Η Σκουφά από ψηλά…

Η Πλατεία Μονοπωλείου, η οικία Μιζάν και τμήμα της οδού Σκουφά με καταστήματα, όπως φαίνονται από το μπαλκόνι της οικογένειας Πίτσιλη, στη γωνία που σήμερα βρίσκεται το Florian cafe & chocolaterie. Η φωτογραφία είναι από την δεκαετία του ’60. (Φωτο από ιδιωτική συλλογή)

Μπορείτε να δείτε μια ακόμη φωτογραφία της οικίας Πίτσιλη στο λινκ https://doxesdespotatou.com/oikia-pitsili/

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

Τα κελιά της Παργιορίτσας, τα πρώτα σπίτια των μουσικών!

Τα κελιά της Παρηγορήτισσας όπου είχαν καταλύσει οι παλιοί οργανοπαίχτες όταν πρωτοήρθαν στην Άρτα, σε φωτογραφία του 1922. (Φωτο από αρχείο Γιάννη Έξαρχου)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Οι παλιοί οργανοπαίχτες της Άρτας!

“Δεν είναι εξακριβωμένο πότε ακριβώς ήρθαν στην Άρτα. Απ’ τους ηλικιωμένους τότε, άλλοι έλεγαν ότι ήρθαν το 1850, άλλοι έλεγαν πως ήρθαν αργότερα, πριν φύγουν οι Τούρκοι απ’ την Άρτα για το γιοφύρι. Πάντως όταν ήρθαν κατέλαβαν τα κελιά της Παργιορίτσας και ήταν γιομάτα όλ’ αυτά τα σπιτάκια πίσω απ’ την εκκλησία, σε μερικά ήταν και δυο οικογένειες.

Εκεί μέσα έκαιγαν φωτιές όλη μέρα να ζεσταθούν και να μαγειρέψουν. Τα σπίτια αυτά ήταν κατάμαυρα απ’ τον καπνό, άλλα είχαν πρόχειρη πόρτα και σε άλλα είχαν κουβέρτα. Όταν έκανε καλή μέρα, έβγαιναν στην αυλή και έκαναν πρόβες. Τα όργανά τους ήταν βιολιά, κλαρίνα, σαντούρι, ταμπουρά, λαούτο πλην κιθάρας. Αυτό δείχνει πως ήρθαν από αραβικές χώρες. Οι ηλικιωμένοι μίλαγαν μεταξύ τους σε άλλη γλώσσα. Ένας ψηλός, Στέργιος τ’ όνομά του, έπαιζε ένα μεγάλο σαντούρι με τα δάχτυλα (όχι με κοπανάκια) κι έβγαζε μια αρμονία που μάγευε.

Αυτούς έπαιρναν για οτιδήποτε χαρά – γάμο αρραβώνες – πανηγύρια καθώς και σε εκλογές. Ο νικητής βουλευτής, ο Δήμαρχος συγκροτούσε διαδήλωση με παραταγμένους μπροστά όλους τους οργανοπαίχτες.  Μπροστά απ’ αυτούς  ήταν ο Μπουροβίλης (πρόκειται για λαϊκό τύπο της πόλης), κρατώντας μεγάλη σημαία. Όλοι τους ήταν μελαχρινοί και η συμπεριφορά τους διαφορετική απ’ τους άλλους κατοίκους. Σιγά – σιγά, με το πέρασμα του χρόνου απόκτησαν λεφτά, παντρεύτηκαν, κονόμησαν σπίτια και έφυγαν λίγοι – λίγοι απ’ τα κελιά. Τώρα δεν ξέρω σε τι κατάσταση βρίσκονται. Τότε σαν παιδί πήγαινα συχνά εκεί, ήθελα ν’ ακούω τις πρόβες τους…..” (ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΡΤΑ, Λεωνίδας Βλάχος, Εφημερίδα ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ, Φεβρουάριος 1986)

Στη φωτογραφία “Γλέντι Αρτηνών τη δεκαετία του 1920” από το Λεύκωμα ΠΡΟΤΑΣΗ, Άρτα, 1999.

