Έγκριση χρηματικού ποσού για τη σύλληψη ληστή

Επιστολή προς την Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Ηπείρου με χρονολογία 4 Ιουνίου 1914. Η επιστολή αναφέρει ότι υπεβλήθη αναφορά στο Υπουργείο Εσωτερικών σχετικά με την έγκριση χρηματικού ποσού 6.000 δραχμών σε όσους συνετέλεσαν στη σύλληψη του ληστή Α. Στριφτάρη στην Φιλιππιάδα, το οποίο και εξέδωσε χρηματικό ένταλμα στα ονόματά τους, μεταξύ των οποίων και ο Α. Παπαθέου. (Πηγή : http://www.venizelosarchives.gr/)

Δημοσιεύθηκε στη Περί Τμήματος Καραβοσαρά και Λάκκας | Σχολιάστε

Η αιχμαλωσία της Νίτσας Ρίγγα από τα Πράμαντα

Οι Ριγγαίοι ήταν πλούσια οικογένεια των Πραμάντων με πολλές δωρεές και αγαθοεργίες προς το χωριό και όχι μόνο. Ο Ιωάννης Ρίγγας  ήταν έμπορος με μεγάλη οικονομική δραστηριότητα. Εμπορεύονταν τυριά, βούτυρα, λάδια, μαλλιά και είχε συναλλαγές με τα νησιά του Ιονίου, την Αυστρία, την Ιταλία και τη Μάλτα. Γι’ αυτό οι διάφορες συμμορίες ληστών που λυμαίνονταν την περιοχή των Τζουμέρκων πριν την απελευθέρωση είχαν σχεδιάσει από καιρό την αιχμαλωσία του, ιδιαίτερα το καλοκαίρι που ο Ιωάννης Ρίγγας ανέβαινε στο χωριό, κοντά στην οικογένειά του. Η πρώτη απόπειρα αρπαγής του έγινε το καλοκαίρι του 1878, αλλά απέτυχε. Στο ιερό βιβλίο  «Καλοκαιρινή» της Αγίας Παρασκευής βλέπουμε τη παρακάτω ενθύμηση : «1878, Ιουλίου 1. Ήλθαν οι ληστές εις το χορίον μας. Ο Τζίτζο Μήτζας με 80 νομάτος και έκατζαν μέρες πέντε και μας πήραν λίρες 80 έκαψαν το σπίτι του Γιαννάκη Ρίγγα και ήλθαν και Τούρκοι και πολέμησαν και χαλαστήκαχεν. Ι. Κοντακτσής».

Η συμμορία αυτή περικύκλωσε το σπίτι του Ιωάννη Ρίγγα με σκοπό να τον ληστέψει. Αυτός όμως πρόλαβε και κρύφτηκε σε συγγενικά σπίτια κι έτσι διέφυγε . Ο λήσταρχος Τσίτσι Μήτσος (Θύμιο Γάκης) έβαλε τότε φωτιά κι έκαψε το αρχοντικό του, υποχρέωσε δε τους κατοίκους να του συγκεντρώσουν 80 λίρες και όταν τις πήρε, αποχώρησε απ’ το χωριό.

Ο Ιωάννης Ρίγγας είχε και μια μονάκριβη κόρη, τη Νίτσα που είχε γεννηθεί στα Πράμαντα το 1861. Μετά την απόπειρα ληστείας εναντίον του και επιδή απουσίαζε για μεγάλα χρονικά διαστήματα, βιάστηκε να την παντρέψει με τον γλωσσομαθή γιατρό Ιωάννη Χρυσοχόου από το Χαλίκι Τρικάλων. Οι γάμοι έγιναν  την ίδια χρονιά, το 1878, στα Πράμαντα και στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και ο γιατρός εγκαταστάθηκε στο χωριό  μόλις ο Ρίγγας ξανάφτιαξε το σπίτι του.

