ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ  ΠΟΛΕΜΟ ΤΩΝ ΤΡΙΑΝΤΑ ΗΜΕΡΩΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ  του HENRY W. NEVINSON, 1898 (7ο – H ήττα, συνέχεια)

“…….Περίπου στις πέντε η ώρα οι Τούρκοι ανανέωσαν την επίθεση με μεγαλύτερη μανία από ποτέ, και για όλους μας οι επόμενες δύο ώρες ήταν οι πιο δύσκολες της ημέρας. Τα δύο μας πυροβόλα δούλευαν ασταμάτητα, και μας ενίσχυσαν μερικοί λόχοι της Γραμμής και μερικοί Εύζωνοι, αλλά και πάλι ήταν μια φρικτή στιγμή όταν, εδώ κι εκεί, οι σύντροφοί μας άρχισαν να πέφτουν. Απλά κυλούσαν ανάμεσα στα βράχια, κείτονταν εκεί και μούγκριζαν απ’ τον πόνο, ώσπου ένας ή δύο σύντροφοι αποσπάστηκαν για να τους σύρουν κάτω στα μουλάρια που αργά – αργά τους έπαιρναν μακριά. Ένας καημένος  Εύζωνος, χτυπήθηκε πολύ περίεργα. Η σφαίρα χτύπησε το πίσω μέρος του λαιμού του στο πλάι. Πετώντας το τουφέκι του ψηλά στον αέρα, έπεσε πάνω σε ένα σωρό από πέτρες και δεν κουνήθηκε ποτέ ξανά. Μετά άκουσα ότι η σπονδυλική στήλη του είχε κοπεί στα δύο. Το σώμα του αφέθηκε εκεί που βρισκόταν. Η καταιγίδα από μολύβι, που μας σάρωνε, κατέστησε σχεδόν αδύνατο πλέον να κοιτάξουμε πέρα από την άκρη του πρόχειρου τοίχου χωρίς σχεδόν βέβαιο θάνατο, και ακόμη και όταν οι σύντροφοί μας  στόχευαν  μέσα από τις  θηλιές και πίσω από το κάλυμμα, σκόπευαν πολύ γρήγορα, χωρίς να βρίσκουν το στόχο τους.

Αμέσως μετά τις έξι, αν τολμούσαν οι Τούρκοι να ανεβούν μαζικά και γρήγορα στην πλαγιά και να μας έρθουν με την ξιφολόγχη, σίγουρα θα μας είχαν καθαρίσει. Συνέχισα να κοιτάζω τον ήλιο που έδυε, αλλά έμοιαζε ακίνητος : νόμιζα ότι δεν θα έδυε ποτέ. Ωστόσο, στις έξι και μισή ο αέρας ήταν σίγουρα πιο σκοτεινός, και ήξερα ότι όλα θα είχαν τελειώσει σε λίγα λεπτά, γιατί οι Τούρκοι δεν πολεμούσαν ποτέ μετά τη δύση του ηλίου. Έτσι επιτέλους γύρισα να κατέβω, λέγοντας καληνύχτα στους Αντάρτες, που επρόκειτο, μετά τις  διαταγές του Τιτάνα τους, να παραμείνουν στη θέση τους μέχρι το πρωί. Καθώς κατέβαινα συνάντησα μουλάρια να έρχονται με κουβέρτες και μερίδες ψωμιού. Τα πυρά συνεχίστηκαν μέχρι που χάθηκε ο ήλιος, και περνώντας μέσα από ένα πυκνό, αρχαίο δάσος με ελιές, στους πρόποδες του βουνού, ήταν και πάλι πολύ ανησυχητικό να ακούς τις σφαίρες να ουρλιάζουν μέσα από τα κλαδιά και να κόβουν τα φύλλα. Όταν τελικά βρέθηκα εκτός εμβέλειας και περπατούσα ήσυχα πάνω από στα σκοτεινά χωράφια δίπλα στο Χάνι, μια καθυστερημένη αγριομέλισσα πέρασε βουίζοντας  κοντά στο αυτί μου, και ακόμη και τότε το υποσυνείδητό μου με ανάγκασε να σκύψω το κεφάλι.

Το επόμενο πρωί – ήταν Πέμπτη 29 Απριλίου – ξημέρωσε  με μοναδική γλυκύτητα. Πάλι είχε πέσει παγετός τη νύχτα, και όταν κοίταξα από το παράθυρο του φρουρίου μου, το έδαφος ήταν γαλάζιο και γκρίζο, αλλά όλες οι βουνοκορφές φλεγόταν από τη λάμψη του ήλιου. Ανάμεσα στους βράχους στους χαμηλότερους λόφους γύρω μου, έβλεπα τις ομάδες των ανδρών με τα μακριά μπλε παλτό τους να στέκονται όρθιοι και να τεντώνονται, και τους άκουγα να φωνάζουν ο ένας στον άλλον για νερό ή μπισκότα. Κάποιοι από αυτούς είχαν ανάψει εδώ κι εκεί κατακόκκινες σπίθες φωτιάς. Ακόμη κι αν δεν ήταν η παρουσία τους, την περιοχή,  όσο γυμνή και τραχιά κι αν ήταν, την διαπέρασε η χαρά και η γαλήνη μιας Ποιμαντικής Συμφωνίας. Μερικά κουδούνια από κατσίκες κουδουνίσανε απαλά. Μια ομάδα αγροτών ντυμένων με δασύτριχα λευκά ρούχα,  με μακριές γκλίτσες  στα χέρια στεκόταν και μιλούσαν κοντά στην πόρτα της αυλής, και είδα το εύστροφο γλίστρημα μιας κοπέλας που ξεπήδησε, με τα μακριά καστανά της πόδια μπερδεμένα σε κουρέλια, κυνηγώντας ένα κερασφόρο πρόβατο και ξεφωνίζοντας τις ίδιες κραυγές που χρησιμοποιούσαν οι βοσκοί στον Θεόκριτο, ενώ τα κρύα ποδαράκια της μετά βίας άφηναν σημάδια στην παγωνιά πάνω στους βράχους. Το ενδιαφέρον μου για την καταδίωξη αυξήθηκε επειδή, με εντολή του ασθενή οικοδεσπότη μου, η κοπέλα προσπαθούσε να πιάσει αυτό το πρόβατο για να το αρμέξουν για το πρωινό μου. Όλο το πρωί έμοιαζε ακίνητο. Δεν ακούστηκε σχεδόν ούτε ένας πυροβολισμός. Είναι αλήθεια ότι ένα ή δύο τουρκικά όπλα συνέχιζαν να μας πυροβολούν κατά καιρούς καθώς καθόμασταν στην πυροβολαρχία  μας, αλλά ήταν απλώς διασκεδαστικό να προσπαθούμε να μαντέψουμε  πόσο πιο  κάτω από εμάς θα εκτοξευόταν η καφετιά γη όταν τη χτυπούσε η οβίδα.

Αμέσως μετά το μεσημέρι έκανα μια βόλτα στο πέτρινο χωριουδάκι μου, ελπίζοντας ότι ο Μαύρος θα είχε επιστρέψει με κάτι να φάμε από την Άρτα. Αλλά όλα ήταν εντελώς αθόρυβα. Ακόμα και ο Σπύρος είχε ξεχάσει τους τρόμους του και κοιμόταν βαθιά στο πάτωμα τυλιγμένος στο χαλί μου. Περπάτησα μέσα από τα ήσυχα σπίτια, σκορπισμένα παντού όπου υπήρχε χώρος για χτίσιμο ανάμεσα στις απότομες πλαγιές και στα χάσματα των χειμάρρων. Βρήκα τη μικροσκοπική εκκλησία — ένα χαμηλό και ισχυρά οχυρωμένο κτίριο, χωρίς παράθυρο, εκτός από μια σχισμή έξι ιντσών στο ανατολικό άκρο. Καθώς όμως περιπλανιόμουν, συνειδητοποίησα σταδιακά ότι τα πυρά είχαν αρχίσει ξανά. Ο ήχος ερχόταν πέρα από το φράγμα του βουνού, στο δεξί μας μέτωπο. Η ίδια θέση με χθες δέχτηκε προφανώς επίθεση. Τότε ήταν περίπου τρεις και μισή, και κάθε πέντε λεπτά ο θόρυβος αυξανόταν.

Με τα κιάλια μου παρακολουθούσα με αγωνία την κορυφή του βουνού, που ήταν αρκετά ορατή για περίπου τα δύο τρίτα του μήκους της. Είδα τους Έλληνες να πυροβολούν ομαδικά, όπως και την προηγούμενη μέρα, και κάποιους να κινούνται ανήσυχα πάνω κάτω, ακριβώς πίσω από τη γραμμή. Φαινόταν ότι υπήρχαν περισσότεροι απλοί στρατιώτες, αλλά λιγότεροι Εύζωνοι. Έβλεπα πότε πότε έναν άντρα να εξαφανίζεται ξαφνικά, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω αν είχε πυροβοληθεί ή είχε σκύψει για να καλυφθεί.  Το γεγονός ότι τους παρακολουθούσα  χωρίς να τους δίνω βοήθεια, ή ακόμη, χωρίς  να είμαι παρών στη σκηνή, δύσκολα αντέχονταν. Βλέποντας ότι είχα κιάλια, μαζεύτηκε γύρω μου ένα μπερδεμένο κουβάρι από βοσκούς και γυναίκες. «Είναι ακόμα εκεί οι Χριστιανοί;» με ρωτούσαν συνέχεια. «Ναι, είναι εντάξει», απαντούσα επανειλημμένα. «Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας». Αλλά, ευτυχώς, παρ’ όλα όσα μπορούσα να τους πω, οι περισσότεροι από αυτούς άρχισαν να μαζεύουν τα κοπάδια και τα υπάρχοντά τους, για να είναι έτοιμοι.

Στις τέσσερις και μισή υπήρξε μια τεράστια αύξηση στα πυρά – το είδος της ενθουσιασμένης αύξησης που κάποιος ενστικτωδώς ξέρει ότι πρέπει να προηγείται μιας επίθεσης σώμα με σώμα. Ήταν ένας συνεχής βρυχηθμός τουφεκιού. Λίγα λεπτά αργότερα είδα τα δύο πυροβόλα μας  μας να κατεβαίνουν βιαστικά προς τα μουλάρια. Οι ομάδες των υπερασπιστών κατά μήκος των υψωμάτων άρχισαν να κοιτούν πίσω τους. Σαν μια ομάδα, όλοι μαζί,  οπισθοχώρησαν τρεις ή τέσσερις γιάρδες, και μετά μερικές από τις ομάδες προχώρησαν ξανά προς την άκρη. Μετά άκουσα να υψώνεται μια κραυγή, «Τι να κάνουμε;» και ότι κάποιοι αξιωματικοί φώναξαν, «Φύγετε!». Την επόμενη στιγμή, οι στρατιώτες μας, σε μακριές μπλε σειρές, κατέβηκαν τρέχοντας από την πλαγιά του βουνού, πέφτοντας με το κεφάλι και πηδώντας πάνω από τα βράχια καθώς έφταναν. Δεν είχαν φύγει καλά – καλά όλοι, όταν η κορυφή όπου βρισκόμασταν άρχισε να γεμίζει παντού  με  μαύρες φιγούρες, που κουνούσαν  τα χέρια τους, προφανώς φωνάζοντας και πυροβολώντας με τα τουφέκια τους στην τύχη,  προς τα κάτω στην κοιλάδα μας. Ο λεπτός ήχος μιας τρομπέτας ακούστηκε  από το ψηλότερο σημείο κόντρα  στον ήλιο που έδυε. «Αυτή είναι η τουρκική τρομπέτα!», φώναξε μια φτωχιά βοσκοπούλα  δίπλα μου. Το ήξερε πάρα πολύ καλά. Αμέσως μετά τις πέντε, ολόκληρη η κορυφή του βουνού ήταν κατάμαυρη από Τούρκους. Ο διάβολος ήταν και πάλι στο πλευρό των μεγάλων ταγμάτων και η μοναδική μας ευκαιρία για κατάκτηση ήταν νεκρή.

Οι βοσκοί δεν περίμεναν να ακούσουν περισσότερα. Όταν κοίταξα τριγύρω, είχαν ήδη φύγει και έδεναν τα υπάρχοντά τους σε μπόγους, τα φόρτωναν στις πλάτες των γυναικών, μαζεύοντας τα παιδιά τους, τις κατσίκες, τα πρόβατα, τις αγελάδες, τις κότες ή ό,τι άλλο πολυτιμότερο είχαν. Γύρισα πίσω στο φρούριο μου και βρήκα τον Σπύρο στην αυλή να μην μπορεί να μιλήσει ή να σταθεί από τον τρόμο. Είχε δέσει τις αποσκευές μας στο μουλάρι και τις είχε δέσει  λάθος. Με την ελπίδα να ηρεμήσω τα νεύρα του, τα έβγαλα όλα, τα φόρτωσα ξανά σωστά και μετά γύρισα τα κιάλια μου ξανά στο βουνό. Οι Τούρκοι έμοιαζαν με σμήνος από σκαθάρια. Άκουσα μετά ότι πάνω από 5000 από αυτούς συμμετείχαν σε αυτή την επίθεση. Εξακολουθούσαν να φωνάζουν, να κυματίζουν την κόκκινη σημαία τους και να σπαταλούν μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών, πυροβολώντας πάνω μας. Εδώ κι εκεί μεμονωμένες ομάδες σέρνονταν στους βράχους, αλλά δεν φαινόταν να υπάρχει οργανωμένη προσπάθεια καταδίωξης. Έχοντας δει αρκετά, είπα «Έτοιμος» και γύρισα στον Σπύρο, αλλά εκείνος είχε ήδη φύγει χωρίς εμένα, και οδηγώντας το μουλάρι, παράτησα το χωριό μόνος μου. Δεν έμεινε ψυχή σε αυτό, και εκείνο το βράδυ κάηκε εντελώς.

Δεν άργησα να προσπεράσω το πίσω μέρος της γενικής διαδρομής. Από όλες τις πλευρές οι δυστυχισμένοι Χριστιανοί ξεχύνονταν από τα βουνά από ανύποπτες κρυψώνες, φώναζαν ο ένας στον άλλο και παρότρυναν τα κοπάδια τους προς τα εμπρός εκτοξεύοντας φυσίγγια πάνω από τα κεφάλια τους. Ο ορεινός δρόμος μπλοκαρίστηκε γρήγορα και η κίνηση έγινε πολύ αργή. Σύντομα διαπίστωσα ότι η ομάδα  μας θα ήταν εντελώς απροστάτευτη. Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στην πυροβολαρχία μας, είδα ότι τα όπλα είχαν φύγει, και το κομβόι των μουλαριών τους έτρεχε ήδη βιαστικά κατά μήκος της κοιλάδας. Οι πυροβολισμοί στο πέρασμα είχαν σταματήσει και μικρά πλήθη στρατιωτών συνωστίζονταν στο πίσω μέρος των πυροβόλων. Εδώ κι εκεί τα τμήματα των Ατάκτων, σε μικρές ομάδες έμοιαζαν με κομμάτια φύλλων που ο άνεμος τα σκορπίζει  πριν από το πέρασμα μιας καταιγίδας. Σε όλους τους λόφους τριγύρω είδα τα αποσπάσματα της γραμμής σκυμμένα και τυλιγμένα στις χλαίνες  τους,  να σέρνονται προς κάτω ένα – ένα, για να ανακατευτούν στο κοπάδι με τους φυγάδες. Θα ήταν δύσκολο ακόμη και για τα καλύτερα στρατεύματα να μείνουν ασυγκίνητα σε μια τέτοια σκηνή. Δεν υπάρχει τίποτα πιο συνταρακτικό από το θέαμα ανθρώπων να τρέχουν να ξεφύγουν απ΄’ τον κίνδυνο και μέσα στο πλήθος και τη σύγχυση να έχει χαθεί κάθε έννοια  προσωπικής ντροπής…..”.(Πηγή : SCENES IN THE THIRTY DAYS WAR BETWEEN GREECE & TURKEY –  1897, BY HENRY W. NEVINSON, London, J. M. DENT & CO. 29 and 30 BEDFORD STREET, W.C., 1898 – Μετάφραση Α. Καρρά)

Στο χαρακτικό από το βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Henri Turot, με τίτλο  “L’insurrection crétoise et la guerre Gréco-Turque : Ouvrage contenant soixante-quatorze illustrations ; d’apres les photographies de l’auteur Paris”, ένα κομβόι προσφύγων στον πόλεμο του 1897.

Δημοσιεύθηκε στη Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 | Σχολιάστε

Στο προαύλιο του Αγίου Βασιλείου…..

Διαβαίνοντας μπροστά από την αυλή της εκκλησίας του Αγίου Βασιλείου προχτές….

Δημοσιεύθηκε στη Ό,τι έχει απομείνει απ’ την Άρτα του χτες….. | Σχολιάστε

Ο Άγιος Βασίλειος – 1966

Η εκκλησία του Αγίου Βασιλείου από τα ανατολικά, σε φωτογραφία του αρχαιολόγου Π. Βοκοτόπουλου, τον Αύγουστο του 1966. (Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Θεσσαλονίκη, 2011)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Τα παιγνίδια στους Ταμπακιάδες…(γ’ μέρος)

(Από την περιγραφή των παιδικών παιγνιδιών στους Ταμπακιάδες από τον Αλέκο Χατζηιωάννου…)

Τα παιγνίδια του πολέμου – Τόπος συνάντησης της παρέας δεν ήταν μόνο ο ίσκιος του πλάτανου αλλά και τα κλαδιά του (είχαμε φτιάξει φωλιά στην πιο ψηλή διχάλα, όπως θα δείτε σε σχετική φωτογραφία). Αξιοσημείωτα γεγονότα την περίοδο αυτή, απ’ όσο θυμάμαι είναι η έκρηξη που καταφέραμε το Νοέμβρη του 1944 (κυρίως με πρωτοβουλία και ευθύνη δικιά μου) δίπλα από το σκάμα με 50 κομμάτια δυναμίτη (το καθένα μεγέθους όσο το κομμάτι πράσινου σαπουνιού που πουλιόταν τότε στα μπακάλικα) κι είχε σαν αποτέλεσμα ν’ ανοίξει τάφρος διαμέτρου δυο μέτρων και αντίστοιχου βάθους. Ο πλάτανος είχε αποψιλωθεί από τη φυλλωσιά του πάνω από το σημείο της έκρηξης και τα σπίτια της γειτονιάς ταρακουνήθηκαν επικίνδυνα (στο σπίτι μου έπεσαν οι τσιατμάδες των τοίχων). Δεν θυμάμαι ποιοι ήταν εκεί, γιατί παρακολουθούσαν το εγχείρημα πολλά μικρότερα παιδιά της γειτονιάς. Ευτυχώς δεν είχαμε ούτε ένα θύμα, καθώς όλοι είχαν αμπαρωθεί στο παρακείμενο χαντάκι.

Ύστερα από λίγες μέρες κάναμε χρήση των δακρυγόνων που είχαν διασκορπίσει οι Γερμανοί εκτός απ’ τους δυναμίτες. Σπάγαμε τις κάψουλες του δακρυγόνου δίπλα απ’ τα παράθυρα και καλούσαμε τις γειτόνισσας να βγουν. Έγινε της κακομοίρας από τις βρισιές και τις κατάρες. (Συνεχίζεται…)

Στη φωτογραφία “Ανάμεσα στα κλαδιά του θρυλικού πλάτανου της Ταμπακιάδας το 1950”. Στη μέση ο Ευδόκιμος Μποτσώλης (Νομαρχιακός Υπάλληλος), τα αδέλφια Τιμολέοντα Χατζηιωάννου, ο Αλέκος (Ιατρός – Νευρολόγος) και ο Φωκίων (Καθηγητής με υποτροφία στη Ν.Α.Σ.Α. & στο Φυσικό του Παν. Αθηνών) και ο Αίας Τριάντης (Ηθοποιός). [Φωτο από αρχείο Μιχ. Γ. Νικάκη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς]

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

Ο Παπαεμμανουήλ στην Άρτα!

Ιούνιος 1972 – Ο σούπερ κανονιέρης στην Άρτα. Η πρώτη ομάδα που προπόνησε ήταν η «Θεά». Από δεξιά : Χαρίλαος Δ. Σκορδής, Χαρίλαος Καλιακάτσος (Αντιπρόσωπος, Έμπορος αναψυκτικών), Τάκης Αθανασίου (Ξενοδοχείο ΑΝΕΣΙΣ), Βασίλειος Καρατσιώλης (Ιατρός Παθολόγος – Πρόεδρος), Κώστας Κουφός (Δ/ντης Εργατικής Εστίας, Γεν. Αρχηγός), Κώστας Τσιρογιάννης (Γραμματέας Πρωτοδικείου). [Έρευνα, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς]

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

Βόλτα στο Κάστρο….

Στιγμιότυπο από μια κλασσική, καλοκαιριάτικη βόλτα στο Κάστρο και το Ξενία από τη δεκαετία του ’60. Πρώτη αριστερά η Βαγγελιώ Θεοδώρου – Κάτσινου από τη συλλογή της οποίας είναι και η φωτογραφία…..

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

Σκίτσο του Κάστρου της Άρτας

Σκίτσο του Γιάννη Γκίκα με τα τείχη του Κάστρου της Άρτας όπως φαίνονται απ’ το εσωτερικό. (Πηγή : Κάστρα – Ταξίδια, Β’ τόμος, Γιάννης Γκίκας, Αθήνα, 1981)

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

Το Κάστρο της Άρτας μέσα από την περιγραφή του Γιάννη Γκίκα (α’ μέρος)

Την δεκαετία του ’70, ο Γιάννης Γκίκας ξεκίνησε ένα ταξίδι στα Κάστρα της Ελλάδας. Η «καστρική εποποιία» του Γιάννη Γκίκα, πήρε το Κρατικό Βραβείο Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας κι έφτασε αίσια στο τέλος το 1995 με τον πέμπτο του τόμο. Στο Β’ τόμο της σειράς για τα Κάστρα – Ταξίδια, που κυκλοφόρησε το 1981, συγκαταλέγεται και το πέρασμα του συγγραφέα από το Κάστρο της Άρτας, όπου ο συγγραφέας μας δίνει μια καταπληκτική περιγραφή του εσωτερικού χώρου και του ξενοδοχείου “Ξενία”:

“……Η πρώτη μου επαφή με το κάστρο τής Άρτας, έγινε απ’ το «Ξενία»! Μη παραξενεύεσθε. Για όσους δεν το ξέρουν, το ξενοδοχείο «Ξενία» είναι χτισμένο μέσ.’ στον περίβολο του κάστρου. Βασικά, αντιπαθώ τα ξενοδοχεία με τίς υποχρεωτικές ημιδιατροφές, τα τυποποιημένα πρωινά και με τίς τσουχτερές τιμές.  Εδώ, όμως, ήταν μια κατάσταση ανάγκης για μένα, αφού ήθελα να ζήσω δυο-τρείς μέρες από πολύ κοντά το αντικείμενο τού ενδιαφέροντος μου.

Έφτασα λίγο πριν σουρουπώσει, τακτοποιήθηκα σ’ ένα δωμάτιο και βγήκα στο μπαλκόνι, απ’ όπου είδα ένα θεσπέσιο, ένα ειρηνικό τοπίο να ξανοίγεται σ’ όλην την έκταση, προς τ’ ανατολικά της πολιτείας. Μπροστά μου, απλωνόταν ένα μέρος απ’ τον περίβολο τού κάστρου γεμάτο πορτοκαλιές κι άλλα δέντρα και, λίγο παρακάτω, οι δαντελωτές επάλξεις του τείχους, να κόβουν, σε κανονικά διαστήματα και κάθετα, τον Άραχθο πού κύλαγε ήρεμα ανάμεσα απ’ τούς καλαμιώνες και τίς λιγνόκορμες λεύκες. Στο βάθος, στ’ αριστερά, τα Τζουμέρκα. Κι αγνάντια, πέρα απ’ το ποτάμι, τα χωριά Γραμμενίτσα, Βλαχέρνα και το Πέτα με το λόφο του, όπου έγινε το 1822 εκείνη η φονική για τούς Έλληνες και Φιλέλληνες μάχη. Όλη αυτή η απλωσιά, όλη αυτή η λάκκα πού διασχίζεται απ’ το ποτάμι, σου δίνει την εντύπωση και την ψευδαίσθηση πως βρίσκεσαι σ’ ένα νερόχαρο νησιωτικό τοπίο κι όχι στην Ήπειρο τη βουνίσια.

Αφού χάρηκα αυτή τη θέα, μετά, βγήκα και κάθισα στην «καφετέρια» του ξενοδοχείου, σ’ ένα τραπεζάκι, κάτω απ’ τα πεύκα. Απ’ το σημείο τούτο έχεις μπροστά σου εκείνη την πλευρά των τειχών και προμαχώνων, όπου και η κύρια πύλη. Πρασινάδες χάμω και γκαζόν και δρομάκια που στις άκριες τους είναι μπηγμένα τα σαν μανιτάρια εκείνα φωτάκια που, τις νύχτες, δημιουργούν ευχάριστο και διόλου ενοχλητικό φωτισμό. Όταν σε λίγο σκοτείνιασε και ανάψαν τα φωτάκια, το περιβάλλον πήρε μιάν άλλη όψη, ειδυλλιακή θα ’λεγα, που ’ρχόταν σε κάποιαν αντίθεση με τη μουντάδα των τειχών που στέκανε παρέκει ακίνητα, βλοσυρά και αινιγματικά, ξένα σώματα κι απόκοτα μέσα σε τούτον τον εξωραϊσμένο περίβολο. Κι όταν αργότερα βγήκε το φεγγάρι, ένα κοκκινωπό μισοφέγγαρο, θα προτιμούσα να ’τανε σβηστά τα φώτα των βραγιών και των καλλωπιστικών φυτών, γιατί θα ’τανε ακόμα πιο ωραίο, πιο συνταιριαχτό, να φωτιζόντουσαν αυτές οι επάλληλες πέτρινες ασπίδες των τειχών, η πύλη και οι ψηλοί πύργοι, απ’ τ’ αμυδρό φως του φεγγαριού και των αστεριών. Και το τρεμουλιαστό σπινθήρισμα των αστεριών και η σιγανή πορεία του φεγγαριού και τα κάποια συννεφάκια πού αιφνιδιαστικά θα παρεμβάλλονταν ανάμεσα γη και ουρανό, όλα αυτά θα δημιουργούσαν τα φωτιστικά εφέ, που αρμόζουνε σ’ ένα τέτοιο καστροπεριβάλλον. Αλλά, αυτά, είναι καλό να τ’ απολαμβάνεις σε κάστρα μοναχικά, σε κάστρα στεριωμένα σε κορφές βραχόβουνων κι όχι σε τέτοια πεδινά φρούρια, όπως της Άρτας, που ’ναι μέσ’ στην πόλη και που έχει δεχτεί τις υποχρεωτικές επεμβάσεις και φροντίδες των σύγχρονων αντιλήψεων.

Εξαιτίας, λοιπόν, του «Ξενία», το εσωτερικό του κάστρου της Άρτας είναι περιποιημένο κ’ είναι αυτός ο τόπος, ο αγαπημένος περίπατος των Αρτινών και των ξένων που επισκέπτονται την πόλη. Γιατί, πέρα απ’ τις παλιές της εκκλησιές και το γιοφύρι, η Άρτα δεν έχει και τίποτ’ άλλο παλιό να δείξει, παρά μόνο αυτό το κάστρο, που ’ναι κ’ ένα εντυπωσιακό απομεινάρι απ’ την εποχή της ακμής του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Δεν ξέρω ποια θα ’τανε η τύχη αυτού του κάστρου να μεσ’ στον περίβολό του δεν είχε χτιστεί το ξενοδοχείο. Επειδή, όμως, έχω κάποια πείρα απ’ τις περιπλανήσεις μου στα κάστρα της πατρίδας μας, μπορώ με σιγουριά να πω, πως το κάστρο θα ’χε μεταβληθεί σε σκουπιδότοπο και σέ καταφύγιο νυχτερινό λογής λογής ανθρώπων……” (Πηγή : Κάστρα – Ταξίδια, Β’ τόμος, Γιάννης Γκίκας, Αθήνα, 1981)

Στη φωτογραφία ” Μέρος του εσωτερικού του Κάστρου της Άρτας, που ο ταξιδιώτης μπορούσε να δει από την καφετέρια του Ξενία σε φωτογραφία του Δ. Παπαδήμου τη δεκαετία του ’60” (Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.)

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ – ΚΕΡΚΥΡΑ, 1967

16 Απριλίου 1967. Αγώνας με την Κέρκυρα….….Ηλίας Καλπακούλας, Δ. Μπούσης, Ν. Στέρτσιος, Ν. Τσαντής, Χρ. Τζώρας, Κίτσης, Δ. Ντεκουμές, Γ. Χαρμπής, Σακαγιάννης, Γ. Παππάς, Δημ. Α. Καραβασίλης, Στ. Μπούγας, Απόστ. Β. Γιώτης, Χρ. Παπαδέας, Λάμπ. Τσάπαλης, Κ. Διαμάντης, Σπύρος Δ. Τρομπούκης, Χ. Κουτσογεώργος, Άρης Περπερίδης, Κων. Δ. Γκίζας, Λάμπ. Σωτάκης, Γ. Σωτηρίου, Κωσταντής Μαστρογιάννης, Κ. Καλοκαίρης, Κ. Τσώρος, Κων. Γ. Σακκάς, κ.α. (Φωτο από αρχείο Κων/νου Σακκά, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

Στα Θεοδώριανα…

Ο καταρράκτης στα Θεοδώριανα σε φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή, το 1938. (Φωτο από αρχείο Νίκου Φασουλή)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε