζητήσεις στη Βουλή το 1882 είναι γνωστές. Τελικά επικράτησαν οι απόψεις των τσιφλικάδων και το αγροτικό ζήτημα συνεχίστηκε μέχρι το 1920 για να λυθεί από τον Βενιζέλο με την τροποποίηση του Συντάγματος το 1911 και με τον Παπαναστασίου αργότερα που προώθησε τις απαλλοτριώσεις κι έκανε τους αγρότες νοικοκυραίους.
Το Αρτηνό αγροτικό ξεσήκωμα που αποτελεί την αρχή του αγροτικού ζητήματος στη χώρα μας, αποτέλεσε την πρώτη σύγκρουση μεταξύ κολλήγων και τσιφλικάδων. Σχετικά με το Αγροτικό ζήτημα της περιοχής μας, από το Πρωτοδικείο Άρτης εκδόθηκε μια σειρά από πολιτικές αποφάσεις κατά την περίοδο 1882 – 1884.
Η πρώτη «Έφεση κατ’ αποφάσεων προσωρινών μέτρων» που παρουσιάζουμε σήμερα, με αριθμ. 5)1882 αφορούσε υπόθεση στο Πέτα Άρτης. Οι παρατηρήσεις των συγγραφέων σχετικά, καταγράφονται στο τέλος της απόφασης. (Πηγή : ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΡΤΗΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΕΤΩΝ 1882 – 84», Κατερίνα Πατσαλιά – Λόλα Τερζοπούλου, Άρτα, 1981. Από το Αρχείο του Δικηγόρου Μιχάλη Νικολάου)




Μια χαρακτηριστική φωτογραφία της περιοχής κάτω από το Κάστρο, στη νότια πλευρά του και της Βαλαώρας, μάλλον τη δεκαετία του ’70. Ήδη είχε αρχίσει για τα καλά η μετανάστευση από τα ορεινά προς την πρωτεύουσα του νομού και οι πρώτες πολυκατοικίες είχαν κάνει την εμφάνισή τους για να στεγάσουν τον αριθμό των κατοίκων που όλο και μεγάλωνε. Ο λόφος είχε ήδη γεμίσει από κατοικίες, χτισμένες άναρχα, χωρίς καμμιά ρυμοτομία… (Φωτο από αρχείο κ. Ιωάννη Έξαρχου)