Ο λήσταρχος Τσίτσι Μήτσος επανήλθε στα Πράμαντα στις 18 Μαρτίου του 1880 και με τη συμμορία του κύκλωσε τα σπίτια των Ριγγαίων στον Κάτω Μαχαλά.. Ο Ιωάννης Ρίγγας πρόφτασε και κρύφτηκε στο διπλανό σπίτι του Αθανάσιου Ρίγγα κι έτσι κατόρθωσε να ξεφύγει. Η συμμορία όμως συνέλαβε και αιχμαλώτισε την κόρη του, Νίτσα Ρίγγα – Χρυσοχόου και τα δυο παιδιά της, τον Νικόλαο και τον Αθανάσιο, μόλις 35 ημερών, που δεν ήθελαν να αποχωριστούν τη μητέρα τους. Από τους πυροβολισμούς και τα ποδοβολητά ξύπνησαν πολλοί Πραμαντιώτες και ένας απ’ αυτούς ο Γάκης Ρίγγας βγήκε στο παράθυρο του τρίτου ορόφου του σπιτιού του κρατώντας μια λάμπα. Τον αντιλήφθηκαν οι ληστές που αναχωρούσαν με τους αιχμαλώτους και πυροβολώντας τον, τον σκότωσαν.

Τα παιδιά της αιχμάλωτης έκλαιγαν συνέχεια κι έτσι, όταν η συνοδεία έφτασε στη θέση «Ράχη Βελούση» όπου τα σπίτια των Λυτραίων, οι ληστές αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν. Η αιχμάλωτη οδηγήθηκε στη Μουτσάρα, όπου και απελευθερώθηκε αφού οι συγγενείς της, σύμφωνα με την παράδοση, κατέβαλαν στους ληστές 5.000 χρυσές οθωμανικές λίρες. Σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 85 έγγραφο του Υποπροξενείου της Ελλάδος εν Άρτη, στις 13 Απριλίου 1880, τα λύτρα που καταβλήθηκαν ήταν 750 χρυσές λίρες.

Η αρπαγή της Νίτσας Ρίγγα συγκλόνισε την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, καθώς φαίνεται από το δημοτικό τραγούδι :

“Θέλ’ τε ν’ ακούστε κλάματα, θρήνους και μοιρολόγια;

Περάστε από την Πράμαντα κοντά στο μεσοχώρι

που πλάκωσεν η κλεφτουριά με τον Αποστολάκη

Το Γάκη Ρίγγα σκότωσε τη Νίτσα πήρε σκλάβα

και το μωρό της το παιδιά το πέταξε στο δρόμο.

Για ξαγορά της γύρεψαν δέκα χιλιάδες λίρες.

Κλαίνε οι γέροι και οι νηές κι οι γρηές μοιρολογάνε

και οι Γιαννάκηδες οι δυό τρέχουν, παρακαλάνε…..”

Πολύ αργότερα ένας από τους γιούς της Νίτσας Ρίγγα, ο Αθανάσιος Ι. Χρυσοχόου, στρατηγός, όταν κατά το 1919 έφτασε με τον ελληνικό στρατό στη Σμύρνη και υπηρετούσε ως υπασπιστής της Μεραρχίας Ιππικού, γνώρισε έναν γέροντα που διατηρούσε ένα μικρό ταβερνάκι στη Σμύρνη, ο οποίος του είπε πως ήταν ο ληστής Τσίτσι Μήτσος που είχε αιχμαλωτίσει τη μητέρα του και ο οποίος προσφέρθηκε τότε να βοηθήσει τον ελληνικό στρατό”. (Πηγή : Άρθρα του Δημήτριου Καρατζένη στην εφημερίδα ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ, Γενάρης 1985)

Για το ληστή Θύμιο Γάκη μπορείτε να διαβάσετε στο λινκ https://doxesdespotatou.com/o-listis-thymio-gakis-kai-i-vasilarcho/

και στο λινκ https://doxesdespotatou.com/o-listis-thymio-gakis-kai-i-vasilarcho-2/

Στη φωτογραφία, δυσφημιστικό για την Ελλάδα σκίτσο των μέσων του 19ου αιώνα του γαλλικού περιοδικού LE CHARIVARI. Δείχνει την Ελλάδα να ληστοκρατείται, καθώς η ληστεία ταλαιπωρούσε μετά την απελευθέρωση τον ελληνικό λαό. (Πηγή : ΕΘΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | 2 σχόλια

ΤΟ ΜΗΤΡΩΟΝ ΑΡΡΕΝΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΡΑΜΑΝΤΩΝ, ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΤΣΟΥΜΕΡΚΩΝ, ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΡΤΗΣ (καταρτισθέν εν έτει 1883). Γεννηθέντες τα έτη 1861 -1862 – 1863

Συνεχίζουμε την ανάρτηση του Μητρώου Δήμου Πραμάντων με τα έτη 1861 – 1863. (Πηγή : ΓΑΚ Άρτης)

Έτος γέννησης 1861

Έτος γέννησης 1862

Έτος γέννησης 1863

Δημοσιεύθηκε στη Η Απελευθέρωση το 1881 | Σχολιάστε

Ενθύμιο από το πανηγύρι στη Φανερωμένη

Δυο καλοί φίλοι που ανέβηκαν παρέα στη Φανερωμένη για το πανηγύρι, κάποια χρονιά στα τέλη του 1960. Δεξιά ο Γιώργος Καρράς, δάσκαλος στα Πλατάνια Πιστιανών εκείνη την εποχή και αριστερά ο Νικόλαος Βέλιος από τα Πιστιανά. (Φωτο από αρχείο Α. Καρρά)

Δημοσιεύθηκε στη Στο δρόμο προς το Ξηροβούνι | Σχολιάστε

Από το πανηγύρι στην Φανερωμένη….

“Ο κύριος όγκος των επισκεπτών στη Φανερωμένη ήταν από Πιστιανά, Ροδαυγή, Σουμέσι, Σκούπα, Ανώι, Γοργόμυλο και Πλατανούσα. Οι πιο πολλοί ερχόταν από Κυριακή και κοιμόταν στην Εκκλησία. Επίσης κοιμόταν και σε κάθε σπίτι του χωριού. Στρωματσάδα… δέκα άτομα σε κάθε δωμάτιο…..Στο σπίτι μου κοιμόταν η ορχήστρα κ όσοι συγγενείς ερχόταν…..Είκοσι άτομα και βάλε! Ο Κωτσογιάννος ήταν η ψυχή του πανηγυριού για πολλά χρόνια.

Το πιο επικίνδυνο σημείο του δρόμου ήταν το λεγόμενο “Σκυλοταφιό”. Τις μπύρες τις κουβαλούσαμε με μουλάρια και άλογα από το τελευταίο σημείο του δρόμου που έφτανε το αυτοκίνητο, λίγο πιο πάνω από την Ροδαυγή. Οι παλιότεροι θυμούνται και λιτάνευση της εικόνας γύρω από την εκκλησία…” (Ευχαριστούμε τον κ. Νίκο Λιόντο για τις πληροφορίες)

“Ο πάγκος με τα ποτά σαν σήμερα στο πανηγύρι της Φανερωμένης στο Ξηροβούνι στις αρχές του 1960” . Η φωτογραφία αναρτήθηκε  από την κυρία Anthoula Ziori στις 26 Απριλίου 2020 στην σελίδα Φανερωμένη Άρτας στο facebook.

Δημοσιεύθηκε στη Στο δρόμο προς το Ξηροβούνι | Σχολιάστε

Το πανηγύρι στην Φανερωμένη, στο Ξηροβούνι

“Κάθε χρόνο, το μήνα Ιούνη, όλα τα χωριά στο Ξηροβούνι γιόρταζαν τη γιορτή του Αγίου Πνεύματος στην εκκλησία της Φανερωμένης στην κορυφή του βουνού.

Τότε βέβαια δεν υπήρχε ούτε δημόσιος δρόμος, ούτε αυτοκίνητα και η πρόσβαση στη Φανερωμένη γίνονταν από το μονοπάτι που ανέβαινε κατά μήκος του λαγκαδιού. Ξεκινούσαμε λοιπόν   νωρίς, νωρίς, με τα πόδια και φτάνοντας στη Ροδαυγή αρχίζαμε την  ανάβαση στο στενό μονοπάτι στο φρύδι του Κακολάγκαδου, που θα μας οδηγούσε στην κορυφή του βουνού. Μια πολύχρωμη ανθρώπινη αλυσίδα από γέρους, νέους και παιδιά που φόραγαν τα καλά τους,  απλώνονταν κατά μήκος της διαδρομής……Που και που κάποιοι  ανέβαιναν καβάλα στο μουλάρι τους. Στενό και απότομο το μονοπάτι  και από κάτω ο γκρεμός που σου έφερνε ζάλη……Οι γονείς κρατούσαν σφιχτά τα παιδιά απ’ το χέρι μη τυχόν και γλιστρήσουν και  έλεγαν και ξανάλεγαν την ιστορία του παλληκαριού που τα παλιά τα χρόνια είχε κατεβεί  στα μισά του γκρεμού να τρυγήσει το άγριο μελίσσι που φώλιαζε εκεί σε μια σπηλιά….Δέθηκε λοιπόν το παλληκάρι και κατέβηκε στο γκρεμό. Με το μαχαίρι του έσκισε την κερήθρα κι άρχισε να μαζεύει το χρυσαφένιο υγρό….Γύρω του το μελίσσι βούιζε άγρια θέλοντας να διώξει τον  εισβολέα… Ξαφνικά ένα φίδι μεγάλο σαν στοιχειό ξεπρόβαλε πάνω απ’ το κεφάλι του παλληκαριού. Κι αυτό κάνει μια με το μαχαίρι του και του κόβει το κεφάλι…Και μετά το μόνο που ακούστηκε ήταν ο αντίλαλος απ’ το ουρλιαχτό του παλληκαριού καθώς συντρίβονταν κάτω στο βάραθρο…Γιατί το φίδι δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά το χοντρό σκοινί με το οποίο το παλληκάρι ήταν δεμένο….

Φτάνοντας στην κορυφή σταματούσαμε να πάρουμε μια ανάσα και να θαυμάσουμε το τοπίο μπροστά μας. Το μάτι έφτανε ως απέναντι στα Τζουμέρκα, που είχαν ακόμη χιόνι στην κορφή τους, κι ως κάτω στη θάλασσα του Αμβρακικού που λαμπύριζε στον πρωινό ήλιο του Ιούνη. Και στο βάθος της κοιλάδας, ανάμεσα στους ορεινούς όγκους ο Άραχθος στριφογύριζε σαν ένα πελώριο φίδι… Αφήνοντας πίσω το μονοπάτι διασχίζαμε πια το καταπράσινο ορεινό λιβάδι μέχρι την εκκλησία. Οι σκόρπιες αχυροκαλύβες και τα σπιτοκάλυβα είχαν τώρα ζωντανέψει, μετά την ερημιά του χειμώνα καθώς οι τζιομπαναραίοι είχαν αφήσει πίσω τους τα χειμαδιά του Χανόπουλου και της Στρεβίνας και είχαν ανέβει στο βουνό. Οι γυναίκες έκρυβαν τα παλιά τους παπούτσια στους θάμνους και φόραγαν τα καλά τους για την εκκλησία…Που λεφτά για δεύτερο ζευγάρι καλά παπούτσια!

Η εκκλησία της Αγίας Τριάδας, παλιά,  χτισμένη γύρω στα 1800, αγιογραφημένη με τοιχογραφίες που συνδύαζαν  μοναδική  λαμπρότητα και παλέτα χρωμάτων, φάνταζε στα παιδικά μας μάτια παραμυθένια. Μόλις «απόλαγε» η εκκλησία  οι άνθρωποι μαζεύονταν παρέες, παρέες να ανταλλάξουν ευχές. Οι καρέκλες ελάχιστες και οι περισσότεροι κάθονταν κατάχαμα στο γρασίδι να δουν το χορό και να φάνε  το ψητό στη λαδόκολλα…Κι αφού τέλειωνε η γιορτή έπαιρναν το κατηφορικό πια μονοπάτι στα χωριά τους, αφήνοντας τη Φανερωμένη ξανά στη μοναξιά της, γεμάτοι ικανοποίηση που για μια ακόμη χρονιά είχαν κατορθώσει να προσκυνήσουν τη χάρη της! (Κείμενο Α. Καρρά)

Στη φωτογραφία «Από το πανηγύρι στη Φανερωμένη τη δεκαετία του ‘50». Η φωτογραφία αναρτήθηκε  από την κυρία Anthoula Ziori στις 26 Απριλίου2020 στην σελίδα Φανερωμένη Άρτας στο facebook.

Δημοσιεύθηκε στη Στο δρόμο προς το Ξηροβούνι | Σχολιάστε

Το άρμεγμα στη στράτα και το τυροκόμισμα….

“Σαν τέλειωνε το άρμεγμα των κοπαδιών της στάνης, οι τζιομπαναραίοι στράγγιζαν καλά το γάλα στο μεγάλο καζάνι, κρατούσαν οι φαμίλιες όσο ήθελαν για τρίψα και το υπόλοιπο το έπηζαν τυρί. Το τυρί έπρεπε να μαζευτεί σε τσαντίλες και να στραγγίσει ως το δειλινό που θα φόρτωναν τα κονάκια για το βραδινό σταθμό. Όταν στράγγιζε το τυρί, φόρτωναν και πάλι τα κονάκια και πήγαιναν για το βραδινό σταθμό. Στα χωριά που διάβαιναν, έπρεπε οπωσδήποτε «να δώκουν» το τυρί χλωρό καθώς ήταν στην τσαντίλα, γιατί με το βραδινό γάλα θα έφτιαχναν καινούργιο κι έπρεπε οι τσαντίλες να αδειάσουν, αλλά και το τυρί δεν άντεχε περισσότερη ώρα χωρίς αλάτισμα. Άφηναν έτσι ξεσκέπαστες τις άσπρες τσαντίλες κρεμασμένες σε κάποιο μουλάρι να προκαλέσουν το ενδιαφέρον των χωρικών για το τυρί, οι οποίοι, γνωρίζοντας τη σφίξη των διαβαταραίων να το «ξεκάμουν», έκαναν βασανιστικά παζάρια για την τιμή του….”(Πηγή : ΟΙ ΝΟΜΑΔΕς ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΙ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ, Ν. Καρατζένης, Άρτα, 1991)

Στ φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα “Τσαντίλες στη στρούγκα” (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 2003)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Άρμεγμα στη στράτα….

Μάης 1981 – Άρμεγμα στη στράτα σε στρούγκα καμωμένη από σαίσματα, κάπες και κομμένα σακιά. Οι Καλαρρυτιώτες νομάδες Χρήστος Απ. Φασούλας, Χρήστος Κ. Φασούλας, Αθανάσιος Γ. Μπακαγιάννης, Αλέκος Αθ. Μπακαγιάννης. Μέσα στη στρούγκα οι Μαρία Μπακαγιάννη, Ειρήνη Φασούλα και Αγγελική Μπακαγιάννη. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα από το βιβλίο του Ν. Καρατζένη.

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Κονάκι κατάστρατα……

Οι βλάχικες τέντες στημένες, τα σακιά ανάκατα ρηγμένα, ο «ανωθρώσκων» καπνός από γραστογαλιά, τ’ αλογομούλαρα βόσκουν κι οι άνθρωποι στον αγώνα για τη ζωή…Στο Νέγκρι τον Μάη του 1976. Από αριστερά : η οικογένεια του Σπύρου Κουτσαύτη, του Χρήστου Κ. Φασούλα  και του Αλέκου Α. Μπακαγιάννη από τους Καλαρρύτες. (Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα από το βιβλίο του Ν. Καρατζένη ΟΙ ΝΟΜΑΔΕΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΙ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ,  Άρτα, 1991.

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Ανεβαίνοντας οι νομάδες στα βουνά – Ο ύπνος  «κατάλακα»……

«Τ’ αλογομούλαρα περπατούσαν πιο γρήγορα από τα προβατοκόπαδα κι έφταναν στους βραδινούς σταθμούς νωρίτερα απ’ αυτά. Οι γυναίκες ετοίμαζαν την πρόχειρη στρούγκα, μάζευαν κανα ξύλο για τη φωτιά, έπαιρναν νερό κι έκοβαν κανα χαμόκλαδο για το υπαίθριο στρώμα των παιδιών και των γερόντων.  Το πρώτο βράδυ είχε μια γοητεία, μια παράξενη ομορφιά …… Ο Συρρακιώτης Δ. Γάτσιος περιγράφει μια τέτοια ανοιξιάτικη βραδιά στον υπαίθριο καταυλισμό : «Οι ξαπλωμένοι σάκοι που πριν χρησιμοποιήθηκαν για στρούγκα, τώρα σηκώνονται και στήνονται πλάι πλάι  για να γίνουν πρόχωμα στο νυχτερινό αεράκι…Η μητέρα θα προσπαθήσει να πείσει τα παιδιά να κοιμηθούν γρήγορα γιατί αύριο θα ξεκινήσουν πολύ πρωί…Όμως δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο. Η χαρά της επιστροφής στη γενέτειρα, η παράξενη μαγεία της ανοιξιάτικης νύχτας, οι παράξενοι και πολλές φρές φανταστικοί  θόρυβοι στο διπλανό θάμνο, οι γνωστές απ’ άλλες ώρες και εποχές ιστορίες με λάμιες και δράκους, με νεράιδες και κλέφτες, το πετραδάκι που ξέφυγε και τρυπά την πλάτη δεν δημιουργούν και το κατάλληλο κλίμα για ύπνο…. (Πηγή : ΟΙ ΝΟΜΑΔΕΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΙ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ, Ν. Καρατζένης, Άρτα, 1991)

Στ φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα “Γύρω από τη φωτιά για να βγεί η νύχτα” (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 2003)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε