Συνεχίζουμε την ανάρτηση του Μητρώου Δήμου Πραμάντων με τα έτη 1858 – 1860. (Πηγή : ΓΑΚ Άρτης)
Έτος γέννησης 1858


Έτος γέννησης 1859


Έτος γέννησης 1860


Συνεχίζουμε την ανάρτηση του Μητρώου Δήμου Πραμάντων με τα έτη 1858 – 1860. (Πηγή : ΓΑΚ Άρτης)
Έτος γέννησης 1858


Έτος γέννησης 1859


Έτος γέννησης 1860


“…..Ολοένα φτάνουν πρόσφυγες Ηπειρώτες (Φωτογραφία αριθ. 4), γυναικόπαιδα δυστυχισμένα. Έρχουνται από μακριά, πεινασμένα, ελεεινά, κατατρεγμένα από την τούρκικη καταδίωξη. Μα η Ελληνική Κυβέρνηση και η φιλανθρωπία όλους τους περιποιούνται.”

“…Η Φωτογραφία αριθ. 3 παριστάνει δυο γριούλες, τύποι παλιοί, ελληνικοί, που χάθηκαν τώρα στην πολιτισμένη παλιά Ελλάδα.”

“Ένας φίλος μου στρατιώτης με πήρε σπίτι του και μου έδωσε μια καμαρίτσα. Η νοικοκυρά του, η κυρά Κωνστάντζα, έκαμε ότι μπορούσε για να με περιποιηθεί. Στην αυλή έπαιζαν ένα σωρό παιδιά (Φωτογραφία αριθ. 2). Παιδιά και παιδιά στην Ήπειρο. Ο τόπος γεμάτος!…”

Ο Κ. Άννινος ήρθε στην Ελλάδα από την Αγγλία ως εθελοντής στον πόλεμο, τον Γενάρη του 1913. Μαζί με το άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στο Εθνικό Ημερολόγιο Σκόκου το 1914, μας άφησε και μια σειρά από 9 φωτογραφίες που θα τις αναρτήσουμε ξεχωριστά μαζί με το σχόλιο από την διήγησή του…….
“Ήταν Γενάρης. Ερχόμουν από την Αγγλία κ ’ επιτέλους έβλεπα τον αθηναϊκό ήλιο, που έλαμπε σε κρουσταλλένια ατμόσφαιρα. Τα βουνά γύρω ήταν χιονισμένα και η θάλασσα μακριά, λαμπύριζε κάτω απ’ τον καταγάλανο ουρανό. Χαρίσματα αυτά που τα έχουν πια συνηθίσει οι Αθηναίοι, μα που φαίνονται όνειρα ομορφιάς σ’ έναν που έρχεται απόξω. Οι δρόμοι της Αθήνας έρημοι. Λίγοι στρατιώτες πληγωμένοι και αρρωστημένοι και αραιοί διαβάτες. Εκεί πάνω στην Ήπειρο ξακολουθούσε η γιγαντομαχία του Μπιζανίου. Και τα βαπόρια κάθε μέρα έφερναν άρρωστα και πληγωμένα τ’ ανδρειωμένα μας παλληκάρια.
* * *
Σε λίγες μέρες, χωρίς να το πολυκαταλάβω, βρέθηκα σ’ ένα επίτακτο βαπόρι για την Πρέβεζα. Συνόδευα μια αποστολή για το στρατό μας. Ταξιδιώτες λιγοστοί. Μερικοί αξιωματικοί και τρεις κυρίες της «Ηπειρωτικής Περιθάλψεως». Χιλιάδες πρόσφυγες κρύωναν και πεινούσαν στην Ήπειρο. Χρειάζουνταν βοήθεια κ ’ οι συνταξιδιώτισσές μου τους την πήγαιναν. Που θα έμεναν, δεν είχαν ιδέα. Είχαν όμως διάθεση να δουλέψουν και, καθώς έμαθα έπειτα, βοήθησαν και παρηγόρησαν πολύ κόσμο απελπισμένων και πεινασμένων. Κι’ ένα πρωί ξημερωθήκαμε στην Πρέβεζα.
Ήταν, έπειτα από βροχή, η θάλασσα γυαλί. Ένας γέρος βαρκάρης μας έβγαλε έξω και σε λίγο πατούσα καταχτημένη γη. Η Πρέβεζα, σαν τις παλιές ελληνικές πόλεις με στενά δρομάκια και σπίτια χαμηλά. Παντού ελληνικές σημαίες. Κόσμος και κόσμος παντού. Πολίτες, στρατιώτες, παπάδες με απαρχαιωμένα ράσα και κάπου – κάπου κανένας χόντζας με το σαρίκι. Κ ’ έπειτα γιγαντένια φορτηγά αυτοκίνητα , κάρα, μουλάρια, σωστό πανδαιμόνιο.
Πέρασα την πρώτη μέρα με την αποστολή μέσα στο νοσοκομείο των πληγωμένων του Ερυθρού Σταυρού. (Φωτογραφία αριθ. 1 ) .
Κάπου 40 πληγωμένοι ήσαν στο νοσοκομείο. Τά περισσότερα κρεββάτια αδειανά. Περίμεναν όμως πολλούς πληγωμένους εκείνη την ημέρα. Άρχισαν να φθάνουν το απόγευμα με αμάξια, σούστες, μουλάρια. Σε λίγη ώρα γέμισε η αυλή. Μερικοί περπατούσαν μόνοι, άλλους τους βοηθούσαν νοσοκόμοι και μερικούς τους έφερναν με φορεία. Οι πληγωμένοι προχωρούσαν με τάξη, έδιναν τ ’ όνομά τους κ έπειτα τον οπλισμό τους. Τους κούρευαν, τους έπλεναν, άλλαζαν τα ρούχα τους και ίσια στο κρεββάτι. Mε χαμόγελο όλοι στο πρόσωπο. Τόσων μηνών κακοπέραση, ο κόπος του ταξιδιού, ο πόνος της πληγής, και ούτε ένα παράπονο. Τα πρόσωπα μαυρισμένα μα γεμάτα από ήμερη κι υπερήφανη έκφραση. Νόμιζες, έρχουνταν από εκκλησιά κι’ όχι απ’ άγριο πόλεμο. Έκανα να βοηθήσω δεξιά – αριστερά, μα πάντα εύρισκα ομπρός μου το επιδέξιο χέρι της νοσοκόμου έτοιμο να βοηθήσει. Μου φωνάζει ο γιατρός : δώσε τους κονιάκ και στον πρώτο που έδωσα, μου είπε : «Πιέ η αφεντιά σου πρώτα !» Στο πλάγι μου, μια Αθηναία γνωστή μου, έπλενε έναν πληγωμένο. Μια άλλη πιο κάτω έλεγε σ’ έναν που είχε δυο λαβωματιές στο πόδι: « Η μάννα σου θα είναι περήφανη για τις πληγές σου» και η στιγμαία έκφραση του πόνου, όταν του έβγαζαν τα ρούχα του, χάθηκε μονομιάς από το πρόσωπό του, που γέμισε από χαρά κ ’ υπερηφάνεια. Στην γωνιά ένας παραπονούνταν πως ήταν άδικη η πληγή στο χέρι του : «Λες θα μπορέσω, κύριε, να είμαι εκεί που θα πέσει το Μπιζάνι» . Εκείνη η κάμαρα ήταν γεμάτη από πεποίθηση, αυταπάρνηση, καρδία μεγάλη…………….. .
Γύρισα τα μάτια μου απάνω. Μια κατάχρυση στέγη σκέπαζε την κάμαρα γεμάτη από ανατολίτικους τύπους. Ποιος ξεύρει τίνος πασά ήταν εκείνο το σπίτι! Τί ειρωνεία της τύχης!…”

Βρισκόταν στην πλατεία Μονοπωλίου, στη γωνία που βρίσκεται σήμερα το Φωτογραφείο του κ. Έξαρχου. Ιδιοκτήτες ήταν τα αδέλφια Λάμπρος & Φώτης Σερδενές. Δεν γνωρίζουμε περισσότερα σχετικά, οπότε τα σχόλια είναι καλοδεχούμενα.
Στη φωτογραφία από τη δεκαετία του ’50, μια κεφάτη παρέα τα πίνει στο καφενείο των Αφών Σερδενέ. Ο κύριος σε κατάσταση κεφιού με την “ευγενική” χειρονομία, αρκετά συνηθισμένη στην περιοχή μας που συνοδεύονταν κυρίως απ’ τη φράση “Να, να μη στα χρωστάω!”, είναι ο Γ. Τζίντζουρας που είχε κατάστημα με έτοιμα ενδύματα στην Άρτα. Οι λοιποί της παρέας είναι οι Νίκος Παππάς, Γιάννης Μπλέτσος, Κων/νος Νάκας, Αντώνης Νάκας κ.α.. Όρθιος με το μπουκάλι, έτοιμος για σερβίρισμα είναι ο ένας εκ των ιδιοκτήτων, ο Φώτης Σερδενές. (Φωτο από αρχείο Γιάννη Νάκα)

«…..Κοντά στο Γεφυρόπουλο, στη σημερινή ιδιοκτησία Δημητριάδη, οι αδελφοί Χαλαχάλα είχαν κέντρο διασκέδασης. Οι παλιοί Αρτινοί θυμούνται πως στο κέντρο αυτό προσφέρονταν ούζο με μεζέ τζάνεργα (κορόμηλα), που αφθονούσαν στους γύρω κήπους.
Στη συνοικία Μουχούστι υπήρχε το καφενείο του Μπαικούση, σ’ένα παραδοσιακό κτίριο με πέτρα και καμάρες, κτισμένο το 1869. Ο Μπαικούσης είχε πελάτες κτηματίες και εργάτες που μάζευαν πορτοκάλια. Παλιότερα στα καφενεία στο Μουχούστι σύχναζε κυρίως η νεολαόα των λαθρεμπόρων…..» (Πηγή : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004)
Μπορείτε να δείτε το Γεφυρόπουλο στο λινκ https://doxesdespotatou.com/to-gefyropoylo-i-allios-chala-chala/
Μπορείτε να δείτε τα καφενείο του Μπαικούση στο λινκ https://doxesdespotatou.com/1970-to-kafeneio-toy-mpaikoysi-sto-moychoy/
Στη φωτογραφία απ’ τη δεκαετία του ’50, “Μια παρέα στο κεφενείο του Λάμπρου & Φώτη Σερδενέ. Ο κύριος που κρατάει το δίσκο είναι ο Λάμπρος Σερδενές. Οι έτεροι της παρέας είναι οι : Ν. Παππάς, Γ. Τσάντας, Θ. Τσώρος, Κ. Νάκας, Γ. Ψαθάς κ.α. (Φωτο από αρχείο Γιάννη Νάκα)

Σε συνέχεια από το α’, β’, γ’ και δ’ μέρους του Β’ Ελληνικού Οδηγού για την Ήπειρο (που μπορείτε να τα αναζητήσετε σε παλιότερες αναρτήσεις) στη φωτογραφία θα δείτε τις κοινότητες που αναγράφονται στο ε’ και τελευταίο μέρος του Οδηγού. (Πηγή : ΟΔΗΓΟΣ ΗΠΕΙΡΟΥ 1913 -1929, Αθήνα, 2013)

Αριστερά : Ντίνος Μακρής ή Μακρίδης (Από την Πάτρα, είχε υπηρετήσει στην Άρτα σαν φαντάρος από το 1949 – 1952 και έπαιζε στον ΑΕΤΟ, ήταν δε και προπονητής). Επίσης Β. Μπαρτζώκας, Θωμάς Κώνστας, Κ. Αμβράζης, Κίμων Ππαπαδήμου, Νίκος Μαστρογιάννης (σκόρερ), Θεοδ. Γκολομάζος, Δ. Μπέκας, Χ. Βασιλάκος, Ανδρέας Χριστοδούλου (από Αμφιλοχία), κ.α.
Παίκτες του ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ Πατρών : Ιωάννου, Γερογιάννης, Αντύπας, Καλογερόπουλος, Διώτης, Σαράντος Παπαηλίας (ήρθε και ξαναγύρισε στον ΑΤΡΟΜΗΤΟ Ιωαννίνων) Κανελλόπουλος, Σπ. Ηλιόπουλος (είχε πάει στην ΕΝΩΣΗ Πρέβεζας), Παπαϊωάννου, Παγώνης, Κλάδης, κ.α. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

“…….Βυθιστήκαμε στον πάτο απ’ αυτό το ανήλιαγο φαράγγι, όπου συναντήσαμε το πρώτο από αυτά τα θλιβερά, διάσπαρτα χωριά που λιμοκτονούν στην κεντρική Πίνδο, τόσο φτωχά που δεν έχουν δει ποτέ γυαλί στη ζωή τους, και τρέφονται με αυτό τον κολλώδες καλαμποκάλευρο και όπου ακόμη και μισή δεκάρα κρασί βρίσκεται μόνο από σπάνια καλή τύχη. Το χωριό ανήκει σε έναν αδύνατο κύριο τον οποίο είχα δει στην Αθήνα να γελάει στην πλατεία με τουφέκι και μια ζώνη με φυσεκλίκια. Περάσαμε τα λιγοστά σπίτια χωρίς να σταματήσουμε, και το υπόλοιπο εκείνης της ημέρας αποτέλεσε εκ μέρους μας μια μακρά κατάκτηση πολλών δυσκολιών. Μερικές φορές το στενό μονοπάτι περνούσε από την άκρη βράχων, τόσο απότομων, που έπρεπε να τραβήξουμε τα χαλινάρια των αλόγων και να πιάσουμε γερά τις ουρές τους από φόβο μήπως κατρακυλήσουν στον χείμαρρο από κάτω. Συχνά έπρεπε να διασχίσουμε το χείμαρρο και κάθε φορά αυτό αποτελούσε και μια καινούργια αναστάτωση.
Το απόγευμα φτάσαμε σε ένα κύριο ρέμα, που, νομίζω, ήταν το πάνω ρεύμα του Αχελώου, ή Ασπροπόταμου, όπως λέγεται τώρα. Αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρος, γιατί ο χάρτης ήταν εντελώς άχρηστος και η περιοχή δεν είχε ποτέ ερευνηθεί σωστά. Όπως και να ‘χει, το νερό, άσπρο από τις πλημμύρες και το χιόνι, έρεε με ορμή πάνω από τα κρυμμένα βράχια του, και ούτε άνθρωπος, ούτε θηρίο θα μπορούσε εύκολα να το δαμάσει. Ευτυχώς, έτυχε μερικοί ξυλοκόποι να μεταφέρουν με κόπο μερικές εκατοντάδες κομμένα έλατα κάτω στο ρέμα. Οδηγώντας μισή ντουζίνα από τους κορμούς ενάντια στο ρεύμα, και σπρώχνοντάς τα προς τα πάνω με μακριά κοντάρια, σχηματίσαμε ένα είδος πλωτής γέφυρας ή σχεδίας, κατά μήκος της οποίας τα άλογα αναγκάστηκαν να συρθούν με μεγάλη δυσκολία και κίνδυνο. Όταν τελικά φτάσαμε στην απέναντι όχθη, διαπιστώσαμε ότι το μονοπάτι είχε εξαφανιστεί και για πολλή ώρα περιπλανηθήκαμε πάνω-κάτω στην απόκρημνη πλευρά του βουνού χωρίς σκοπό.
Επιτέλους οι άντρες κάθισαν, κρατώντας ο καθένας το κεφάλι του εξαντλημένου αλόγου του στην αγκαλιά του. Φοβόμουν ότι θα κλάψουν, αλλά αποδείχτηκε ότι ήταν μια μορφή ανταρσίας. Ο Σπύρο ήταν τρομοκρατημένος για τη ζωή του, ο γέρος για το άλογό του, που αγαπούσε σαν παιδί του. Και οι δύο δήλωσαν, με μία φωνή, ότι θα γυρίσουν πίσω. Ευτυχώς το ποτάμι ήταν πίσω μας, και αυτό τους έκανε να διστάζουν, ενώ είπα στον Μαύρο να τους ξεκαθαρίσει ότι ήμουν πολύ πρόθυμος να τους αφήσω να επιστρέψουν, αλλά, αν και με πόνο καρδιάς, δεν θα τους έδινα ούτε δεκάρα τσακιστή, και , από τη δική μου πλευρά, θα συνέχιζα μόνος. Αυτό το τελεσίγραφο τους οδήγησε σε μια μικρή διάσκεψη, κατά την οποία φόρεσα το σακίδιο μου και, με την πυξίδα στο χέρι, ξεκίνησα αόριστα προς την κατεύθυνση της Άρτας. Δεν είχα χαθεί από τα μάτια τους όταν ξαναβρήκα το μονοπάτι. Ήταν μια ανακούφιση, γιατί στην πραγματικότητα είχα φτάσει σε απόγνωση, και αν με είχαν αφήσει χωρίς φαγητό ή καταφύγιο στη μέση εκείνων των ακατοίκητων φαραγγιών της Πίνδου, είναι αρκετά βέβαιο ότι δεν θα είχα φτάσει ποτέ στην Άρτα. Αλλά ακούγοντας τις φωνές μου με ακολούθησαν, και συμφιλιωθήκαμε, ευτυχώς χωρίς δάκρυα.
Έτσι για αρκετές ώρες περπατούσαμε κοντά στην κορυφή του γκρεμού που κρέμονταν πάνω από το ποτάμι, και είχε περάσει το ηλιοβασίλεμα όταν επιτέλους φτάσαμε σε πιο ανοιχτό έδαφος, με χωράφια και κοιλάδες, όπου βρισκόταν ένα αξιοθρήνητο μικρό χωριό που λεγόταν Λιάσκοβο (εννοεί το Πετρωτό Καρδίτσας). Καθώς περνούσαμε από τη σκοτεινή εκκλησία, δύο ιερείς έψελναν την ακολουθία της Σαρακοστής. Αν και έχω παρακολουθήσει λειτουργία στους περισσότερους από τους αγγλικούς καθεδρικούς ναούς, δεν έχω ακούσει ποτέ τα λόγια της προσευχής και της λατρείας να εκφέρονται με την γρηγοράδα και την ασέβεια που έψελναν αυτοί οι δύο άνδρες. Ήταν μάστορες στις ασυναρτησίες και ενός τραγουδιού που ξεπερνούσε όλα όσα ήξερα. Περίπου δύο φορές το λεπτό προσκυνούσαν, χτυπώντας τα μέτωπά τους τρεις φορές στο πλακόστρωτο της εκκλησίας, με εξαιρετική ευκινησία. Το μόνο κοινό τους ήταν ο Θεός και ο τρελός του χωριού.
Όταν βγήκαν λαχανιασμένοι από τη λειτουργία, ο γέρο ιερέας με αληθινή ευγένεια μας κάλεσε στο σπίτι του λίγο πιο πάνω στο λόφο. Εκεί άναψε μια φωτιά από θαμνόξυλα, στη μέση ενός αρκετά μεγάλου δωματίου. Δεν υπήρχαν έπιπλα, αλλά δύο μεγάλοι σωροί από ρούχα και στρωσίδια – μεσοφόρια, ποδιές, χαλιά και υφαντά σε βαθύ κόκκινο και μπλε χρώμα – που η οικογένεια είχε υφάνει στο σπίτι για τις προίκες των δύο κοριτσιών. Καθώς ήταν εβδομάδα νηστείας, μας σέρβιραν ψωμί και ελιές, αλλά ο Μαύρο ανέφερε διστακτικά ότι ήμουν προτεστάντης. Τότε ο γέρο ιερέας αναφώνησε: «Ω, είναι ειδωλολάτρης, έτσι; Τότε θα έχει μερικά αυγά». Έτσι λοιπόν έφαγα αυγά, τηγανητά με λίγο καρύκευμα «ειδωλολατρίας». Και αναρωτήθηκα τι θα έλεγε το Έξετερ Χολ σε τέτοια θεολογική σύγχυση.
Όταν τελείωσε το δείπνο και επιτράπηκε στη σύζυγο και τα παιδιά του ιερέα να φάνε τα αποφάγια, βολευτήκαμε όλοι μαζί να περάσουμε τη νύχτα στο πάτωμα μέσα στο συνηθισμένο χάος που δημιουργούν αυτές οι συνθήκες. Όμως το ενδιαφέρον της παρουσίας μου δεν άφησε τον ιερέα σε ησυχία. Αρκετή ώρα αφότου είχα συρθεί κάτω από το στρωσίδι μου, στο πιο τιμητικό σημείο του πατώματος που ήταν το πιο μακρινό απ’ το μέρος που κοιμόνταν το κατσίκι της οικογένειας, αυτός ο δασύτριχος άντρας συνέχιζε να φέρνει μέλη του ποιμνίου του για να με κοιτούν σαν αντικείμενο-μάθημα ανθρωπολογίας, και ένιωσα με χαρά ότι, σαν το διάφανο φανάρι ενός καθηγητή, επιτέλους, διέδιδα τον πολιτισμό. Αλλά τα μεσάνυχτα ο ιερέας πήγε να προσκυνήσει ξανά στην εκκλησία, και έτσι μπόρεσα να κοιμηθώ ήσυχα για λίγες ώρες. Το επόμενο πρωί τον αφήσαμε να φτυαρίζει κοπριά σε ένα κάρο, κι αν δεν ήταν το ψηλό καπέλο και τα πλεγμένα μακριά μαλλιά του, δεν θα ξεχώριζε από τις άξεστες μορφές εκείνων των οποίων είχε τη φροντίδα.
Στο μεταξύ, οι κόρες του, ξυπόλητες και άπλυτες, πλατσούριζαν στη υγρή λάσπη, οδηγώντας τις κατσίκες στα βουνά με βάρβαρες κραυγές, πετώντας τους πέτρες. Για 10 λίρες πάνω – κάτω, ο Μαύρο μου είπε ότι θα μπορούσα να είχα παντρευτεί μια από αυτές μαζί με την προίκα τους. Αναλογιζόμενος χαμογελώντας την αντίθεση μιας τέτοιας ζωής με τη ζωή ενός Άγγλου ιερέα—τα άψογα ρούχα του, τα καθαρά σεντόνια, τα πολυάριθμα υπνοδωμάτια, τη γοητευτική σύζυγο και τις κόρες του, τα γήπεδα τένις, το ταπεινό αλλά ευπαρουσίαστο όχημα και την ήσυχη βιβλιοθήκη — και αναρωτώμενος ποια μπορεί να είναι η χασούρα και το κέρδος αυτών των διαφορετικών συνθηκών, κατέβηκα το βραχώδες μονοπάτι και πέρασα πάνω από μια στενή γέφυρα, που με ένα υπέροχο άνοιγμα στέκεται περήφανα ψηλά πάνω από τον Αχελώο στο στόμιο ενός φαραγγιού, που ούτε να το φανταστεί δεν μπορεί κανείς. Δεν είμαι σίγουρος, αλλά αυτή πρέπει να ήταν η γέφυρα του Κοράκου που ο Υπολοχαγός Col. Baker κάποτε μέτρησε την τελειότητα της δομής της. Βρήκε το άνοιγμα 132 πόδια, το οδόστρωμα μόλις 6 πόδια πλάτος και 181 πόδια μήκος, και το ύψος 125 πόδια. Φαίνεται ότι είχε χτιστεί από μοναχούς και κατάλαβα αμέσως ότι, όπως ο αγγελιοφόρος σε κάποιο παλιό θεατρικό έργο, έφερνε τα κακά μαντάτα της μοίρας. Γιατί καθώς ανεβαίναμε στο απέναντι βουνό, είδα έναν άντρα να τρέχει προς το μέρος μας στο μονοπάτι μπροστά. Για Έλληνα, το μήνυμά του ήταν πολύ σύντομο: «Ήμουν στην Άρτα την Κυριακή», είπε. «Ο πόλεμος άρχισε το απόγευμα. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να περάσουν το ποτάμι δένοντας Χριστιανές γυναίκες μπροστά τους, με την ελπίδα ότι οι Έλληνες δεν θα πυροβολούσαν. Όλοι σκοτώθηκαν. Οι κραυγές τους ήταν τρομακτικές. Η πόλη είναι ερειπωμένη. Το να συνεχίσεις σημαίνει θάνατος».
Σε απλά αγγλικά του είπα πόσο μεγάλα ψέματα μας είπε, αλλά για το κύριο σημείο του λόγου του δεν μπορούσα πλέον να έχω αυταπάτες. Ο πόλεμος είχε αρχίσει χωρίς εμένα. Εκείνη την ημέρα δεν υπήρξε άλλη συζήτηση εκτός από το ότι λίγο μετά το μεσημέρι οι άντρες δήλωσαν και πάλι ότι δεν θα προχωρούσαν άλλο εκτός και αν συναινούσα να κάνω το ταξίδι σε πέντε ημέρες. Αναγκάστηκα να ενεργήσω όπως πριν, και προχώρησα μόνος, παίρνοντας μόνο το σάκο μου και λέγοντας στον Μαύρο να επιστρέψει στην Αθήνα με τα υπόλοιπα λίγα πράγματά μας. Σύντομα διαπίστωσα ότι όλοι τους ακολουθούσαν πίσω μου αργά, και προς το παρόν μπορούσα να τους ακούσω να μουρμουρίζουν βλαστήμιες για την καταγωγή και τους προγόνους μου. Αλλά εκείνη τη στιγμή η καταγωγή μου, μου ήταν παντελώς αδιάφορη, γιατί σε ένα απότομο ύψος στην άκρη πάνω από μια σχεδόν αόρατη κοιλάδα, άκουσα την έκρηξη των όπλων πολύ μακριά – τα δύο μεγάλα πολυβόλα της Άρτας, πρέπει να ήταν. Το υπόλοιπο εκείνης της ημέρας μένει στο μυαλό μου σαν ένα είδος εφιαλτικής συγκεχυμένης εικόνας από γκρεμούς και λασπώδες χιόνι, από φαράγγια σκοτεινά με μαύρα πουρνάρια, από τους λευκούς αφρούς του ποταμού και από την εικόνα μιας άλλης στενής γέφυρας που ένωνε γκρεμό με γκρεμό με την ψηλή καμάρα της.
Εκείνο το βράδυ το περάσαμε σε ένα στάβλο σε ένα χωριό γεμάτο υγρασία, που δικαίως ονομάζεται Υπόνομος της Θλίψης (Δεν ξέρουμε αν εννοεί την Καταβόθρα, σημερινό Αστροχώρι). Φτάσαμε επιτέλους στους πρόποδες του τεράστιου βραχώδους φράγματος που είχα δει από την κορυφή του Τυμπάνου, και το επόμενο πρωί αφήσαμε τη λεκάνη του Αχελώου, στο σημείο που το φράγμα από τα βράχια έστριβε προς τα νότια, και προχωρώντας προς τα δυτικά πάνω από τον απότομο γκρεμό της κοίτης του νερού μπήκαμε στη λεκάνη του Αράχτου που διέρχεται από την Άρτα. Ήταν μια περιοχή παρόμοια με αυτήν που είχαμε περάσει, αλλά τα φαράγγια έμοιαζαν να γίνονται ακόμα πιο ζοφερά, αν μη τι άλλο, και η διαδρομή πιο τρομερή ακόμη και για άγρια θηρία. Πότε, πότε, η βροχή έπεφτε καταρρακτώδης. Τα άλογα είχαν εξαντληθεί. Ο γέρος φαινόταν σαν να έκλαιγε η καρδιά του για την κατάστασή τους. Τα πόδια του ήταν επίσης σε φρικτή κατάσταση, και μάταια τα έπλυνε με το μαντήλι της τσέπης του στα ρυάκια. Σαπούνισα ένα ζευγάρι κάλτσες και του τις έδωσα, αλλά και πάλι μόλις που σερνόμασταν στον σκοτεινό και πέτρινο δρόμο. Εκεί, δυστυχώς, για πρώτη φορά, συναντήσαμε μια μακριά σειρά από πρόσφυγες που έτρεχαν στα βουνά, με τα στρωσίδια τους, τα πρόβατα και τα παιδιά τους. Στη θέα τους και στη φρίκη των φανταστικών τους ιστοριών, οι άντρες μου σκλήραναν από τον προγονικό τρόμο του Τούρκου και κάθισαν πάλι, αρνούμενοι σίγουρα να προχωρήσουν παραπέρα. Αυτή ήταν μακράν η πιο σοβαρή ανταρσία από όλες, και ελέγχθηκε μόνο όταν ξαφνικά ανέβηκα στο αγαπημένο άλογο του γέρου και ίππευσα προς τα εμπρός όσο πιο δυνατά μπορούσα για να κάνω το φτωχό πλάσμα να φύγει. Έμεινε διστακτικός για ένα λεπτό μεταξύ της ζωής του και του ζώου του, αλλά ήταν καλός άνθρωπος στην καρδιά, και έτσι το ζώο του κέρδισε, και ακολούθησε πολύ μειλίχια για το υπόλοιπο της διαδρομής. Αν και σε ένα μοναχικό χάνι βρήκαμε κάποια απομεινάρια φαγητού, τα τρόφιμα είχαν λεηλατηθεί, και έπρεπε να προχωρήσουμε προς τα μπρος, πεινασμένοι και πολύ εξαντλημένοι.
Μετά από αυτό, μίλι με μίλι σερνόμασταν κατά μήκος ενός αρκετά επίπεδου μονοπατιού πάνω από τις κορυφές λόφων καλυμμένων με θάμνους και δέντρα. Ήμασταν πολύ ψηλά, αλλά δεν μπορούσαμε να έχουμε θέα, ώσπου επιτέλους, αργά το απόγευμα, φτάσαμε σε μια απότομη άκρη του βουνού από το οποίο κάποιες γρήγορες εικόνες φαινόταν εδώ κι εκεί σε μια τεράστια απόσταση προς τα δυτικά, ή μπορεί να ήταν και αμυδρές εικασίες μέσα από σύννεφα βαριάς ομίχλης κάτω από έναν θολό ήλιο, σε μωβ χρώμα, όπως σε μια στοιχειωμένη νεραϊδίσια γη. Άγνωστες βουνοκορφές στέκονταν σαν νησιά πάνω από τα σύννεφα. Και υπήρχε και μια πεδιάδα και μια εκβολή που τη χώριζε, και εδώ κι εκεί λιμνούλες με θαμπό γαλάζιο νερό σαν μολύβι μπορούσαν να φανούν μέσα από τους ατμούς, και ήξερα με χαρά ότι πρέπει να είναι εκείνος, ο Αμβρακικός Κόλπος που είδε η Κλεοπάτρα. Και πολύ μακριά, ψηλά, σαν να ήταν μέρος του ίδιου του ουρανού, άστραφτε μια λεπτή γραμμή από ασήμι, που ήταν η ανοιχτή θάλασσα, η παλιά Αδριατική. Σε τρεις μέρες και λίγες ώρες είχαμε περάσει από την Πίνδο, και τώρα στα πόδια μου, στα βάθη μιας πλατιάς κοιλάδας, είδα έναν μεγάλο δρόμο, και στο τέλος του, σχεδόν περικυκλωμένη από τη λευκή καμπύλη ενός ποταμού, βρισκόταν μια πόλη με τα παλιά τείχη ενός ενετικού κάστρου κοντά στο ρέμα, και, ψηλά στο λόφο, ένα μεγάλο τετράγωνο φρούριο, και πιο μακριά σε μια συστάδα από τρούλους, μια μεγάλη βυζαντινή εκκλησία και η γραμμή μιας αρχαίας γέφυρας. Αυτή, λοιπόν, ήταν η Άρτα, το μέρος που τόσο λαχταρούσα να δω!…” (Πηγή : SCENES IN THE THIRTY DAYS WAR BETWEEN GREECE & TURKEY – 1897, BY HENRY W. NEVINSON, London, J. M. DENT & CO. 29 and 30 BEDFORD STREET, W.C., 1898 – Μετάφραση Α. Καρρά)
Στη φωτογραφία δύο σελίδες από το άρθρο του BAKER, – (Lieutenant-colonel) «Memoir of the Northern Frontier of Greece» που δημοσιεύτηκε στο “The Journal of the Royal Geographical Society of London. Volume the Seventh, 1837» και στο οποίο υπάρχει η περιγραφή της Γέφυρας Κοράκου που αναφέρεται στο κείμενο. Στον πίνακα με τα βουνά, μπορούμε να δούμε τα βουνά του Ασπροπόταμου στη συνοριακή γραμμή του 1832, με το υψόμετρό τους σε πόδια, δηλαδή τα βουνά Γάβροβο, Χελώνα και Συχαρίτζα(?).

Περισσότερα για τον χάρτη των βόρειων συνόρων της Ελλάδας το 1832, από το μέλος της Επιτροπής G. Baker μπορείτε να διαβάσετε στο λινκ https://doxesdespotatou.com/i-oriothetisi-ton-ellinotoyrkikon-syn/