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Καλά Χριστούγεννα!!!

Πολλές ευχές για ευλογημένα και χαρούμενα Χριστούγεννα σε όλους, μέσα απ’ την καρδιά μας….!

Δημοσιεύθηκε στη Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στα ορεινά της Άρτας

“………Παρατήσαμε τον κέδρο στην άκρη της αυλής και πριν κάνουμε οτιδήποτε άλλο, μπήκαμε μέσα και καθίσαμε μπροστά στο τζάκι να πάρουμε μια πύρα. Οι ζεστές φλόγες της φωτιάς και το ζεστό τσάι που είχε ετοιμάσει η μάνα, έκαναν το σώμα μας να χαλαρώσει, να νιώσει τη θαλπωρή του φτωχικού μας σπιτιού και να διώξει τους φόβους μου για το δασοφύλακα, αφού είχαμε απομακρυνθεί πολύ απ’ τον τόπο του «εγκλήματος»!…

      Σε λίγο, με τις δυνάμεις ανανεωμένες, καθαρίσαμε τα χαμηλά κλαδιά του κέδρου και μπήξαμε τον κορμό του σ’ έναν τενεκέ που στο χώμα του  η μάνα μας φύτευε βασιλικούς το καλοκαίρι και τον βάλαμε σε μια γωνιά του χειμωνιάτικου δωματίου, για να τον στολίσουμε. Το στόλισμα του δέντρου ήταν μια ιεροτελεστία για μας. Για να βελτιώσουμε αισθητικά τον τενεκέ, τον καλύπταμε με μούσκλα (βρύα) που από το απόγευμα της προηγούμενης μέρας είχαμε μαζέψει από την κατάφυτη πλαγιά που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι μας και στο πάνω μέρος του ετοιμάσαμε ένα βαθούλωμα για φάτνη. Κρεμούσαμε τα οικολογικά, σκέφτομαι τώρα, στολίδια και απλώναμε σε όλα τα κλαδάκια του κέδρου αφράτο βαμβάκι. Τα στολίδια ήταν κατά κανόνα κυπαρισσόμηλα,  κουκουνάρες πεύκου και βελανίδια βαμμένα με ασημί μίνιο. Κρεμούσαμε επίσης αστεράκια, αγγελάκια κι αι – Βασίληδες από χρωματιστό χαρτί, όλα κατασκευές από το μάθημα της χειροτεχνίας στο σχολείο. Αν είχαμε κανένα πενηνταράκι ή καμιά δραχμούλα  αγοράζαμε και κανένα στολίδι απ’ αυτά που είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους στα μπακάλικα του χωριού, αλλά αυτό ήταν τόσο σπάνιο που αρκούμασταν στις δικές μας ευρεσιτεχνίες. Το στόλισμα συμπληρώνονταν με την τοποθέτηση στη φάτνη μιας κάρτας που εικόνιζε τη γέννηση του Χριστού, πολύτιμο ενθύμιο από κάποιον ξενιτεμένο συγγενή.

      Μετά από αρκετό αγώνα, το δέντρο μας ήταν έτοιμο. Το χαζεύαμε και δεν χορταίναμε. Τώρα περιμέναμε με αγωνία τα σχόλια των δικών μας και όσων συγγενών και γειτόνων θα ’ρχονταν να μας ευχηθούν στη διάρκεια των γιορτών. Ό, τι και να μας έλεγαν ήταν ευπρόσδεκτο, η χαρά της δημιουργίας ήταν τόσο δυνατή που δεν μας ένοιαζε τίποτα. Μας ήταν αρκετό που συνεχίζαμε ένα έθιμο που μας άρεσε και που έρχονταν, τότε δεν το γνωρίζαμε κι ούτε μας ένοιαζε το πώς και το γιατί, από την αρχαία γιορτή των «Δενδροφοριών». Ως απαραίτητο συμπλήρωμα της εορταστικής ατμόσφαιρας, βάλαμε κάτω από  το δέντρο και τα δώδεκα στεφάνια από κλαδιά αγριοκερασιάς που είχε φτιάξει η μάνα μας, για να ρίχνουμε κάθε βράδυ του Δωδεκαήμερου από ένα στη φωτιά και να την «παντρεύουμε».

      Έξω συνέχιζε να πέφτει το χιόνι και σιγά σιγά έρχονταν η νύχτα. Στο τζάκι η φωτιά καταβρόχθιζε τα χοντρά κούτσουρα κι εμείς καθισμένοι γύρω απ’ την τάβλα τρώγαμε το τελευταίο για κείνη τη χρονιά νηστίσιμο δείπνο. Η μάνα τηρώντας μια πανάρχαια μαγική πράξη ευγονίας, έφερε κλωνάρια κέδρου και αγριοκερασιάς για να «παντρέψουμε τη φωτιά». Πήραμε όλοι από ένα κλαδάκι, το ρίξαμε πάνω στις αναμμένες φλόγες, ρίξαμε κι ένα στεφάνι απ’ αυτά που είχαμε βάλει κάτω απ’ το δέντρο κι ευχηθήκαμε όλοι, πολλές φορές, μ’ ένα στόμα: «Αρνιά, κατσίκια, νύφες, γαμπρούς!…». Τα κλαδιά των αγκαθωτών δέντρων καίγονταν κι ανάδυαν μια ευχάριστη μεθυστική μυρουδιά κι εμείς ελπίζαμε πως κάνοντας και λέγοντας όλα αυτά θα εξασφαλίζαμε αφθονία κι ευτυχία στο σπιτικό μας. Μπορώ να πω ότι το είχαμε σίγουρο, αφού από γενιά σε γενιά είχαμε μάθει, κι αφού μας το βεβαίωναν οι μεγαλύτεροι, πιστεύαμε πως τα δέντρα που έχουν αγκάθια και άρωμα διώχνουν όλους τους δαίμονες και μέρες που ήταν έδιωχναν οπωσδήποτε τους καλικάντζαρους και κάθε τι που μπορούσε να μας προκαλέσει κάποιο κακό.       Μ’ αυτά και με κείνα, κι αυτή η παραμονή των Χριστουγέννων όδευε προς το τέλος. Φιλήσαμε και καληνυχτίσαμε τους γονείς μας, κάναμε την προσευχή μας,  πήραμε μια γερή πύρα  και πήγαμε για ύπνο. Η φωτιά συνέχισε να καίει. Έπρεπε να σιγοκαίει όλη τη νύχτα, αφού έτσι θα εμποδίζονταν οι καλικάντζαροι να μπουν απ’ την καμινάδα και να μαγαρίσουν τις λιχουδιές που είχε ετοιμάσει η μάνα για το χριστουγεννιάτικο γεύμα.  Τη διατήρηση της φωτιάς, όπως και τόσα άλλα, ως άλλη Εστιάδα την είχε φροντίσει ο άγγελός μας, η μάνα μας, η οποία είχε βάλει στο τζάκι ένα τεράστιο κούτσουρο από το γέρικο πουρνάρι που είχαν υλοτομήσει πριν αρχίσουν τα κρύα του χειμώνα.” (Απόσπασμα από το διήγημα της Παναγιώτας Λάμπρη, φιλολόγου και συγγραφέως,  από τη συλλογή διηγημάτων της με τίτλο “Το χάσικο ψωμί”, 2009).      

Στη φωτογραφία Σκίτσο του κ. Μόραλη με τίτλο “ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ” από το εξώφυλλο παιδικού περιοδικού της δεκαετίας του ’30. Δεν γνωρίζουμε αν ο δημιουργός ήταν ο Γιάννης Μόραλης, είναι όμως πολύ πιθανό, καθώς γεννήθηκε το 1916.

   

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Το καφενείο του Γαλανού!

Το καφενείο του Γιάννη Γαλανού* στην συνοικία Τουρκοπάζαρο επί της οδού Τζαβέλα, την δεκαετία του ’80, πριν ακόμα γκρεμιστεί. Ο ιδιοκτήτης του είχε μεγάλη αδυναμία στα πουλιά, που τα κλουβιά τους ήταν κρεμασμένα μέσα κι έξω στο καφενείο και διασκέδαζαν τους πελάτες, που απολάμβαναν τον καφέ ή το ποτό τους. Στην άκρη δεξιά είναι ο Μιχ.Μπαρκούζος. Με το μπουζούκι είναι ο Νίκος Γαλανός, γιός του ιδιοκτήτη του καφενείου. (Η πολύ όμορφη φωτογραφία, που μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής, είναι του Βασίλη Γκανιάτσα, όπως αναρτήθηκε στο ιστολόγιό του στο φβ).

*Μπορείτε να δείτε μια παλιότερη φωτογραφία του καφενείου στο λινκ https://doxesdespotatou.com/to-kafeneio-toy-gianni-galanoy/

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Τα παιγνίδια στους Ταμπακιάδες (ε’ μέρος)

(Το κυνήγι της καρδερίνας – Από την περιγραφή των παιδικών παιγνιδιών στους Ταμπακιάδες, από τον Αλέκο Χατζηιωάννου…)

“Μεταξύ άλλων ενασχολήσεων ήταν συνηθισμένο και το κυνήγι της καρδερίνας (στραγαλίνι) με ξόβεργες.  Ήταν τέτοιο το πάθος για κάποιους ώστε, απ’ ότι θυμάμαι είχαν αναπτύξει ειδική αργκό για να περιγράφουν τις ωδικές αρετές των αιχμαλωτισμένων πουλιών.

Η πιο φρέσκια μου ανάμνηση από μια τέτοια σκηνή είναι η ακόλουθη: Δεντρίλιο με ξόβεργες έχουν στήσει ο Λύσσανδρος ο Πάπαρης με γνωστό μας παιδί πολύ πιο μεγάλης ηλικίας, αιωνόβιο μαθητή, τον Χαριλάκη Κατσικογιώργο, στο γιαλό πίσω από το καστράκι. Είναι κρυμμένοι πίσω από όχθο άμμου και «μαυλάνε» (ωσεί πορδίζοντας τα χείλη τους). Τη στιγμή που συναντούσα την παρέα, είχε κολλήσει στραγαλίνι στις ξόβεργες, τα παιδιά προβαίνουν τρέχοντας, ο Κατσικογιώργος το χουφτώνει πρώτος και με μια διερευνητική ματιά γύρω από την κόκκινη άλω που περιβάλλει το ράμφος του πουλιού, καταλήγει να αναφωνεί σε κατάσταση έξαλλου ενθουσιασμού : «Είναι παλιός απέκατος, τσιτζ βεσλί βεσλιού, πεχ χλιά, τσον κουρ τζιού» με το τελευταίο προφανώς να αντιπροσωπεύει τη μουσική γκάμα του πτηνού και περιγράφεται με την ιδιότυπη αργό της περιόσου. Εγώ έμεινα άναυδος γι’ αυτό το θυμάμαι σαν να’ ταν χτες…!”

Στη φωτογραφία ένα από τα μικρά τότε παιδιά της Ταμπακιάδας (1955), ο Ευστάθιος Γιαννής με το σκυλάκι του. Ήταν αριστούχος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και του Παν. Αθηνών. Το σπίτι του ήταν στο τέρμα της οδού Γόργου, που καταλήγει στην μικρή πύλη της Βόρειας πλευράς του Κάστρου, απ’ όπου συνήθως άρχιζε η κατεβασιά του Αράχθου όταν φούσκωνε…. (Φωτο από το Λεύκωμα ΤΑΜΠΑΚΙΑΔΑ, Κ. Μπανιάς, Άρτα, 2023)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

Στην Ταμπακιάδα το 1952!

Το Λάβαρο με τα αρχικά «Αθλητικός Όμιλος Ταμπακιάδας» το κρατά πίσω ο Απόστολος Κύρκου Χουλιάρας. Μαζί του ο Αλέκος Τιμ. Χατζηιωάννου (Νευρολόγος). Αριστερά ο Λύσσανδρος Β. Πάπαρης. Κάτω μπροστά ο αδελφός του Γεώργιος Πάπαρης (Διευθυντής Αγρονομίας), ο Ξενοφών Τιμ. Χατζηιωάννου (Καθηγητής Φυσικός) και ο Ευδόκιμος Χαρωνάς. (Φωτο από αρχείο Μ. Γ. Νικάκη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς – Λεύκωμα ΤΑΜΠΑΚΙΑΔΑ, Άρτα, 2023)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

ΑΕΤΟΙ, 1957

Αριστερά ο Νίκος Γαζέτας (Δικηγόρος, Γενικός Αρχηγός, Διευθύνων Σύμβουλος της Σ.Π.Ε.Κ.Α.) και δεξιά ο Σπύρος Σταυρόπουλος (Σκόρερ). [Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Αετού | Σχολιάστε

Η υποστήριξη της Γερμανίας στον πόλεμο του ’97

“…….Ως το 1887, μεθοδικά οι Γερμανοί κατάφεραν να εισχωρήσουν στα υψηλά κλιμάκια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Αβδούλ Χαμίτ, έγινε ένθερμος φίλος των Γερμανών.

Το γερμανικό χρήμα, είχε επίδραση στους Οθωμανούς κυβερνήτες και ο αιμοσταγής σουλτάνος κολακεύτηκε υπερβολικά από την ευμένεια και τη φιλία του Μπίσμαρκ. Ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη ήταν αγανακτισμένη με τα εγκλήματα των Οθωμανών εναντίον των Χριστιανών, στη Γερμανία ακούγονται διθυραμβικά σχόλια γι΄ αυτούς. Το 1879, ο Γερμανός αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β’ γνωστότερος ως Κάιζερ, επισκέπτεται την Κωνσταντινούπολη και απονέμει εκατοντάδες παράσημα σε Τούρκους τιτλούχους.

Ακολουθεί στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Οι πύλες της Στρατιωτικής Ακαδημίας του Βερολίνου άνοιξαν για τους Τούρκους αξιωματικούς, ενώ ο Γερμανός Στρατηγός φον Γκολτς, ανέλαβε να αναδιοργανώσει τον οθωμανικό στρατό. Ο φον Γκολτς, πασάς πλέον, διακήρυττε ότι θα θάψει την Ελλάδα σε στρατηγικά σημεία της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Και στον άτυχο πόλεμο του 1897, ο τουρκικός στρατός ήταν άρτια εξοπλισμένος με όπλα Μάουζερ και τηλεβόλα Κρουπ, γερμανικής κατασκευής. Το 1887, ο Κάιζερ επισκέπτεται ξανά την Κωνσταντινούπολη και από εκεί μεταβαίνει στη Δαμασκό κι έπειτα στην Παλαιστίνη, για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους…..” (Πηγή κειμένου : “Η φιλοτουρκική πολιτική της Γερμανίας από το 1870 ως τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο”, Άρθρο του Μ. Στούκα στο ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 13 /9/2020)

Στη φωτογραφία σκίτσο της εφημερίδας Le Figaro, με το οποίο σατυρίζει την φιλοτουρική πολιτική της Γερμανίας και την υποστήριξή της στον πόλεμο του 1897.

Δημοσιεύθηκε στη Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 | Σχολιάστε